Tuesday, January 19, 2010

ΣΑΙΣΑΡΑ


"Σαισάρα"
by
Egggod

 

Σούρουπο στην Ήπειρο, είναι ένα φλεγόμενο βασίλειο δαιμονικών. Ειδικότερα στη Ζαργάδα, το χωριουδάκι του Πάνου που τώρα πια είναι μόνο ερείπια και φαντάσματα.
---

 Όταν ο ήλιος ξάπλωνε και οι σκιές μεγάλωναν σε κείνη τη μεριά της Ελλάδας, τα δέντρα έμοιαζαν να αρπάζουν φωτιά, οι λίγοι άνθρωποι του χωριού μαζεύονταν στα σπίτια τους, οι άντρες στο καφενείο μαζί με τον παπά και τον δάσκαλο, οι γυναίκες στις φωτιές τους. Ερήμωνε το χωριό, μόνο τα αδέσποτα σκυλιά κρυφοπερπατούσαν στα σοκάκια και άμα κάποιο από αυτά αλυχτούσε ξαφνικά, όσοι το άκουγαν ανατρίχιαζαν.
Εκείνο το βασίλεμα, ο μικρός είχε περιπλανηθεί ανάμεσα στα δέντρα, άπειρα έλατα και κυπαρίσσια, ένα σκούρο τείχος που προστάτευε τη Ζαργάδα από τον έξω κόσμο. Ξεμάκρυνε ο Πάνος από την μάνα του, απασχολημένη αυτή με τη ρουτίνα της, έχασε τον μικρό από τα μάτια της για λίγο, τόσο όσο χρειαζόταν. Τον τράβηξαν τα δέντρα και παρόλο που οι φωνές της σε λίγο ακούγονταν σε όλο το χωριό, εκείνος δεν τις άκουγε.
Άκουγε τα δέντρα που ψιθύριζαν. Τα μικρά του πόδια τον πήγαν βαθιά μέσα στο δάσος, μέχρι που κανένα σπίτι δεν φαινόταν, γύρω του σκιές και σκοτάδι κόκκινο, μυρωδιά από χώμα. Κάτι κινήθηκε στα αριστερά του, κάποιος ψιθύρισε το όνομα του, ο Πάνος δεν φοβόταν καθόλου. Έτριζε η φύση γύρω του, ένα κλαράκι που σπάει, δαιμόνια που τεντώνονται καθώς ξυπνάνε για άλλη μια βραδιά, να προκαλέσουν πάλι χάος.
Την αντίκρισε απέναντι του, στα πέντε μέτρα, ψηλή και πανέμορφη, να στέκεται ακίνητη με το ένα της χέρι να ακουμπάει τον κορμό ενός δέντρου. Γυμνή, κατάλευκη. Ο μικρός ένιωσε τη φωτιά από τα δέντρα να του καίει το πρόσωπο και όπως χαμήλωνε ο ήλιος, έτσι χαμήλωνε και η φωτιά, κατέβαινε στη κοιλιά του, ο Πάνος δεν ήξερε τι του έλεγε το σώμα του, τρόμαξε.

"Μην τρομάζεις," είπε μια αρχαία, γλυκιά φωνή αλλά η γυναίκα δεν άνοιξε το στόμα της. Εκείνη το μόνο που έκανε, ήταν να προχωρήσει μερικά βήματα -σαν αέρας κινήθηκε- να γονατίσει μπροστά του και να τον κοιτάξει κατάματα.
Μαγεμένος ο Πάνος, βούτηξε ανήμπορος στις τρικυμιασμένες θάλασσες που είχε αντί για μάτια το δαιμονικό. Τον ρούφηξε μέσα της με το βλέμμα, βούρκωσε ο μικρός, ένιωσε άξαφνα και αυτός γυμνός, γαλήνη. Έσκυψε εκείνη και φίλησε τα χείλη του αγοριού, πέρα μακριά το χωριό φώναζε το όνομα του αλλά εκείνος, βυθισμένος μέσα στη λήθη του φιλιού δεν άκουγε. Μύρισε το άρωμα της, του θύμισε τριαντάφυλλα μαζί με γέννα σκύλας. Καναρίνια και κάστανα στη φωτιά. Τα χείλη της, φράουλες και ζεστό ψωμί.

