Tuesday, April 20, 2010

PRESS ENTER FOR SETUP



"Βρε, βρε, για να δούμε τι έχουμε εδώ," είπα με μια φωνή σαν μπάρμπας αν και δεν ξέρω πως ακούγονται οι μπάρμπες. Σαν μπάρμπες μάλλον. Μπάρμπες είναι κάτι παππούδες χοντροί που κάθονται στα καφενεία και πειράζουν τις κοπελίτσες με τα φουστανάκια, όταν μπαίνει η άνοιξη.
Τέλος πάντων, έτσι ακούστηκα κοιτάζοντας την ανοιγμένη κοιλιά του υπολογιστή του κολλητού μου.
Δεν έχω μεγάλη σχέση με το εσωτερικό των υπολογιστών. Ας πούμε, δεν είμαι σίγουρος, ποιό καλώδιο είναι για την τροφοδοσία και ποιό για... τα υπόλοιπα πράγματα που χρειάζεται ένα device αλλά, άμα κάτι κουμπώνει, το κουμπώνω ρε παιδί μου.
If you know what I mean.
Την παλεύω, εννοώ.
Του 'χε καεί ο σκληρός του κολλητού, χρειαζόταν να δουλέψει και οι υπόλοιποι κολλητοί που ξέρουν περισσότερα πράγματα, ήταν απασχολημένοι. Αγόρασε άλλον σκληρό δίσκο, ήθελε να τον εγκαταστήσω και να του περάσω και τα windows.
"Ναι, ρε το 'χω, φέρ' τον από 'δω και όλα θα γίνουν," του είπα στο τηλέφωνο και μόλις το 'κλεισα πήρα τον γκόμενο της αδερφής μου που είναι και γαμώ τα παιδιά και μου είπε πώς να μπω στο bios να κάνω partition.

