Thursday, March 04, 2010

Subatomic Schizoparanoic Spring (S.S.S.)



Έλα κάτσε λίγο απέναντι μου, να σε κοιτάζω στα μάτια καθώς σου μιλάω. Θα σου έβαζα ποτό αλλά...

Οι γάτες έχουν ξεκινήσει να τρελαίνονται. Τα βράδια κυνηγιούνται ξέφρενα, πλακώνονται στο ξύλο και ουρλιάζουν, ταρακουνάνε τις τριανταφυλλιές στον κήπο και το πρωί βρίσκουμε τα πέταλα σκορπισμένα, κόκκινα και άσπρα παντού, σαν να χιόνισε πέταλα, τα τριαντάφυλλα γυμνά, φορώντας μόνο τα αγκάθια τους. Οι γυμνές τριανταφυλλιές μοιάζουν με πόδια εντόμων που ξεπροβάλλουν από το έδαφος, μια χθόνια εντομοφυλή που θέλει να κατακτήσει τον πλανήτη.
Γιατί στο 'πα τώρα αυτό;
Α, ήθελα να σου μιλήσω για τα λουλούδια που σου πήρα, δεν σε βρήκα τελικά και τα άφησα στην κουζίνα να σαπίζουν, μέσα σε ένα βάζο με μπλε νερό.

Εσύ και γω, πάμε πολύ παλιά πίσω, ε;

Έχω περάσει 33 χιλιάδες χρόνια να κρατιέμαι από δύο τεράστια δερμάτινα λουριά που είναι δεμένα σε ένα τεράστιο μαρμάρινο κεφάλι. Το κεφάλι είναι με ανοιχτό το στόμα, το στόμα είναι μεγάλο σαν δωμάτιο, φύλλα έχουν κολλήσει στα μαρμάρινα δόντια και κάποτε εκεί μέσα γέννησε μια λύκαινα και κάποιος έγραψε με κόκκινο σπρέι πάνω στον ουρανίσκο του αγάλματος μια λέξη, τώρα έχει ξεθωριάσει, πάμε πολύ πίσω εμείς οι δύο. Τα λουριά είναι μακριά, φτάνουν πέρα από το χείλος ενός τιτάνιου γκρεμού, εγώ στην άκρη τους να κρέμομαι πάνω από το χάος, κάθε φορά που κοιτάζω πίσω βλέπω το άγαλμα με ανοιχτό το στόμα να με κοιτάζει, τα μάτια του είναι ζωγραφισμένα με κίτρινα και τιρκουάζ χρώματα. Το τοπίο είναι πανέμορφο τριγύρω, λόφοι και δάση και ένα ποτάμι κάτω, μακριά, χάνεται στον ορίζοντα. Περιμένω έναν σεισμό να ξεκολλήσει το κεφάλι, να κυλήσει μπροστά, στην αρχή θα φαίνεται σαν να σκύβει, μετά απλά θα κυλήσει και μαζί θα φύγουμε στο κενό. 

Μαζί στο κενό και στη μοναξιά και στην ηρεμία. Μαζί και στα καλά.

Λοιπόν, επίτηδες έχουν φτιαχτεί οι εποχές. Δεν νομίζω πως ο πλανήτης θα είχε κάποιο ιδιαίτερο πρόβλημα αν ήταν συνέχεια χειμώνας. Ή καλοκαίρι. Έχουν φτιαχτεί οι εποχές για να καταλαβαίνουμε καλύτερα εμάς τους ίδιους.
Εγώ ας πούμε. Εσύ. Μου άρεσε πάντα να είμαι άνοιξη, τα περισσότερα όμως τα έχω μάθει τις φορές που ήμουν φθινόπωρο, τις πιο ζεστές αναμνήσεις τις έχω από τότε που ήμουν χειμώνας και όταν είμαι καλοκαίρι όλοι θέλουν να είναι δίπλα μου. Όταν ήταν καλοκαίρι, μια φορά, βούτηξα στα βαθιά και είδα από κοντά ένα σαλάχι. Μικρό ήταν, άσπρο σαν σελίδα που κολυμπούσε και τρόμαξα τόσο πολύ.

Με τρομάζεις τόσο πολύ. Με κάνεις και φοβάμαι, τα χέρια μου τρέμουν, κοίτα το τσιγάρο, σαν να χορεύει η κάφτρα από μόνη της. Ίσως αν χαμογελούσες λίγο.

Λέω να φύγω πάλι, κατά τον Ιούνιο, Ιούλιο, να πάω στο μέρος που γεννήθηκε ο Νταλί με ένα σάκο και ένα μπλοκ και κάρβουνα και ακουαρέλες. Να πάω να ζωγραφίσω το λιμάνι που ήταν το πατρικό του, να τον εκμηδενίσω, να κάνω τα κύματα της θάλασσας να φουσκώσουν και να ξεχάσουν όλοι τα λιωμένα του ρολόγια, να μάθουν όλοι για τα φουσκωμένα κύματα μου που με έχουν τρελάνει, να εξαπολύσω την ζωγραφική μου στον κόσμο και να φωνάξω δυνατά ότι ακόμα και αν δεν ξέρω να ζωγραφίζω τόσο καλά όσο εκείνος, είμαι πιο τρελός από αυτόν. Μάλλον θα πετάξω τις ζωγραφιές μου μέσα στο λιμάνι, φόρος τιμής, ας μείνει αυτός ο μεγάλος ζωγράφος και εγώ θα αρκεστώ με τη μυρωδιά της Ισπανίας.

Θα γυρίσω και θα στη μεταφέρω με κάθε λεπτομέρεια.

Σαν σκιά είσαι ώρες ώρες. Τα μάτια μου δεν εστιάζουν την μορφή σου, θολή και αναρωτιέμαι: φταίει ο τρόπος που κοιτάζω; Φταίει εκείνη η ουλή που χαράχτηκε πάνω στα βλέφαρα μου, αιώνες πριν; Ή μήπως είναι που κρατιέμαι;

Και τα σημάδια; Τα γαμημένα σημάδια;
Τα λουριά και οι εποχές και το μαρμάρινο κεφάλι και ο Νταλί και οι γάτες.
Να τα αγνοήσω δεν μπορώ.

Θα μείνεις τελικά; Να το βάλω εκείνο το ποτό;
Ωραία.
Αν ακούσεις θόρυβο δυνατό, μην τρομάξεις.

Καποιανού το μαρμάρινο κεφάλι έπεσε από τεράστιο γκρεμό και σκόρπισε σε εκατομμύρια πέταλα.

1 comment:

mandy said...

"επίτηδες έχουν φτιαχτεί οι εποχές"...
standard. Για να μην κουραζόμαστε και να μην κουράζουμε.

Καλή συνέχεια :)