"Με λένε Σαισάρα," είπε η γυναίκα και ο Πάνος βυθίστηκε σε πηχτό σκοτάδι.

Τον βρήκανε ξαπλωμένο πάνω σε φύλλα να κοιμάται, το σημάδι από νεραϊδοφίλημα στο μάγουλο του, μια μικρή ουλή που θα την κουβαλούσε για όλη του τη ζωή.  Τον πήρανε στο σπίτι και οι γριές του χωριού κάνανε τα ξόρκια τους, βάλανε αγιασμό κάτω από το προσκεφάλι του και σφάξαν κότες και πλέξανε μαλλιά από παρθένες, τα έκαναν σταυρουδάκια που τα κρέμασαν στη μέση του, γιατί οι νεράιδες θέλουν το σπέρμα των ανδρών για να κάνουν παιδιά.
Από παιδί άντρας και η μάνα του δεν τον άφησε ποτέ από τα μάτια της ξανά, μέχρι που τα έκλεισε στα εξήντα της, κουρασμένη από την αρρώστια. Μεγάλωσε αυτός, ξέχασε τις νεράιδες και άρχισε να κυνηγά τα κορίτσια του χωριού, όποτε τον ρωτούσαν για την ουλή στο μάγουλο τους έλεγε ότι την απέκτησε πάνω στο παιχνίδι. Ήρθε η ώρα και ο πατέρας του τον έστειλε στην Αθήνα να γίνει δάσκαλος, το τελευταίο βράδυ πριν το ταξίδι του είπε να μην γυρίσει ποτέ πίσω. Του το είπε βουρκωμένος, ο Πάνος δεν κοιμήθηκε εκείνο το βράδυ. Άκουγε τα δέντρα να τον καλούν.

Νέος αιώνας και νέες ιδέες στην Αθήνα. Ένα παράλληλο σύμπαν που μέσα του βυθίστηκε ο νέος φοιτητής. Μια θάλασσα βιβλία, κάθε ένα τους και ένα κύμα που τον μετέφερε σε όλο και πιο μακρινές ακτές. Κοσμοπολίτικη ζωή και δεξιώσεις, καπηλειά με παρέες και ρεμπέτικα, λογοτεχνικές βραδιές και περίπατοι με αιθέριες υπάρξεις, συμφοιτήτριες. 
Η Δανάη.
Πλάσμα εύθραυστο με μακριά καστανά μαλλιά, πράσινα μάτια, όταν χαμογελούσε δύο λακκάκια σχηματίζονταν στα μάγουλα της, τα λάτρευε αυτά τα λακκάκια ο Πάνος και του πήρε κοντά στα δύο χρόνια για να της το πει. Ήταν σε ένα καφενέ στη Πλάκα, της χάιδεψε τα μαλλιά και το βλέμμα της την ώρα που της το έλεγε, κάτι του θύμισε. Κάτι από δέντρα και σκοτάδι και ομορφιά απερίγραπτη.
Παντρεύτηκαν με το που αποφοίτησαν.
Στήσανε σπιτικό μαζί, δάσκαλοι και οι δυο τους. Τη πρώτη φορά που της έκανε έρωτα, πάνω στη κορύφωση, βρέθηκε για λίγο σε άλλο μέρος. Ξαπλωμένος πάνω σε ξεραμένα φύλλα, λερωμένος με χώμα, στην αγκαλιά του εκείνη, το δαιμόνιο, η Σαισάρα. Η νεράιδα.
Αρκετή ώρα μετά τα τελευταία φιλιά, ξάγρυπνος, στάθηκε μπροστά στο παράθυρο με ένα ποτήρι στο χέρι, μια μορφή στο μυαλό. Έφερε το χέρι στο μάγουλο, στην ουλή, στο νεραϊδοφίλημα, ανατρίχιασε στον σβέρκο, κρύωσαν τα άκρα του και ένιωσε βαρύς, σαν ριζικό κακό να κρεμόταν από πάνω του. Χώθηκε στην αγκαλιά του αγγέλου που τον περίμενε στο κρεβάτι και ευχήθηκε η παγωνιά του κορμιού του, να μην την ξυπνήσει.

