Friday, May 14, 2010

Star Gazing



"Να περνάς," του είπα. Η φωνή μου ήταν βραχνή, προφασίστηκα τσιγαρόβηχα και καθάρισα τον λαιμό μου.
Κοιτάγαμε κάτω, την κοιμισμένη γειτονιά. Όταν πρωτοσκάει το καλοκαιράκι έχω ραντεβού μαζί του πάνω, στη ταράτσα. Από τότε που ήταν δεκαεφτά, έχουμε αυτό το σταθερό ραντεβού. Αράζουμε βραδάκι, με τα πόδια μας να κρέμονται και κάνουμε τσιγάρα, τα λέμε. Έρχεται ο πιτσιρικάς, ο μπαγάσας κάθε χρόνο ίδιος. Μακρύ μαλλί, σκισμένο τζιν, σκουλαρίκι και μόστρα. Κάθε χρόνο του λέω : "'Έννοια σου και θα σου φύγει η μόστρα." Κάθε χρόνο γελάει σαρδόνια και μου δείχνει κωλοδάχτυλο. Πίνουμε μαυροδάφνη, εγώ δεν τρελαίνομαι πια αλλά αυτός είναι ακόμα πωρωμένος με Καρυωτάκη, τι να του πεις;
Κοιτάμε την γειτονιά που μεγάλωσα, τον μικρό στενό δρόμο, εκεί στη γωνία ο Δημήτρης χώθηκε μια μέρα σε ένα λάκκο με ασβέστη και βγήκε κλαίγοντας, χιονάνθρωπος με σορτσάκι, δεν θυμάμαι πόσο γέλαγα, μα τι μαλάκας κι εγώ αλλά τι να κάνω; Παίζαμε κάτι που περιλάμβανε τρέξιμο κι αυτός δεν είδε τον λάκκο και παρ 'τον μέσα, να ουρλιάζει η μάνα του, τον έπλυνε με μάνικα μπροστά στα μάτια όλων μας.
Τα λέμε με τον μικρό κάθε που μπαίνει καλοκαίρι, κάθε που ξυπνάνε τα κουνούπια, κάθε που ο αέρας μυρίζει φύλλα και γρασίδι και ήλιο και το βραδάκι δροσίζει με ιδρώτα, που ακούς σιγά σιγά τον κόσμο να βγαίνει στα μπαλκόνια για να δει τηλεόραση και ανεβαίνουν οι τέντες και γίνεται όλη η γειτονιά σπίτια με μπλε παράθυρα που αναβοσβήνουν. Μου λέει τα νέα του.
Άλλα θυμάται, πόσα έχουν αλλάξει, έχεις μείνει πίσω αδερφέ. Κουνάει το κεφάλι του και καπνίζει, δεν μιλάει αλλά το ξέρω ότι εγκρίνει και ας μην το παραδέχεται, είναι κολλημένος σε άλλες εποχές ο μικρός.
Σε άλλες εποχές.
Καμιά φορά φεύγει χωρίς να πει τίποτα. Ίσα που τον παίρνω χαμπάρι να σαλεύει, πριν γυρίσω την έχει κάνει. Άλλες φορές δεν λέει να ξεκολλήσει, με μεθάει και καθόμαστε μέχρι το πρώτο φως. Λέμε για τα παλιά. Τώρα τελευταία του λέω και για τα καινούργια και έχει αρχίσει να ξενερώνει, δεν του αρέσουν, δεν του αρέσει η αλλαγή λέει αλλά του αρέσει. Έχει συνηθίσει να είναι άλλος λέει και κάτι τέτοιες παπαριές.
Τώρα τελευταία με τον μικρό, δεν έχουμε και πολλά να πούμε, πέφτουν κάτι αμήχανες σιωπές, κάτι περίεργες μελαγχολίες, αν ήξερα καλύτερα θα του έλεγα πως είναι οι αμηχανίες του αποχωρισμού αλλά δεν ξέρω καλύτερα, εγώ θυμάμαι αυτόν. Σαν να μη θέλει κανένας να το πει αλλά ξέρεις τι, τελικά μερικές φορές δεν χρειάζεται να το λες το γεια.

Μερικές φορές το γεια έρχεται χωρίς να έχει γίνει τίποτα, χωρίς να πεις αντίο και έχεις φύγει. Έτσι απλά.
"Να περνάς ρε," του λέω αλλά δεν το πολυπιστεύω.
Θα σταματήσει να έρχεται ο πιτσιρικάς. Θα πάει να ζήσει τη ζωή του. Θα του φύγει η μόστρα και θα τον προλάβει κι αυτόν το καλοκαίρι, οι μυρωδιές, Τι να του πω; Θα τα δει.

Θα κάνω τσιγάρο μόνος μου.
Τώρα τελευταία σκάει ένας καινούργιος τύπος που τα λέει ωραία. Με αυτόν ταιριάζω πιο πολύ. Δεν το ξεκωλώνουμε με μαυροδάφνες. Καμιά Heineken, κανα τσιγαριλίκι. Γελάμε με ότι έχει έρθει, έχει πολύ πλάκα, κάνει ότι πηδάει και μετά ξεκαρδιζόμαστε. Όποτε φεύγει μου το λέει, είναι πολύ συνεπής, γουστάρει κι αυτός τη παρέα, τα λέμε και κοιτάζουμε την κοιμισμένη γειτονιά, την ξέρει ο τύπος σαν τη παλάμη του.
Σε εκείνη την οικοδομή, όταν χτιζόταν, είχε βουτήξει από το παράθυρο του πρώτου στη τρύπα για το γκαράζ που ακόμα ήταν χώματα σκαμμένα. Δεν έπαθε τίποτα. Ήταν πολύ μαλακό το χώμα και η αίσθηση ήταν σαν να πετάς, έπεφτε πολλή ώρα μιλάμε.

Θα κάνω τσιγάρο μόνος μου, θα αφήσω τα μαλλιά μου να μου μπουν στο πρόσωπο και ας είναι κοντοκουρεμένα.
Έρχεται το καλοκαίρι.
Το ζεσταμένο τσιμέντο της ταράτσας μου έχει κάνει τον κώλο ψητό μιλάμε.

1 comment:

it is said...

Λείπει το φάντασμα από το μέλλον... ή όχι?