Tuesday, May 25, 2010

ερωτικο



Ένα ταξίδι με τραίνο, μυρίζουνε οι άνθρωποι μέσα ιδρώτα και άγχος, τα καθίσματα έχουν ακόμα απάνω τους προηγούμενους ταξιδιώτες, άραγε συναντήθηκαν με πρόσωπα αγαπημένα, βρήκανε χαρά ή ταξιδεύανε για λύπη;
Κάθομαι. Απέναντι μου ένας τυπάκος νυσταγμένος, το τραίνο φεύγει πρωί, ακόμα  δεν κάθισε και έκλεισε τα μάτια, μάζεψε τα πόδια, ονειρεύεται πριν καν αφήσουμε την αποβάθρα.
Αποβάθρα μωρό μου όμορφο. Σαν καράβι.
Σαν ωκεανός τεράστιος, απροσπέλαστος, θάλασσα χρόνων και εμπειριών.
Σαν λιμάνι -  και πόσα δεν αλλάξαμε και οι δυο μας, ε;

Την μια στιγμή σκέφτομαι τον λαιμό σου, κοιτάζω έξω και είναι κάμποι παντού. Πράσινοι, εορταστικοί και πένθιμοι μαζί, γιατί σου ξεμακραίνω. Συννέφιασε, έκανε σκιά ο ουρανός να σπάσει τη ζέστη, σκοτείνιασα και εγώ και σκέφτομαι τέλη και πανικούς νυχτερινούς. Τι βλάκες που είναι οι άνθρωποι, μέσα στην ευτυχία να ερωτοτροπούν με τα σκοτάδια, τι θέλω να τα σκέφτομαι αυτά; Μήπως για να αντισταθμίσω την καρδιά μου που δεν χωράει εκεί μέσα; Μήπως είναι φυσική επιλογή, για να χαρείς πρέπει να ξέρεις να πονάς; Μήπως για να έχω το αντίθετο στο νου μου όσο ζω το αντίθετο του;

Δεν με νοιάζει.

Περνάει το τραίνο πάνω από ποτάμι τώρα, κοιτάζω τα νερά και σκέφτομαι το σώμα σου. Το βλέπω μπροστά μου, κρυμμένο το κεφάλι μου στην αγκαλιά σου, με σφίγγεις δεν με αφήνεις να σε δω, βάζω δύναμη να σπάσω την αγκαλιά, να σε δω στο λίγο φως που μπαίνει από το παράθυρο, εκτεθειμένη, γυμνή. Το πρόσωπο σου χωρίς άμυνες. Το βλέμμα σου δικό μου, το κορμί σου. Ικετεύουν τα μάτια σου να μην σε πληγώσω και παραδίνονται μαζί, τι θεϊκοί που είναι οι άνθρωποι, να ζούνε όλα αυτά σε μία στιγμή, να φτιάχνουνε καινούργια συναισθήματα χωρίς όνομα για να βιώνουνε ο ένας τον άλλον.
Φόβος και χαρά μαζί. Πόθος, κίνδυνος, πληρότητα και πάλι φόβος.
Τι να σου απαντήσω, τι να σου πω, που νιώθω ακριβώς τα ίδια;
Μέσα σου θα κρυφτώ, να σου πει το σώμα μου όσα δεν μπορώ με λέξεις.
Να με καταλάβεις.

Δίπλα στις γραμμές ένα νεκροταφείο και η ζωή που νιώθω θα τους ανάσταινε όλους εκεί μέσα, αν σταματάγαμε για λίγο να τους επισκεφτούμε.
Ζωή: όπως όταν κοιμάμαι και σε νιώθω κοντά.
Ζωή: όπως όταν σε ξαναβλέπω μετά από ώρες.
Και ξαφνικά ο θάνατος με τρομάζει πάλι, με απειλεί, τι παραπλανημένοι που είμαστε οι άνθρωποι, να πιστεύουμε μέσα στη χαρά μας πως είμαστε για πάντα.

Για λίγο είμαστε ευτυχώς.
Αλλιώς αυτά που νιώθουμε, θα ήταν λίγα.

Τι τυχεροί που είμαστε.
Τι τυχερός που είμαι.
Σε τραίνο εγκλωβισμένος να απομακρύνομαι και όσο πιο μακριά πηγαίνω, τόσο να κλείνει το κενό μέσα μου, γεμίζει από σένα.