"Εντάξει, νομίζω πως το έχω ρε, κάτσε να φέρω κατσαβίδι," είπα χωρίς να φανώ αγχωμένος.
"Να πάω να δω λίγο τα mail μου στον άλλον, όσο κάνεις δουλειά;" με ρώτησε. Κλασσικός κολλητός, αλλά καλύτερα. Την εγχείρηση ήθελα να την κάνω με ησυχία, μόνος μου, χωρίς να κοιτάει πάνω από τον ώμο μου κανείς, όπως πρέπει να γίνονται οι εγχειρήσεις.
Πήγε και άραξε μέσα, πήρα εγώ το πτώμα στα πόδια μου και με τη βοήθεια ενός φακού, κοίταξα τα εντόσθια.
-
Έχεις πολλά καλώδια φιλαράκι που δεν κολλάνε πουθενά, σκόνη πολλή και παλιά κάρτα, ξεπερασμένη, ξεπερασμένος είσαι. Αλλά τραβάς ακόμη φιλαράκο, ε; Κάτσε να σου ισιώσω λίγο αυτό εδώ το μαύρο καλώδιο, που έχει οχτακόσιεςδεκατρείς εξόδους και άλλα τόσα βύσματα και που μάλλον θα πρέπει να συνδέσω στον καινούργιο σκληρό. 
Τι μνήμες διατρέχουν αυτές τις φλέβες, τις κόκκινες και τις κίτρινες, πολλά καλώδια, θα τα βρούμε όλα, μην αγχώνεσαι. Αυτό πάει εδώ. Και αυτό εκεί. Κάτσε πρέπει να το ξαναβγάλω γιατί δεν περνάει το άλλο τώρα. Αυτό εκεί που κούνησα δεν έσπασε, ε; Εκεί πίσω, τι είναι αυτό; Τσιπάκι, τρανζιστοράκι, αγωγός, πηνίο, τι σκατά είναι;  Τι είναι όλα αυτά που σε κάνουν να λειτουργείς; Κάπου βλέπω ένα σημάδι από τότε που έπεσες και έγδαρες το γόνατο σου στα οχτώ σου, πόναγε το άτιμο για βδομάδες, η μάνα σου είχε τρελαθεί, σου άλλαζε επίδεσμους κάθε μέρα, αυτό δεν ήταν γδάρσιμο, ξεπέτσιασμα ήταν. Χρόνια μετά, της έλεγες την ιστορία και γελάγατε, με το γόνατο και το ποδήλατο που αποφάσισε να μην φρενάρει. 
Αυτό πάει εκεί μέσα, πάνω του μπλέκεται το κίτρινο καλώδιο αλλά δεν βλέπω να κολλάει πουθενά, θα το αφήσω δίπλα, να κάνει παρέα σε εκείνο το πράσινο καλώδιο που μπαίνει στο dvd player. Αυτή πρέπει να είναι η γείωση. Εκείνο το παρκάκι που έκατσες και έκλαψες, την πρώτη φορά που κάποια σε παράτησε. Δεν ήθελες να δεις κανέναν, δεν ήθελες να σε δει κανένας αλλά σε είδε η κυρά Φωτούλα από δίπλα και σου είπε "Αγόρι μου τι έχεις;" και εσύ είπες τίποτα. Μα την μαλακισμένη, ποτέ δεν περνούσε από 'κει, τώρα βρήκε;
Να βιδώσω τον σκληρό πάνω στο μεταλλικό πλέγμα, όχι ρε πούστη μου, μου έπεσε η μία βιδούλα μέσα στο κουτί. Ανάποδα όλο το κουτί, να το ταρακουνήσω να πέσει η βιδούλα, το χέρι δεν χωράει, θα σπάσω τίποτα και δεν λέει, περίπου σαν τη φορά που μέθυσα με τον τότε αδερφό μου στο Λουτράκι και ξερνάγαμε στη παραλία μέχρι το πρωί, το πρώτο μου μεθύσι, ήπια εννιά Bacardi με cola, δεν το έχω ξανακουμπήσει αυτό το ποτό από τότε. Και όταν πήρε να ξημερώνει, μια χαρά, ήμουν ζωντανός, ξερατά πάνω στο πουκάμισο μου, πάνω στο πουκάμισο του αδερφού, εκείνος δεν πρέπει να ζει πια, νομίζω, φοβάμαι να μάθω. Μία χαρά, μία ευτυχία μέσα μας, την πήρε ο αέρας εκεί στο Λουτράκι, ακόμα εκεί είναι και την μυρίζω όποτε τύχει να περάσω από κείνα τα μέρη. 
Όλα έτοιμα; Να σε βάλω στο ρεύμα, να πατήσω το κουμπί και να κρατήσω την ανάσα μου. Όλα καλά. Σκούζεις από ζωή, τα κυκλώματα όλα λειτουργούν, δεν πρέπει να έχω κάνει βλακεία. 
"Όλα καλά;" φωνάζει από μέσα ο κολλητός. 
Όλα καλά. Βάζω το cd για να κάνω την εγκατάσταση. 
Βλέπεις;

Πήρες να μεγαλώνεις και πόσους σκληρούς έχεις κάψει, "Και τι έγινε;" θα μου πεις, θα μου εγκαταστήσεις καινούργιους, θα μάθεις να το κάνεις καλά, θα γίνεις εξπέρ, όλοι θα έρχονται σε σένα για τους υπολογιστές τους. 
Μα εγώ θέλω μόνο εσένα να έρχεσαι σε μένα. Πώς γίνεται βρε; Πώς γίνεται μετά από τόσα; Πώς μπορείς να ξαναλειτουργείς σαν να είναι όλα καινούργια; Ένα καινούργιο λειτουργικό είναι η απάντηση, τραβάω τα καλώδια σου, σε σκαλίζω και το καταλαβαίνω, πήρα να βουρκώνω πάνω από τα ανοιγμένα σου εντόσθια και φοβάμαι μην σε βραχυκυκλώσω, μπροστά από την οθόνη κάθομαι και με καλωσορίζουν τα windows, όλα καλά κολλητέ, σε λίγο τελειώνουμε. 
Φρέσκια αρχή. 
Αγαπητοί κατασκευαστές, πόσες ευτυχίες χωράει το λειτουργικό μου; 
Αν μου χαλάσει, να σας το φέρω να τα ξανακάνουμε όλα καινούργια; 
Δεν μπορεί να είναι τόσο απλό. 
Χαχαχαχαχα. 
Δεν μπορεί να είναι τόσο απλό.

Αυτό εκεί το κόκκινο κουτάκι κάτω από το ανεμιστηράκι είναι για τον έρωτα που χωράω; 
Όλο δικό μου;
Για να το γεμίσω; 
Αλήθεια; Και αγάπη; 
ΟΛΟ ΔΙΚΟ ΜΟΥ; 
ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟ;

Κολλητέ....
Όλα καλά ρε....
Με γειά...

