Monday, March 29, 2010

Μαμά γερνάω κ γω....


Πήγα και τρόχισα τους κυνόδοντες μου, λέει ήταν πολύ μυτεροί, χαχα, και το 'χα καμάρι πάντα πως έμοιαζα με σκύλο. Και μου 'πε η οδοντίατρος μου "Χαμογελάς και τρομάζεις τον κόσμο καλέ" και είπα εντάξει φάτους.
Και αμέσως μαλάκωσα σαν άνθρωπος, να χαμογελάω και να νιώθω άνθρωπος, να σταματήσω να κυνηγάω άλλες φύσεις λέει.
Γερνάω μάνα.
Και είμαι τόσο χαρούμενος.
Που να με δεις στα καλά μου μάνα.
Τι άντρας έγινα. Που παίρνω αποφάσεις σοβαρές και χειρίζομαι το τιμόνι της ζωής μου, τι υπερηφάνεια, με κοιτάνε οι γύρω μου και δεν με νοιάζει τι σκέφτονται γιατί είμαι ολόκληρος και δεν φοβάμαι αλλά φοβάμαι τόσο, που το μαρτυράω μόνο στις αγκαλιές τα βράδια, τη μέρα είμαι πύργος. Πέτρα και σίδερο, να μην φοβάσαι για μένα. Νερό και λάσπη είμαι και όταν κάθομαι μέσα σε ταξί, βλέπω την αντανάκλαση μου στο τζάμι και έχει μια θλίψη το πρόσωπο αυτό που δεν του ταιριάζει.
Γι' αυτό κάνω τον κόσμο να γελάει.

Να μαγειρεύω δεν έμαθα ακόμα και ας ξέρω να φτιάχνω όλα τα φαγητά. Κοκκινιστό κοτόπουλο με ρύζι. Σε παρακαλώ. Άλλη μία φορά. Φοβάμαι να τρώω αυτό το φαγητό μάνα. Μου θυμίζει τότε που απλά το μόνο που είχα να κάνω ήταν μπάνιο και ύπνο μετά και δεν με ένοιαζε τίποτα άλλο. Σε καθαρά, αλλαγμένα σεντόνια. Σε μυρωδιές που ξἀπλωνα αλλοτινές, τώρα παλεύω με την σκόνη και είμαι τόσο χαρούμενος. Που είσαι;

Ερωτεύτηκα ξανά μάνα.
Ζω και είμαι καλά.
Πονάω και είμαι καλά.

Πιάνω το στήθος μου και κοιτάω το καλοκαίρι να έρχεται και κάτι πονάει εκεί μέσα, είναι σαν σκυλιά που κλαίνε το βράδυ και τη μέρα συνέχεια παίζουνε, όλα μαζί σε ένα τσουκάλι, μην μου δίνεις αυτό το ποτήρι να πιω, όχι μόνος μου, που είσαι; Και γέλια και χαρές και πόνος και απώλεια και πρέπει να βρω την άκρη να ορίσω τον καινούργιο εμένα και κάθε φορά που αλλάζω δεν έχω έναν μάρτυρα να θυμάται τον παλιό εμένα, να ξέρει, να πιστοποιεί την αλλαγή, να μου πει ένα μπράβο ή ένα όχι.

Έχεις φιλιά από τη αδερφή μου.
Να την έβλεπες. Την είδες.
Που έφτασε τελικά και ξεπέρασε εκείνα τα Χριστούγεννα που τσακωθήκατε και τα κουβάλαγε μέσα της, διαμάντι πολύτιμο να κουβαλάει, το άφησε στη παραλία στο Μάτι που μας πήγαινες, το άφησε το διαμάντι, να την δεις να γίνεται καλύτερη, που είσαι; Δεν θέλει μπρατσάκια πια. Που είσαι; Μέσα στις ανάσες μας και στις κουβέντες μας και τις πνιγμένες μας λέξεις, είναι το όνομα σου. Ε, ρε και να μας έβλεπες.

