Tuesday, May 25, 2010

ερωτικο



Ένα ταξίδι με τραίνο, μυρίζουνε οι άνθρωποι μέσα ιδρώτα και άγχος, τα καθίσματα έχουν ακόμα απάνω τους προηγούμενους ταξιδιώτες, άραγε συναντήθηκαν με πρόσωπα αγαπημένα, βρήκανε χαρά ή ταξιδεύανε για λύπη;
Κάθομαι. Απέναντι μου ένας τυπάκος νυσταγμένος, το τραίνο φεύγει πρωί, ακόμα  δεν κάθισε και έκλεισε τα μάτια, μάζεψε τα πόδια, ονειρεύεται πριν καν αφήσουμε την αποβάθρα.
Αποβάθρα μωρό μου όμορφο. Σαν καράβι.
Σαν ωκεανός τεράστιος, απροσπέλαστος, θάλασσα χρόνων και εμπειριών.
Σαν λιμάνι -  και πόσα δεν αλλάξαμε και οι δυο μας, ε;

Την μια στιγμή σκέφτομαι τον λαιμό σου, κοιτάζω έξω και είναι κάμποι παντού. Πράσινοι, εορταστικοί και πένθιμοι μαζί, γιατί σου ξεμακραίνω. Συννέφιασε, έκανε σκιά ο ουρανός να σπάσει τη ζέστη, σκοτείνιασα και εγώ και σκέφτομαι τέλη και πανικούς νυχτερινούς. Τι βλάκες που είναι οι άνθρωποι, μέσα στην ευτυχία να ερωτοτροπούν με τα σκοτάδια, τι θέλω να τα σκέφτομαι αυτά; Μήπως για να αντισταθμίσω την καρδιά μου που δεν χωράει εκεί μέσα; Μήπως είναι φυσική επιλογή, για να χαρείς πρέπει να ξέρεις να πονάς; Μήπως για να έχω το αντίθετο στο νου μου όσο ζω το αντίθετο του;

Δεν με νοιάζει.

Περνάει το τραίνο πάνω από ποτάμι τώρα, κοιτάζω τα νερά και σκέφτομαι το σώμα σου. Το βλέπω μπροστά μου, κρυμμένο το κεφάλι μου στην αγκαλιά σου, με σφίγγεις δεν με αφήνεις να σε δω, βάζω δύναμη να σπάσω την αγκαλιά, να σε δω στο λίγο φως που μπαίνει από το παράθυρο, εκτεθειμένη, γυμνή. Το πρόσωπο σου χωρίς άμυνες. Το βλέμμα σου δικό μου, το κορμί σου. Ικετεύουν τα μάτια σου να μην σε πληγώσω και παραδίνονται μαζί, τι θεϊκοί που είναι οι άνθρωποι, να ζούνε όλα αυτά σε μία στιγμή, να φτιάχνουνε καινούργια συναισθήματα χωρίς όνομα για να βιώνουνε ο ένας τον άλλον.
Φόβος και χαρά μαζί. Πόθος, κίνδυνος, πληρότητα και πάλι φόβος.
Τι να σου απαντήσω, τι να σου πω, που νιώθω ακριβώς τα ίδια;
Μέσα σου θα κρυφτώ, να σου πει το σώμα μου όσα δεν μπορώ με λέξεις.
Να με καταλάβεις.

Δίπλα στις γραμμές ένα νεκροταφείο και η ζωή που νιώθω θα τους ανάσταινε όλους εκεί μέσα, αν σταματάγαμε για λίγο να τους επισκεφτούμε.
Ζωή: όπως όταν κοιμάμαι και σε νιώθω κοντά.
Ζωή: όπως όταν σε ξαναβλέπω μετά από ώρες.
Και ξαφνικά ο θάνατος με τρομάζει πάλι, με απειλεί, τι παραπλανημένοι που είμαστε οι άνθρωποι, να πιστεύουμε μέσα στη χαρά μας πως είμαστε για πάντα.

Για λίγο είμαστε ευτυχώς.
Αλλιώς αυτά που νιώθουμε, θα ήταν λίγα.

Τι τυχεροί που είμαστε.
Τι τυχερός που είμαι.
Σε τραίνο εγκλωβισμένος να απομακρύνομαι και όσο πιο μακριά πηγαίνω, τόσο να κλείνει το κενό μέσα μου, γεμίζει από σένα.

Σαν μια κουκίδα είμαι που χορεύει στην περιφέρεια ενός κύκλου.

Όπου κι αν φτάσει το τραίνο, το κέντρο θα 'σαι εσύ.  