Τίποτα,  μην το ξαναπείς. 
Χαρά μου ρε. 

Χαρά μου


Monday, April 12, 2010

TEMPEST



Χτες φοβήθηκα.
Οι άντρες λέει δεν φοβούνται, αλλά αυτός που μου το είπε κλαίει πιο γοερά από όλους. Μία φορά στα δέκα χρόνια. Μου είπε επίσης πώς στα δύσκολα πρέπει να οχυρώνεσαι, να καλείς τα στρατεύματα γύρω σου, να ανεβάζεις τις γέφυρες και να επανδρώνεις τις επάλξεις με τοξότες.
Μου είπε πως το να φανερώνεις αδυναμία ισούται με θάνατο, λιθοβολισμό ή αγχόνη για δειλία.
Χτες φοβήθηκα.

Αρχικά, είναι σαν καταιγίδα. Σε κάμπο ίσο, χωρίς κρυψώνα, δέντρο ή βράχο. Τα σύννεφα μαζεύονται απειλητικά, τεράστιοι γίγαντες από γκρίζο, ακριβό μετάξι που πάλλεται. Ο ορίζοντας λυγίζει από το βάρος τους, τα ζώα τρέχουν μανιασμένα να προστατέψουν τα μικρά τους, τα λουλούδια γέρνουν προς το χώμα, μη τα σπάσει ο αέρας και η βροχή. Η πλάση συμπεριφέρεται όπως πριν από σεισμό, όταν φοβάμαι. Πουλιά πετάνε υστερικά προς την αντίθετη κατεύθυνση από αυτήν που έχω καρφωμένο το βλέμμα μου, ανήμπορος, παγωμένος, το στομάχι μου με πονάει και τα δάχτυλα μου έχουν νεκρώσει. Όλα γύρω αποφεύγουν τους κακιασμένους γίγαντες, τα σύννεφα που φουσκώνουν, μαυρίζουν από οργή, ουρλιάζουν, μπλε λάμψεις στις κοιλιές τους, μάτια από άνεμο και ομίχλη, με κοιτάνε. Έρχονται.

Ύστερα, είναι σαν εφιάλτης, όνειρο που δεν έχει ξυπνημό. Στερεωμένος σε ένα σημείο, τα πόδια μου είναι πηλός που τρέμει, τριγύρω νεκρική ηρεμία σαν σε τάφο, από πάνω μου και παντού μαύρο, τα σύννεφα δεν είνα σύννεφα πια, είναι εβένινη κουρτίνα που έχει κρύψει για τα καλά τον ουρανό, έχει σκοτεινιάσει. Ένα τιτάνιο θηρίο που ίπταται είναι τα σύννεφα, όλα σιωπούν κάτω από το μεγαλείο του, ο φόβος. Αρχίζουν οι κεραυνοί και οι αστραπές να ουρλιάζουν, ασπρίζει ο κάμπος σε κάθε ξέσπασμα, τα πάντα γίνονται ασπρόμαυρα για ένα δευτερόλεπτο, σαν αρνητικό φωτογραφίας, τόση μοναξιά, τρέμω καταμεσής του λιβαδιού, χωρίς κάπου να τρέξω, σκάνε οι κεραυνοί δίπλα μου, είναι θέμα χρόνου μέχρι να με πετύχει κάποιος και να με κάνει στάχτη, όλα μυρίζουν ηλεκτρισμό και νωπό χώμα αλλά δεν έχει βρέξει ακόμη. Το νερό περιμένει ψηλά.

Όλα όσα δεν έχω κάνει, όλα όσα δεν έγινα αλλά ονειρεύτηκα, όλα όσα θέλω να προσφέρω και να ζήσω αλλά είναι λειψά μέσα μου, ό,τι ψιθύρισα τρομαγμένος τώρα ζωντανεύει μες τον κάμπο, γύρω μου παντού,στέκομαι ανήμπορος, τόσο ανήμπορος, ο φόβος.
Πού είνα το κάστρο σου βλάκα; Πού οι επάλξεις και τα στρατεύματα; 

Μετά, η μανιασμένη θύελλα, το κρεσέντο σε αυτή τη συμφωνία, κρύο νερό που πέφτει πάνω σε όλα, μαζί με άνεμο, τυφώνα, ξεριζώνει τα χόρτα και τα λουλούδια, με τυφλώνει, με μαστιγώνει, η φωνή μου είναι ένα τίποτα, ποιός να με ακούσει, τα ζώα ξεπαστρεύονται, τα μικρά τους χαμένα, ορφανά, χωρισμένα από τις ζεστές γούνες, όσα μπορούν να τρέξουν καίγονται από τους κεραυνούς, όσα πετάνε είνα καταδικασμένα. Μόνος.