Που σε αφήνω σιγά σιγά. Και τη μυρωδιά σου και το πρόσωπο σου. Σταμάτησα να κοπανάω το δικό μου πρόσωπο στους τοίχους. Να με δεις να στρίβω πριν τρακάρω και πόσο μου πάνε τα γιλέκα και τα σακάκια, τελευταία φορά με είδες με μπουφάν και τζην. Να σου πω για τον σκατόκοσμο και την κρίση και πόσο σκοπεύω να αλλάξω το σύμπαν με το μαγικό μου το ραβδάκι και να μην με κοροϊδέψεις, να με ακούσεις, να ακούσεις τα όνειρα μου να αντηχούν μέσα από την ονειροπύλη μου να φτάνουν εκεί που είσαι, να δονούνται και να γίνονται κόσμος και σάρκα και αίμα. ΚΟΣΜΟΣ.

Να με δεις φίλο
Να με δεις οδηγό
Να με δεις συνάδελφο
Να με δεις καλά - να αγγίζω και να μοιράζομαι και να μιλώ.

Ταπεινά, αν και δεν πιστεύω σε θεούς, να ευχαριστώ τους θεούς που κάποτε, τυχαία δύο άνθρωποι μεγάλωσαν χωριστά και πόνεσαν και έπαιξαν και γέλασαν και γνωρίστηκαν και ερωτεύτηκαν και έκαναν δύο παιδιά.

Πνίγομαι.
Γελάω.
Γερνάω μάνα.


Θέλω τόσο να σου πω για την ομορφιά, με την ασχήμια της και το ξινισμένο γάλα στο ψυγείο που πρέπει εγώ να αλλάξω, να βγω να αγοράσω καινούργιο. Θέλω τόσο πολύ να σου πω....
Για την αγάπη και πόσο.
Στο λέω.

Στο λέω

Στο λέω χριστέ μου

Wednesday, March 10, 2010

Οι ωραίες Κυριακές


Περάσανε οι μέρες και έφτασε η Κυριακή.
Μια όμορφη Κυριακή είναι το μόνο πράγμα που ζητάω.
Φαντάσου.
Ούτε καν έχω γεράσει. Δεν είμαι καν εξήντα, να πίνω τον ελληνικό μου καφέ τις Κυριακές σε καφενεδάκια και να διαβάζω την εφημερίδα μου και να χαζεύω τα νεαρά ζευγαράκια που θα τσιλιμπουρδίζουν περνώντας μπροστά μου και εγώ να ζηλεύω τη νιότη τους, δεν είμαι καν αυτό, που θα 'ταν δικαιολογημένο.
Μια όμορφη Κυριακή είναι το μόνο που ζητάω.

Να ξυπνήσω και να με έχεις στο στόμα σου. Να μυρίζει το δωμάτιο σεξ από το βράδυ, πριν λίγες ώρες να έχουμε κοιμηθεί. Να 'μαστε κουρασμένοι και ξενυχτισμένοι, να μυρίζει η ανάσα μας σάλιο και μαξιλάρι, να πονάνε τα σκέλια μας.
Να σηκωθείς και να μου φτιάξεις καφέ και ας σου έχω υποσχεθεί εκατό φορές ότι θα σηκωθώ εγώ αύριο να τον φτιάξω.
Να σύρω το κορμί μου στο μπάνιο και να μπω κάτω από το ζεστό νερό, να βιάζομαι για να πιω καφέ και ξαφνικά να μπεις μαζί μου στη μπανιέρα, να κάνουμε έρωτα και οι καφέδες που έφτιαξες να κρυώνουν.
Έξω ο καιρός χαλασμένος, βροχή, κουβέρτα πάνω στον καναπέ, στέκομαι για λίγο στο παράθυρο, σου 'χω πει ότι μ' αρέσει να το κάνω αυτό ε; Θα βάλουμε ταινία στο dvd, θα κάτσουμε αγκαλιά να την δούμε, τρόμου είναι και στα πιο κρίσιμα σημεία θα γραπώνεσαι από το χέρι μου και μετά θα πρέπει να σταματάμε την ταινία για να γελάμε.
Να γελάω μαζί σου.
Να μαγειρέψεις για να φάμε.
Να κάνουμε έρωτα πάλι το απόγευμα.
Το βράδυ να πάμε πάλι στο σαλόνι με την πρόφαση μιας ταινίας, μόνο κ μόνο για να περάσει ο χρόνος και να ξανακαταλήξουμε στο κρεβάτι.
Να κοιμηθείς ιδρωμένη στην αγκαλιά μου και να κουρνιάσω δίπλα στα όνειρα σου, να δανειστώ λίγη απ' την ανάσα σου, να ταξιδέψω και γω πριν κοιμηθώ.