Friday, May 14, 2010

Star Gazing



"Να περνάς," του είπα. Η φωνή μου ήταν βραχνή, προφασίστηκα τσιγαρόβηχα και καθάρισα τον λαιμό μου.
Κοιτάγαμε κάτω, την κοιμισμένη γειτονιά. Όταν πρωτοσκάει το καλοκαιράκι έχω ραντεβού μαζί του πάνω, στη ταράτσα. Από τότε που ήταν δεκαεφτά, έχουμε αυτό το σταθερό ραντεβού. Αράζουμε βραδάκι, με τα πόδια μας να κρέμονται και κάνουμε τσιγάρα, τα λέμε. Έρχεται ο πιτσιρικάς, ο μπαγάσας κάθε χρόνο ίδιος. Μακρύ μαλλί, σκισμένο τζιν, σκουλαρίκι και μόστρα. Κάθε χρόνο του λέω : "'Έννοια σου και θα σου φύγει η μόστρα." Κάθε χρόνο γελάει σαρδόνια και μου δείχνει κωλοδάχτυλο. Πίνουμε μαυροδάφνη, εγώ δεν τρελαίνομαι πια αλλά αυτός είναι ακόμα πωρωμένος με Καρυωτάκη, τι να του πεις;
Κοιτάμε την γειτονιά που μεγάλωσα, τον μικρό στενό δρόμο, εκεί στη γωνία ο Δημήτρης χώθηκε μια μέρα σε ένα λάκκο με ασβέστη και βγήκε κλαίγοντας, χιονάνθρωπος με σορτσάκι, δεν θυμάμαι πόσο γέλαγα, μα τι μαλάκας κι εγώ αλλά τι να κάνω; Παίζαμε κάτι που περιλάμβανε τρέξιμο κι αυτός δεν είδε τον λάκκο και παρ 'τον μέσα, να ουρλιάζει η μάνα του, τον έπλυνε με μάνικα μπροστά στα μάτια όλων μας.
Τα λέμε με τον μικρό κάθε που μπαίνει καλοκαίρι, κάθε που ξυπνάνε τα κουνούπια, κάθε που ο αέρας μυρίζει φύλλα και γρασίδι και ήλιο και το βραδάκι δροσίζει με ιδρώτα, που ακούς σιγά σιγά τον κόσμο να βγαίνει στα μπαλκόνια για να δει τηλεόραση και ανεβαίνουν οι τέντες και γίνεται όλη η γειτονιά σπίτια με μπλε παράθυρα που αναβοσβήνουν. Μου λέει τα νέα του.
Άλλα θυμάται, πόσα έχουν αλλάξει, έχεις μείνει πίσω αδερφέ. Κουνάει το κεφάλι του και καπνίζει, δεν μιλάει αλλά το ξέρω ότι εγκρίνει και ας μην το παραδέχεται, είναι κολλημένος σε άλλες εποχές ο μικρός.
Σε άλλες εποχές.
Καμιά φορά φεύγει χωρίς να πει τίποτα. Ίσα που τον παίρνω χαμπάρι να σαλεύει, πριν γυρίσω την έχει κάνει. Άλλες φορές δεν λέει να ξεκολλήσει, με μεθάει και καθόμαστε μέχρι το πρώτο φως. Λέμε για τα παλιά. Τώρα τελευταία του λέω και για τα καινούργια και έχει αρχίσει να ξενερώνει, δεν του αρέσουν, δεν του αρέσει η αλλαγή λέει αλλά του αρέσει. Έχει συνηθίσει να είναι άλλος λέει και κάτι τέτοιες παπαριές.
Τώρα τελευταία με τον μικρό, δεν έχουμε και πολλά να πούμε, πέφτουν κάτι αμήχανες σιωπές, κάτι περίεργες μελαγχολίες, αν ήξερα καλύτερα θα του έλεγα πως είναι οι αμηχανίες του αποχωρισμού αλλά δεν ξέρω καλύτερα, εγώ θυμάμαι αυτόν. Σαν να μη θέλει κανένας να το πει αλλά ξέρεις τι, τελικά μερικές φορές δεν χρειάζεται να το λες το γεια.

Μερικές φορές το γεια έρχεται χωρίς να έχει γίνει τίποτα, χωρίς να πεις αντίο και έχεις φύγει. Έτσι απλά.
"Να περνάς ρε," του λέω αλλά δεν το πολυπιστεύω.
Θα σταματήσει να έρχεται ο πιτσιρικάς. Θα πάει να ζήσει τη ζωή του. Θα του φύγει η μόστρα και θα τον προλάβει κι αυτόν το καλοκαίρι, οι μυρωδιές, Τι να του πω; Θα τα δει.

Θα κάνω τσιγάρο μόνος μου.
Τώρα τελευταία σκάει ένας καινούργιος τύπος που τα λέει ωραία. Με αυτόν ταιριάζω πιο πολύ. Δεν το ξεκωλώνουμε με μαυροδάφνες. Καμιά Heineken, κανα τσιγαριλίκι. Γελάμε με ότι έχει έρθει, έχει πολύ πλάκα, κάνει ότι πηδάει και μετά ξεκαρδιζόμαστε. Όποτε φεύγει μου το λέει, είναι πολύ συνεπής, γουστάρει κι αυτός τη παρέα, τα λέμε και κοιτάζουμε την κοιμισμένη γειτονιά, την ξέρει ο τύπος σαν τη παλάμη του.
Σε εκείνη την οικοδομή, όταν χτιζόταν, είχε βουτήξει από το παράθυρο του πρώτου στη τρύπα για το γκαράζ που ακόμα ήταν χώματα σκαμμένα. Δεν έπαθε τίποτα. Ήταν πολύ μαλακό το χώμα και η αίσθηση ήταν σαν να πετάς, έπεφτε πολλή ώρα μιλάμε.

Θα κάνω τσιγάρο μόνος μου, θα αφήσω τα μαλλιά μου να μου μπουν στο πρόσωπο και ας είναι κοντοκουρεμένα.
Έρχεται το καλοκαίρι.
Το ζεσταμένο τσιμέντο της ταράτσας μου έχει κάνει τον κώλο ψητό μιλάμε.