Ένα χέρι πάνω στο δικό μου, ζεστά δάχτυλα μπλεγμένα με τα δικά μου τα νεκρικά, μια φιγούρα μέσα στη θύελλα. Δίπλα μου. Χαμογελάει. Χαμογελάει.
Δεν βλέπει; Δεν καταλαβαίνει;  Δεν φοβάται;
Κοιτάζω ξανά.

Βλέπω τον καθαρό ουρανό, την απογευματινή αύρα να χαϊδεύει τα χόρτα, μυρίζει γιασεμί ο αέρας, ο κάμπος είναι γεμάτος ζωή, απείραχτα τα ζωντανά που κυνηγιούνται παιχνιδιάρικα, μέλισσες σε χορό, μπλε και κίτρινο και πορτοκαλί το φόρεμα της φύσης, ο φόβος νεκρός.

Μια αγκαλιά. Ένα ζεστό φιλί δίπλα στα μάτια.

Αυτά έχω να αντιτάξω στο κάστρο το κλειδωμένο με τους φρουρούς και τις ανεβασμένες γέφυρες.

Χτες φοβήθηκα πολύ.
Και πέρασε.

Friday, April 09, 2010

14. 399



Μου είπε: "Να γίνουμε λίγο τρελοί;"
"Τι σημαίνει αυτό;" ρώτησα.

"Να κάτσε εδώ και κοίτα τον κόσμο να περνάει. Ένα πρωινό με καλό καιρό, δες τους ανθρώπους να μπαίνουν στο μετρό, στο Σύνταγμα. Χιλιάδες πρόσωπα, χιλιάδες, έλα να παίξουμε ένα παιχνίδι, θα προσπαθείς να απομνημονεύσεις τα πρόσωπα τους, όλα. Μετά θα πάμε να σου πάρω ένα μπλοκ με χιλιάδες σελίδες και χρωματιστά μολύβια που σου αρέσουν  και μια καινούργια γόμα και θα κάτσεις να τα ζωγραφίσεις όλα, ένα-ένα."

"Δεν υπάρχουν μπλοκ με χιλιάδες σελίδες."

"Θα παραγγείλουμε να μας φτιάξουν. Περπάτα μέσα στη πόλη ένα απόγευμα με καθαρό ουρανό, να καταλήξεις πάνω σε ένα λόφο και να δεις τον ήλιο να δύει πίσω από τις πολυκατοικίες, μετά να βρεις ένα ουζάδικο σε κάποιο σοκάκι και να πάρεις τους φίλους τηλέφωνο, να βρεθείτε και να πιείτε μέχρι να γελάτε χωρίς να ξέρετε γιατί, να μυρίζει η ανάσα ούζο και κρασί, ο σβέρκος σου να έχει ιδρώσει από τη μέρα και τα γέλια και το ποτό, μετά να έρθεις σπίτι και να σε κάνω μπάνιο, να κάνουμε μπάνιο μαζί. Μετά, μια άλλη μέρα, θα γυρίσω κουρασμένη από τη δουλειά και θα κάτσουμε στο μπαλκόνι που βλέπει στον ακάλυπτο και θα καπνίσουμε χωρίς να μιλάμε, εσύ θα διαβάζεις και εγώ θα καπνίζω και θα σε χαζεύω. Θα έρθει το Σαββατοκύριακο και θα ξυπνήσουμε αργά, η μυρωδιά από τον καφέ θα πλημμυρίσει το σαλόνι και η μέρα θα περάσει και δεν θα μας νοιάζει, οι μέρες θα περάσουν. Σε κάποιο ραντεβού, σε είδα από μακριά και ερωτεύτηκα το βλέμμα σου το αγχωμένο, ήθελες να περάσεις τον δρόμο, δεν σε άφηναν τα αυτοκίνητα. Σαν μικρό παιδί, χαμένο, τους ανθρώπους τους καταλαβαίνεις καλύτερα όταν τους κοιτάς την ώρα που εκείνοι νομίζουν ότι δεν τους βλέπει κανείς. Τους ανθρώπους τους καταλαβαίνεις καλύτερα όταν τους κοιτάς."