Έλαβε τηλεφώνημα από το χωριό. Πέθανε ο πατέρας του. Πήρε την γυναίκα του και ταξίδεψαν να πάνε να τον θάψουν, να δει μια τελευταία φορά αυτός τον πατέρα του και για πρώτη φορά η Δανάη τον πεθερό της, έστω και νεκρό.
Στο ταξίδι, στο τραίνο, αποκοιμήθηκε. Τον ξύπνησε κάποια στιγμή η Δανάη χαμογελώντας, του χάιδεψε το μέτωπο.

"Τι μουρμουράς χαζούλη;"
"Τι;"
"Σαισάρα είπες. Την κόρη του Κελεού ονειρεύεσαι."
"Ποιά;"
"Την κόρη του Κελεού, του βασιλιά της Ελευσίνας. Έτσι λέγαν την Ελευσίνα στα αρχαία χρόνια. Σαισαρία. Αυτήν ονειρεύεσαι και με απατάς;"

Δεν απάντησε ο Πάνος. Αυτήν ονειρευόταν.

Η Ζαργάδα ήταν ένα θλιβερό απομεινάρι των παιδικών του χρόνων. Οι περισσότεροι είχαν φύγει για την πόλη, νέους δεν είχε το χωριό, μόνο γέρους με αναμνήσεις και σκαμμένα πρόσωπα. Τα πιο πολλά σπίτια ήταν κλειστά, έρημα, σκονισμένα παράθυρα και παραμελημένες αυλές, ρωγμές στους τοίχους και ρημαγμένες στέγες, στις καμινάδες έβλεπες φωλιές πουλιών.
Στη κηδεία παρευρέθηκε όλο το χωριό, πενήντα άνθρωποι όλοι κι όλοι, θάψανε τον πατέρα του δίπλα στη μάνα του στο νεκροταφείο της Παναγιάς της Ψηλοβλέπουσας. Την λέγαν έτσι γιατί το εκκλησάκι της είχε χτιστεί με πλίνθους κοντά στην άκρη ενός ψηλού γκρεμού, μέρος του φαραγγιού του Δάμου. Με τα χρόνια προχώραγε ο γκρεμός και μάσαγε τους τάφους, στη πλαγιά του μπορούσες να δεις κομμάτια από μνήματα να ξεπροβάλλουν σαν χαλασμένα δόντια ενός γίγαντα που ξάπλωσε να κοιμηθεί και δεν ξύπνησε ποτέ. Τριγύρω η θέα έκοβε την ανάσα.
Το χάραμα, η ομίχλη έμπλεκε με τα δέντρα και έκανε έρωτα στα κλαριά, έγνεθε ονειρικούς ιστούς που μύριζαν πάγο, όσοι αετοί έβγαιναν για κυνήγι έμεναν να πετούν ανήμποροι πάνω από τα χαμηλωμένα σύννεφα, ούρλιαζαν νευριασμένοι και χάνονταν πάλι στα κλαδιά ή πίσω από τη κορφή του βουνού, να βρούνε λεία ή κάποιο ταίρι.
Το βράδυ, όλο το φαράγγι μουρμούριζε με μυστική ζωή, τραγούδι αηδονιού, το σκούξιμο του γκιώνη, πετάγματα από κουκουβάγιες, το καντηλάκι στο παράθυρο της Παναγιάς σαν φάρος σε απόκοσμη ακροστεριά.