Να κάνουμε πως δεν πονάμε από το παρελθόν μας και οι δύο. Τουλάχιστον, έτσι να μας φαίνεται τις Κυριακές τις όμορφες. Να μοιάζει το ΠΡΙΝ με τις κατεστραμμένες σχέσεις και τους γονείς τους παράξενους, ανώδυνο. Να μοιάζει παλιό και οι Κυριακές μας, καινούργιες. Να μοιάζει η ζωή πιο ζωή και ας βρέχει έξω.

Μια όμορφη Κυριακή είναι το μόνο που ζητάω-
Κι όταν έρχεται αυτή,
φοβάμαι τόσο που γελάω-

Thursday, March 04, 2010

Subatomic Schizoparanoic Spring (S.S.S.)



Έλα κάτσε λίγο απέναντι μου, να σε κοιτάζω στα μάτια καθώς σου μιλάω. Θα σου έβαζα ποτό αλλά...

Οι γάτες έχουν ξεκινήσει να τρελαίνονται. Τα βράδια κυνηγιούνται ξέφρενα, πλακώνονται στο ξύλο και ουρλιάζουν, ταρακουνάνε τις τριανταφυλλιές στον κήπο και το πρωί βρίσκουμε τα πέταλα σκορπισμένα, κόκκινα και άσπρα παντού, σαν να χιόνισε πέταλα, τα τριαντάφυλλα γυμνά, φορώντας μόνο τα αγκάθια τους. Οι γυμνές τριανταφυλλιές μοιάζουν με πόδια εντόμων που ξεπροβάλλουν από το έδαφος, μια χθόνια εντομοφυλή που θέλει να κατακτήσει τον πλανήτη.
Γιατί στο 'πα τώρα αυτό;
Α, ήθελα να σου μιλήσω για τα λουλούδια που σου πήρα, δεν σε βρήκα τελικά και τα άφησα στην κουζίνα να σαπίζουν, μέσα σε ένα βάζο με μπλε νερό.

Εσύ και γω, πάμε πολύ παλιά πίσω, ε;

Έχω περάσει 33 χιλιάδες χρόνια να κρατιέμαι από δύο τεράστια δερμάτινα λουριά που είναι δεμένα σε ένα τεράστιο μαρμάρινο κεφάλι. Το κεφάλι είναι με ανοιχτό το στόμα, το στόμα είναι μεγάλο σαν δωμάτιο, φύλλα έχουν κολλήσει στα μαρμάρινα δόντια και κάποτε εκεί μέσα γέννησε μια λύκαινα και κάποιος έγραψε με κόκκινο σπρέι πάνω στον ουρανίσκο του αγάλματος μια λέξη, τώρα έχει ξεθωριάσει, πάμε πολύ πίσω εμείς οι δύο. Τα λουριά είναι μακριά, φτάνουν πέρα από το χείλος ενός τιτάνιου γκρεμού, εγώ στην άκρη τους να κρέμομαι πάνω από το χάος, κάθε φορά που κοιτάζω πίσω βλέπω το άγαλμα με ανοιχτό το στόμα να με κοιτάζει, τα μάτια του είναι ζωγραφισμένα με κίτρινα και τιρκουάζ χρώματα. Το τοπίο είναι πανέμορφο τριγύρω, λόφοι και δάση και ένα ποτάμι κάτω, μακριά, χάνεται στον ορίζοντα. Περιμένω έναν σεισμό να ξεκολλήσει το κεφάλι, να κυλήσει μπροστά, στην αρχή θα φαίνεται σαν να σκύβει, μετά απλά θα κυλήσει και μαζί θα φύγουμε στο κενό. 