Κ γω είπα:

"Δεν είμαι συνηθισμένος. Ούτε σαν άνθρωπος, ούτε σε κάτι. Οι συνήθειες μου με οδήγησαν σε ένα δωμάτιο άδειο, στη γωνία ένα μαξιλάρι κιτρινισμένο από ιδρώτα και στο κέντρο ένα κερί, μοναχικό. Με τον αναπτήρα μου ανάβω το κερί, αμέσως το φυσάω και σβήνει. Για να τελειώσει το κερί, πρέπει να το κάνω αυτό 14.400 φορές. Εσύ είσαι βροχή. Λίγο να ανοίξω το παράθυρο, θα παρασύρεις τη φλόγα, θα την κάνεις καπνό, θα μουλιάσουν τα ρούχα μου και το μαξιλάρι θα επιπλέει σε λίμνη από σένα. Όταν συναντάω σκυλιά στον δρόμο, σταματάω και τους μιλώ, σαν να 'ταν άνθρωποι. Το αστείο είναι ότι μου απαντάνε τις περισσότερες φορές. Όταν ζωγραφίζω, θέλω να έρχεσαι και να μου δαγκώνεις τον ώμο, χωρίς να λες κάτι και γω να νευριάζω που με κούνησες και βγήκε η γραμμή λοξή. Το ωραίο με τα μολύβια είναι οι γόμες. Που σβήνεις και ξαναγράφεις, ξαναγράφεις. Και αν είναι καλό το χαρτί, δεν φαίνεται καν η παλιά ζωγραφική. Μόνο λίγο, ίσα για να δώσει το βάθος στην εικόνα, σαν το τελικό αποτέλεσμα να έχει πίσω του μεγάλη ιστορία.
Θέλω
να μου πιάσεις το χέρι όταν τρέμει, να ζωγραφίσω τη βροχή. Να την κάνω ορμητική βροχή, να ξεπλύνει όλες τις παλιές μολυβιές, να μην χρειαστεί η γόμα, είσαι βροχή. Με τρελαίνει η μυρωδιά από τις νερομπογιές στο δωμάτιο. Αντί για νερό, θα βουτήξω το πινέλο μου στον ιδρώτα που κρέμεται από τον λαιμό σου, έτσι όπως είσαι ξαπλωμένη στον καναπέ, έξω ο ήλιος πολεμάει το παντζούρι, θα πάρω λίγο μπλε νερού και κόκκινο φωτιάς, θα κάνω μια μωβ βροχή να πέφτει πάνω σε μια μορφή που στέκεται μπροστά σε ένα κερί. Όταν μυρίζω τα δέντρα και το χώμα, μου έρχεται στο μυαλό το τρέξιμο σε αγρούς. Ψηλά χόρτα και γω γυμνός, ουρλιάζοντας, κοίτα με, κοίτα με. Μακριά, κεραυνοί.
Έχω να σου πω ιστορίες, τις μάζευα όλα αυτά τα χρόνια για να στις πω, να στις ψιθυρίσω και να στις φωνάξω και να κάνω περιγραφές τρελές, να κάνω φάτσες και μουτσούνες και χειρονομίες και συ να γελάς. Το γέλιο σου είναι βροχή.
Το γέλιο σου είναι θάλασσα.
Το άγγιγμα σου γέφυρα.
Το σώμα σου, δαίμονας ιερός."

Μετά δεν μιλήσαμε άλλο.

Χτες το βράδυ, ναι, μόλις χτες ήταν, σηκώθηκα και περπάτησα μέσα στο σκοτάδι. Έξω έβρεχε μωβ βροχές, γαλάζιους κεραυνούς. Μπροστά σε μία κλειστή πόρτα στάθηκα, το ξύλο της βρεγμένο. Κάποιος μέσα χαρούμενος έκλαιγε.
Έκλαιγε και τελείωνε το μέτρημα του το ατελέσφορο.

14. 399