Το πατρικό σπίτι μια πληγή.
Το δωμάτιο των γονιών του κρύο, έπιασε η Δανάη να το ξαναζεστάνει, άλλαξε τα σκεπάσματα, άνοιξε τα παράθυρα, άναψε τη φωτιά, πέρασε ο κόσμος να πει τα συλλυπητήρια του, να δούνε οι γέροι τον Πάνο, να του ευχηθούν, να τον αγγίξουν. Περνούσε η μέρα και όποτε έβρισκε την ευκαιρία αγκάλιαζε την Δανάη για στήριγμα, του χάιδευε εκείνη το μέτωπο, στεκόταν δίπλα του υπομονετικά καθώς παλιοί γνωστοί και μακρινοί συγγενείς περιεργάζονταν τη νύφη του μικρού Παναγιώτη, ευχές για πολλούς απογόνους μπλεγμένες με θλιμμένα ανέκδοτα από τη ζωή των γονιών του.
Το σούρουπο ήρθε στο σπίτι με τη βοήθεια δύο γυναικών η κυρά Μπέλσα. Χοντρή με αραιά μαλλιά που ανέμιζαν σαν στάχυα, μαυροντυμένη, παρθένα στα γεράματα της, μάγισσα. Ήταν μια από τις γυναίκες που είχαν ξορκίσει το κακό, τότε που βρήκαν τον Πάνο να κοιμάται στο δάσος.
Στάθηκε μπροστά του αγέρωχη, στηριγμένη στη ξύλινη μαγκούρα της, τη σταυροστολισμένη. Τα μάτια της, χωμένα μέσα σε ποτάμια από ρυτίδες, τον έγδυσαν απροκάλυπτα, σπίθες πονηριάς και σοφίας μέσα στο γκρίζο βλέμμα της.

"Ήρθες τελικά," του είπε σαν να είχαν αφήσει συζήτηση στη μέση, μόλις μια ώρα πριν.
Αμήχανος ο Πάνος έκανε να την αγκαλιάσει, του έπιασε εκείνη το πηγούνι και του γύρισε το πρόσωπο να δει την ουλή.
"Πάρε την γυναίκα σου και φεύγα πριν νυχτώσει για καλά," τον πάγωσε η γριά. Του φίλησε το μέτωπο και μετά έκανε νόημα στις γυναίκες, την πήραν από τα μπράτσα, βογκώντας χάθηκαν και οι τρεις στο ημίφως.
Κοιμήθηκε το χωριό, ξάπλωσε η Δανάη κουρασμένη και δίπλα της ο Πάνος ξάγρυπνος, άκουγε τα κάρβουνα να πεθαίνουν στο τζάκι, άκουγε τα δέντρα. Να τον καλούν. Είχε νυχτώσει για καλά όταν έκλεισε τα μάτια του.
---
Περπατούσε αρκετή ώρα πριν συνειδητοποιήσει ότι περπατούσε. Το γεμάτο φεγγάρι, προσέδιδε από ψηλά μια στοιχειωμένη θεατρικότητα στο πυκνό δάσος που τον περιέβαλλε. Οι κορμοί σαν αρχαίες κολώνες, τα πεσμένα φύλλα λευκόγκριζος τάπητας, οι σκιές ζωντανές, η ανάσα του καπνός που θόλωνε την ορατότητα του. Κανένα ίχνος του χωριού, κανένα σημάδι πολιτισμού, κανένας ήχος, τρομαχτική, απόλυτη ησυχία. Ήταν ντυμένος αν και δεν θυμόταν να έχει ντυθεί.
Ξαφνικά μπροστά του, ένα μικρό αστέρι να χορεύει ξέφρενα, πυγολαμπίδα. Μαζεύτηκαν πολλές, ένα νεφέλωμα μες την καρδιά του δάσους να τον οδηγεί, να τον παρασέρνει βαθύτερα, το ακολούθησε. Άκουσε θόρυβο στα αριστερά του, γύρισε το κεφάλι και είδε μια αγέλη λύκων να περπατάει μαζί του, μεγάλοι μαύροι λύκοι, φιλικοί, αδιάφοροι. Πότε πότε, κοιτούσαν τον Πάνο ερευνητικά με μάτια από φωτιά, μάτια που καθρέφτιζαν το φεγγάρι, μάτια από ατόφιο ασήμι. Δεν ένιωσε φόβο, μόνο προσμονή. Άκουσε θόρυβο στα δεξιά του, γύρισε να δει. Ένα κοπάδι από ελάφια, μικρά, μεγάλα, λεπτοπόδαρα, ανήσυχα, άλλο να πηδάει μπροστά και άλλο να κοντοστέκεται, όλα μαζί στην ίδια πορεία με εκείνον και τους λύκους, μπροστά οι πυγολαμπίδες.
Μια νυχτερινή παρέλαση, ο Πάνος χαμογέλασε και άρχισε να γδύνεται περπατώντας, χωρίς να γνωρίζει γιατί, πετούσε τα ρούχα του το ένα μετά το άλλο μέχρι που έμεινε ολόγυμνος, τα ζώα και από τις δυο μεριές πλησίασαν να τον ζεστάνουν με τα σώματα τους, λύκοι και ελάφια μπλεγμένα σε έναν παράταιρο όχλο, το τρίχωμα τους μια ζωντανή κουβέρτα, τρίβονταν πάνω στους μηρούς του Πάνου, στις γάμπες του, ακουμπούσαν τις μουσούδες στα ακροδάχτυλα του χωρίς να βγάζουν ήχο, μια ορχήστρα από ανάσες στο σκοτάδι, ένας χορός από πήδακες ατμού.

