Monday, April 12, 2010

TEMPEST



Χτες φοβήθηκα.
Οι άντρες λέει δεν φοβούνται, αλλά αυτός που μου το είπε κλαίει πιο γοερά από όλους. Μία φορά στα δέκα χρόνια. Μου είπε επίσης πώς στα δύσκολα πρέπει να οχυρώνεσαι, να καλείς τα στρατεύματα γύρω σου, να ανεβάζεις τις γέφυρες και να επανδρώνεις τις επάλξεις με τοξότες.
Μου είπε πως το να φανερώνεις αδυναμία ισούται με θάνατο, λιθοβολισμό ή αγχόνη για δειλία.
Χτες φοβήθηκα.

Αρχικά, είναι σαν καταιγίδα. Σε κάμπο ίσο, χωρίς κρυψώνα, δέντρο ή βράχο. Τα σύννεφα μαζεύονται απειλητικά, τεράστιοι γίγαντες από γκρίζο, ακριβό μετάξι που πάλλεται. Ο ορίζοντας λυγίζει από το βάρος τους, τα ζώα τρέχουν μανιασμένα να προστατέψουν τα μικρά τους, τα λουλούδια γέρνουν προς το χώμα, μη τα σπάσει ο αέρας και η βροχή. Η πλάση συμπεριφέρεται όπως πριν από σεισμό, όταν φοβάμαι. Πουλιά πετάνε υστερικά προς την αντίθετη κατεύθυνση από αυτήν που έχω καρφωμένο το βλέμμα μου, ανήμπορος, παγωμένος, το στομάχι μου με πονάει και τα δάχτυλα μου έχουν νεκρώσει. Όλα γύρω αποφεύγουν τους κακιασμένους γίγαντες, τα σύννεφα που φουσκώνουν, μαυρίζουν από οργή, ουρλιάζουν, μπλε λάμψεις στις κοιλιές τους, μάτια από άνεμο και ομίχλη, με κοιτάνε. Έρχονται.

Ύστερα, είναι σαν εφιάλτης, όνειρο που δεν έχει ξυπνημό. Στερεωμένος σε ένα σημείο, τα πόδια μου είναι πηλός που τρέμει, τριγύρω νεκρική ηρεμία σαν σε τάφο, από πάνω μου και παντού μαύρο, τα σύννεφα δεν είνα σύννεφα πια, είναι εβένινη κουρτίνα που έχει κρύψει για τα καλά τον ουρανό, έχει σκοτεινιάσει. Ένα τιτάνιο θηρίο που ίπταται είναι τα σύννεφα, όλα σιωπούν κάτω από το μεγαλείο του, ο φόβος. Αρχίζουν οι κεραυνοί και οι αστραπές να ουρλιάζουν, ασπρίζει ο κάμπος σε κάθε ξέσπασμα, τα πάντα γίνονται ασπρόμαυρα για ένα δευτερόλεπτο, σαν αρνητικό φωτογραφίας, τόση μοναξιά, τρέμω καταμεσής του λιβαδιού, χωρίς κάπου να τρέξω, σκάνε οι κεραυνοί δίπλα μου, είναι θέμα χρόνου μέχρι να με πετύχει κάποιος και να με κάνει στάχτη, όλα μυρίζουν ηλεκτρισμό και νωπό χώμα αλλά δεν έχει βρέξει ακόμη. Το νερό περιμένει ψηλά.

Όλα όσα δεν έχω κάνει, όλα όσα δεν έγινα αλλά ονειρεύτηκα, όλα όσα θέλω να προσφέρω και να ζήσω αλλά είναι λειψά μέσα μου, ό,τι ψιθύρισα τρομαγμένος τώρα ζωντανεύει μες τον κάμπο, γύρω μου παντού,στέκομαι ανήμπορος, τόσο ανήμπορος, ο φόβος.
Πού είνα το κάστρο σου βλάκα; Πού οι επάλξεις και τα στρατεύματα; 

Μετά, η μανιασμένη θύελλα, το κρεσέντο σε αυτή τη συμφωνία, κρύο νερό που πέφτει πάνω σε όλα, μαζί με άνεμο, τυφώνα, ξεριζώνει τα χόρτα και τα λουλούδια, με τυφλώνει, με μαστιγώνει, η φωνή μου είναι ένα τίποτα, ποιός να με ακούσει, τα ζώα ξεπαστρεύονται, τα μικρά τους χαμένα, ορφανά, χωρισμένα από τις ζεστές γούνες, όσα μπορούν να τρέξουν καίγονται από τους κεραυνούς, όσα πετάνε είνα καταδικασμένα. Μόνος.

Ένα χέρι πάνω στο δικό μου, ζεστά δάχτυλα μπλεγμένα με τα δικά μου τα νεκρικά, μια φιγούρα μέσα στη θύελλα. Δίπλα μου. Χαμογελάει. Χαμογελάει.
Δεν βλέπει; Δεν καταλαβαίνει;  Δεν φοβάται;
Κοιτάζω ξανά.

Βλέπω τον καθαρό ουρανό, την απογευματινή αύρα να χαϊδεύει τα χόρτα, μυρίζει γιασεμί ο αέρας, ο κάμπος είναι γεμάτος ζωή, απείραχτα τα ζωντανά που κυνηγιούνται παιχνιδιάρικα, μέλισσες σε χορό, μπλε και κίτρινο και πορτοκαλί το φόρεμα της φύσης, ο φόβος νεκρός.

Μια αγκαλιά. Ένα ζεστό φιλί δίπλα στα μάτια.

Αυτά έχω να αντιτάξω στο κάστρο το κλειδωμένο με τους φρουρούς και τις ανεβασμένες γέφυρες.

Χτες φοβήθηκα πολύ.
Και πέρασε.

No comments: