Saturday, February 20, 2010

Whatever



Χα τι περίεργο.
Χα χα τι αστείο.
Να γράφω πάλι ψηφιακά γράμματα, να τα διαβάζουν οι ψηφιακοί θεοί και οι δυαδικές οντότητες και έξω να μπαίνει η Άνοιξη δειλά, σαν γυναίκα που περπατάει δίπλα σε κούνια μωρού για να μην το ξυπνήσει. Έχει γεμίσει ο τόπος περιστέρια και κίσσες και σπουργίτια και τσίχλες και έντομα. Απ' τα παράθυρα βγαίνουν κεφάλια και κοιτάνε ψηλά, δεν θα πάρω ομπρέλα σήμερα. Μυρωδιές από λουλούδια βομβαρδίζουν τα απλωμένα σεντόνια, μαλακτικό της φύσης, τολμάμε να χαμογελάμε λίγο περισσότερο.
Αλλάζουν οι θερμοκρασίες, σαν δέρματα πέφτουν τα προσωπεία και οι άνθρωποι απλά δεν ξέρουν να επικοινωνούν. Δεν ξέρουν να μιλήσουν. Προασπίζονται τα κεκτημένα τους, φρούρια μοναξιάς μέσα σε φρούρια μοναξιάς - και γω το ίδιο κάνω. Άσπρο εσύ, μαύρο εγώ.

Μεγαλωμένα παιδάκια όλα μας μέσα σε εγωισμούς και απολυτότητες που προστατεύουν τα κρυσταλλένια ποδαράκια μας, μη τυχόν και σπάσουν και μείνουμε κουτσοί σε κόσμο σκληρό και πόσο λίγο σε καταλαβαίνουν όλοι ε; Δεν μάθαμε να ακούμε ρε μαλάκα.
Δεν έμαθες ποτέ σου να ακούς, σου μιλάω και εσύ σκέφτεσαι τι θα μου πεις παρακάτω γιατί έχεις νιώσει πως απλά δεν συμφωνώ μαζί σου, στα αρχίδια σου ΤΙ λέω, το θέμα είναι να με πείσεις. Γουστάρεις μόνο τις λέξεις που γλύφουν τα σαπισμένα σου αυτάκια, τις προσφιλείς κοινοτοπίες που σε επιβεβαιώνουν, πληρώνεις τη ψυχανάλυση σου για να έχεις άλλοθι, πόσο σου κόστισε αυτόν τον μήνα ο εγωισμός σου; Πόσο τον ενίσχυσες; Τον έχτισες αρκετά έτσι ώστε να μην περνάει ούτε μπάλα από πάνω, να παίξεις ποδόσφαιρο μόνος σου;
Κάνεις κολλητούς σου τους ίδιους με σένα, για σχέση σου έχεις κάποιον που είναι από κάτω ή κάποιον που σου φαίνεται ότι είναι πολύ πιο πάνω, σε έχει πείσει, έχεις φάει το παραμύθι, το 'χεις καταπιεί και κάνεις και γαργάρες με τα σάλια της προσμονής σου.  Αρφ, αρφ, καλό σκυλάκι. Πάρε ένα μπισκότο, σκάσε, πάθε υστερία άμα κάποιος ταρακουνήσει το οικοδόμημα σου, απομονώσου.

Δεν σε καταλαβαίνει κανένας ε;
Σε καταλαβαίνουν μόνο αυτοί που θες εσύ.

Χτίσε μικρό μυρμήγκι, σπρώξε τους σβόλους στο ανάχωμα, σύρε τη πεθαμένη ακρίδα μες την τρύπα, τρέχα, χόρευε και σκάσε.
Μην επικοινωνείς, είναι αργά πια, έχεις περάσει το κρίσιμο σημείο που κάποιοι δίπλα σου προσπάθησαν να σου μιλήσουν, μην ακούς. Κεφάλι κάτω, στόχος ξεκάθαρος: να υπάρχεις, όχι να ζεις, όχι να ακούς, όχι να μαθαίνεις. Να μαθαίνεις μέχρι τα πενήντα σου, τα ογδόντα σου, τα χιλιαεκατό σου. Να δοκιμάζεις και γεύσεις από άλλες ψυχές, να ακούς, να μοιράζεσαι.
Άστο, δεν το 'χεις.

Χα, τι όμορφη που είναι αυτή η εποχή, που δεν έχει αποφασίσει ακόμα ο ουρανός, να κλάψει ή να γελάσει; Να κρύψω τα μπουφάν, να βγάλω τις βερμούδες; Να απλώσω τα ρούχα στο μπαλκόνι και τα σεντόνια μου, να πάρουν μυρωδιά από δέντρα, να καθαρίσω το τζάκι;
Αναποφάσιστος είμαι την Άνοιξη στο τι θα κάνω με τον καιρό.
Αλλά για σένα αποφάσισα.

Κουράστηκα να σε ξέρω.
Μικρό, γλυκό μυρμηγκάκι.
Δε θέλω πια.