Άξαφνα, τραγούδι.
Μεμιάς σκορπίσαν οι πυγολαμπίδες, σταμάτησαν τα ζώα να περπατάνε, ξεκόλλησε από την παρέλαση ο Πάνος, ένας λύκος κλαψούρισε και ένας άλλος γρύλισε απειλητικά.
Έτσι τραγουδάνε οι θεοί, σκέφτηκε και προχώρησε μπροστά. Έτσι τραγουδάνε τα ποτάμια και οι βράχοι και ο ήλιος. Ο άνεμος και το αίμα.
Μπροστά κάμποσα μέτρα, μια λευκή μορφή καθισμένη στον κορμό ενός πεσμένου δέντρου. Μαζεύτηκαν οι σκορπισμένες πυγολαμπίδες, πολύ περισσότερες τώρα, χιλιάδες, κάθισαν στους τριγύρω κορμούς, σταμάτησαν το πέταγμα τους και φώτισαν το μέρος με αλλόκοσμο, πρασινωπό ημίφως.
Η Σαισάρα, αγέραστη, αναλλοίωτη, θεία.
Με τα μάτια κλειστά και το πρόσωπο στραμμένο στο φεγγάρι, σαν άγαλμα σε προσευχή, στόμα μισάνοιχτο. Το τραγούδι της χωρίς λέξεις, μόνο μουρμούρισμα και λυγμοί, κοφτές ανάσες και μελωδίες αιθέριες, σπαρακτικές. Πιάσανε οι πυγολαμπίδες να κρατούν ένα βαρύ ισοκράτημα με τα φτερά τους, βόμβος βαθύς, ιερός σαν του Άδη το πρόσταγμα. Το γυμνό κορμί της νεράιδας, αψεγάδιαστο, ονειρικό. Πλούσια στήθη κάτω από έναν μακρύ λαιμό, λεπτοί ώμοι, τα χέρια πάνω στο στομάχι ακουμπισμένα, πόδια ενωμένα, μακριά, κατάλευκα. Μαύρες οι ρώγες της σαν σταφύλια. Μαύρα τα μαλλιά που έφταναν μέχρι το χώμα, λες και ξεκινούσαν από αυτό σαν ρίζες, κυματιστά, γυαλιστερά σαν φίδια.
Σταμάτησε το τραγούδι της και άνοιξε τα μάτια της, μαύρο το βλέμμα της, η νύχτα. Τον κοίταξε με υπεροψία, προκαλώντας τον, έτεινε το πηγούνι της προς το μέρος του, στήριξε το σώμα της στα δύο της χέρια και άνοιξε τα πόδια της. Του φάνηκε πως είδε διαμάντια εκεί κάτω, σταγόνες ήταν, παγιδευμένες στις τρίχες της ήβης της. Έκανε αυτός ένα βήμα μπροστά, δεν άντεξε, έτρεξε και έπεσε απάνω της, το σώμα της καυτό παρά τον χειμώνα γύρω τους, τα ζώα ανήσυχα πιο πίσω να κοιτάνε.

Γλίστρησε μέσα της αβίαστα, τον τύλιξε με τα πόδια της, τα σταύρωσε στη πλάτη του, τα χέρια της γαντζώθηκαν στον σβέρκο του, μικρά αυλάκια από αίμα ξεκίνησαν από τα νύχια της και κύλησαν προς τα κάτω, κόκκινες φλέβες πάνω σε άσπρο μάρμαρο. Της δάγκωσε τα χείλη, γεύση από παγωμένο νερό, από κρασί θεών. Της φίλησε τον ιδρώτα από τα στήθη, ζάχαρη και αλάτι μαζί. Με κάθε ώθηση του, μεγάλωνε στο πρόσωπο της η έκπληξη και η ηδονή, ένας κοινός θνητός και ένα στοιχείο της φύσης ενωμένα, του το έδειχνε με το βλέμμα της, παραδομένος εκείνος το καταλάβαινε και το αποδεχόταν.
Δεν υπήρχε στο μυαλό του η Δανάη.
Δεν υπήρχε στην καρδιά του λογική.
Δεν υπήρχε όριο στις αισθήσεις του.

Τέλειωσε μέσα της ουρλιάζοντας και την ώρα που το σπέρμα του γέμιζε τα σωθικά της, οι λύκοι πέσανε μανιασμένοι πάνω στα ελάφια. Κάποια πρόλαβαν και χάθηκαν μέσα στα δέντρα, στο κατόπι τους, μαύρες σκιές. Πλημμύρισε με αίμα το δάσος, χόρτασαν οι λύκοι, πορφυρές μουσούδες, ασημένια μάτια, ξεκίνησαν να ουρλιάζουν και αυτοί με την σειρά τους στο φεγγάρι. Ο Πάνος πεσμένος πάνω στα στήθη της Σαισάρας, ξέπνοος, άρχισε να φοβάται.
Θέλω να ξυπνήσω, σκέφτηκε.
---
Άνοιξε τα μάτια του ο μικρός Πάνος. Ήταν πεσμένος πάνω σε ξερά φύλλα, για πόση ώρα δεν γνώριζε. Η μάνα του μακριά, φώναζε το όνομα του. Της απάντησε με όλη τη δύναμη της φωνής του.

"Τσακίσου! Το φαγητό είναι έτοιμο!"

Τίναξε από πάνω του χώμα και φύλλα, μπερδεμένος με τον τόσο ζωντανό εφιάλτη που μόλις είχε δει, το ξυπνητό μυαλό του ήδη έσβηνε τις λεπτομέρειες γοργά. Έκανε να τρέξει, ένιωσε άβολα, τα σκέλια του υγρά. Ανήσυχος, σκούπισε τον εαυτό του με το μαντήλι του, το πέταξε από ενοχή χωρίς να έχει κάποιον σίγουρο λόγο για να νιώθει ένοχος, θα έλεγε στη μάνα του ότι το έχασε. Άρχισε να τρέχει και όσο πλησίαζε τις παρυφές του δάσους, μια ευφορία απλωνόταν στο σώμα και στη ψυχή του, μια χαρά ανείπωτη που τον έκανε να χαμογελά. Όρμησε προς το χωριό, παντού καμινάδες που κάπνιζαν και τζάκια αναμμένα και φωνές χαρούμενες από το καφενείο.

Ο ήλιος κρύφτηκε πίσω από το βουνό, το σούρουπο τελείωνε, άρχισε η νύχτα να ξυπνά και μαζί της τα τραγούδια του σκοταδιού, από κόκκινα τα δέντρα έγιναν χρυσαφιά και σιγά σιγά, γκρίζα, στο τέλος μαύρα. Κλείστηκε ο κόσμος μες τα σπίτια, ξύπνησαν τα δαιμόνια στο δάσος, ξεκίνησαν τον ξέφρενο χορό τους με αυλούς και φλογέρες και κύμβαλα, να σπείρουν πάλι αταξία, να παίξουν και να κυνηγήσουν, να χαλάσουν, να ερωτοτροπήσουν.

Να βρούνε καινούργιες ιστορίες, φανταχτερές, να πούνε στη βασίλισσα τους τη Σαισάρα που εγκυμονούσα κάθεται στη καρδιά του δάσους και τραγουδάει στο αγέννητο παιδί της.
Τραγουδάει ένα νανούρισμα αρχαίο, αιώνιο, μια μελωδία που υπάρχει πριν να φτιαχτεί ο κόσμος από τους θεούς.

Η πλάση γύρω της σωπαίνει.

Κάπου εκεί βαθιά στα δάση, γύρω απ' τη Ζαργάδα που δεν υπάρχει πια.

---

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Ζαργάδα και Δάμος είναι φανταστικές ονομασίες, τα μέρη που περιγράφονται όμως είναι υπαρκτά. Απ' όσο τα θυμάμαι δηλαδή.