Μαζί στο κενό και στη μοναξιά και στην ηρεμία. Μαζί και στα καλά.

Λοιπόν, επίτηδες έχουν φτιαχτεί οι εποχές. Δεν νομίζω πως ο πλανήτης θα είχε κάποιο ιδιαίτερο πρόβλημα αν ήταν συνέχεια χειμώνας. Ή καλοκαίρι. Έχουν φτιαχτεί οι εποχές για να καταλαβαίνουμε καλύτερα εμάς τους ίδιους.
Εγώ ας πούμε. Εσύ. Μου άρεσε πάντα να είμαι άνοιξη, τα περισσότερα όμως τα έχω μάθει τις φορές που ήμουν φθινόπωρο, τις πιο ζεστές αναμνήσεις τις έχω από τότε που ήμουν χειμώνας και όταν είμαι καλοκαίρι όλοι θέλουν να είναι δίπλα μου. Όταν ήταν καλοκαίρι, μια φορά, βούτηξα στα βαθιά και είδα από κοντά ένα σαλάχι. Μικρό ήταν, άσπρο σαν σελίδα που κολυμπούσε και τρόμαξα τόσο πολύ.

Με τρομάζεις τόσο πολύ. Με κάνεις και φοβάμαι, τα χέρια μου τρέμουν, κοίτα το τσιγάρο, σαν να χορεύει η κάφτρα από μόνη της. Ίσως αν χαμογελούσες λίγο.

Λέω να φύγω πάλι, κατά τον Ιούνιο, Ιούλιο, να πάω στο μέρος που γεννήθηκε ο Νταλί με ένα σάκο και ένα μπλοκ και κάρβουνα και ακουαρέλες. Να πάω να ζωγραφίσω το λιμάνι που ήταν το πατρικό του, να τον εκμηδενίσω, να κάνω τα κύματα της θάλασσας να φουσκώσουν και να ξεχάσουν όλοι τα λιωμένα του ρολόγια, να μάθουν όλοι για τα φουσκωμένα κύματα μου που με έχουν τρελάνει, να εξαπολύσω την ζωγραφική μου στον κόσμο και να φωνάξω δυνατά ότι ακόμα και αν δεν ξέρω να ζωγραφίζω τόσο καλά όσο εκείνος, είμαι πιο τρελός από αυτόν. Μάλλον θα πετάξω τις ζωγραφιές μου μέσα στο λιμάνι, φόρος τιμής, ας μείνει αυτός ο μεγάλος ζωγράφος και εγώ θα αρκεστώ με τη μυρωδιά της Ισπανίας.

Θα γυρίσω και θα στη μεταφέρω με κάθε λεπτομέρεια.

Σαν σκιά είσαι ώρες ώρες. Τα μάτια μου δεν εστιάζουν την μορφή σου, θολή και αναρωτιέμαι: φταίει ο τρόπος που κοιτάζω; Φταίει εκείνη η ουλή που χαράχτηκε πάνω στα βλέφαρα μου, αιώνες πριν; Ή μήπως είναι που κρατιέμαι;

Και τα σημάδια; Τα γαμημένα σημάδια;
Τα λουριά και οι εποχές και το μαρμάρινο κεφάλι και ο Νταλί και οι γάτες.
Να τα αγνοήσω δεν μπορώ.

Θα μείνεις τελικά; Να το βάλω εκείνο το ποτό;
Ωραία.
Αν ακούσεις θόρυβο δυνατό, μην τρομάξεις.

Καποιανού το μαρμάρινο κεφάλι έπεσε από τεράστιο γκρεμό και σκόρπισε σε εκατομμύρια πέταλα.