Σαν μια κουκίδα είμαι που χορεύει στην περιφέρεια ενός κύκλου.

Όπου κι αν φτάσει το τραίνο, το κέντρο θα 'σαι εσύ.  

Friday, May 14, 2010

Star Gazing



"Να περνάς," του είπα. Η φωνή μου ήταν βραχνή, προφασίστηκα τσιγαρόβηχα και καθάρισα τον λαιμό μου.
Κοιτάγαμε κάτω, την κοιμισμένη γειτονιά. Όταν πρωτοσκάει το καλοκαιράκι έχω ραντεβού μαζί του πάνω, στη ταράτσα. Από τότε που ήταν δεκαεφτά, έχουμε αυτό το σταθερό ραντεβού. Αράζουμε βραδάκι, με τα πόδια μας να κρέμονται και κάνουμε τσιγάρα, τα λέμε. Έρχεται ο πιτσιρικάς, ο μπαγάσας κάθε χρόνο ίδιος. Μακρύ μαλλί, σκισμένο τζιν, σκουλαρίκι και μόστρα. Κάθε χρόνο του λέω : "'Έννοια σου και θα σου φύγει η μόστρα." Κάθε χρόνο γελάει σαρδόνια και μου δείχνει κωλοδάχτυλο. Πίνουμε μαυροδάφνη, εγώ δεν τρελαίνομαι πια αλλά αυτός είναι ακόμα πωρωμένος με Καρυωτάκη, τι να του πεις;
Κοιτάμε την γειτονιά που μεγάλωσα, τον μικρό στενό δρόμο, εκεί στη γωνία ο Δημήτρης χώθηκε μια μέρα σε ένα λάκκο με ασβέστη και βγήκε κλαίγοντας, χιονάνθρωπος με σορτσάκι, δεν θυμάμαι πόσο γέλαγα, μα τι μαλάκας κι εγώ αλλά τι να κάνω; Παίζαμε κάτι που περιλάμβανε τρέξιμο κι αυτός δεν είδε τον λάκκο και παρ 'τον μέσα, να ουρλιάζει η μάνα του, τον έπλυνε με μάνικα μπροστά στα μάτια όλων μας.
Τα λέμε με τον μικρό κάθε που μπαίνει καλοκαίρι, κάθε που ξυπνάνε τα κουνούπια, κάθε που ο αέρας μυρίζει φύλλα και γρασίδι και ήλιο και το βραδάκι δροσίζει με ιδρώτα, που ακούς σιγά σιγά τον κόσμο να βγαίνει στα μπαλκόνια για να δει τηλεόραση και ανεβαίνουν οι τέντες και γίνεται όλη η γειτονιά σπίτια με μπλε παράθυρα που αναβοσβήνουν. Μου λέει τα νέα του.
Άλλα θυμάται, πόσα έχουν αλλάξει, έχεις μείνει πίσω αδερφέ. Κουνάει το κεφάλι του και καπνίζει, δεν μιλάει αλλά το ξέρω ότι εγκρίνει και ας μην το παραδέχεται, είναι κολλημένος σε άλλες εποχές ο μικρός.
Σε άλλες εποχές.
Καμιά φορά φεύγει χωρίς να πει τίποτα. Ίσα που τον παίρνω χαμπάρι να σαλεύει, πριν γυρίσω την έχει κάνει. Άλλες φορές δεν λέει να ξεκολλήσει, με μεθάει και καθόμαστε μέχρι το πρώτο φως. Λέμε για τα παλιά. Τώρα τελευταία του λέω και για τα καινούργια και έχει αρχίσει να ξενερώνει, δεν του αρέσουν, δεν του αρέσει η αλλαγή λέει αλλά του αρέσει. Έχει συνηθίσει να είναι άλλος λέει και κάτι τέτοιες παπαριές.
Τώρα τελευταία με τον μικρό, δεν έχουμε και πολλά να πούμε, πέφτουν κάτι αμήχανες σιωπές, κάτι περίεργες μελαγχολίες, αν ήξερα καλύτερα θα του έλεγα πως είναι οι αμηχανίες του αποχωρισμού αλλά δεν ξέρω καλύτερα, εγώ θυμάμαι αυτόν. Σαν να μη θέλει κανένας να το πει αλλά ξέρεις τι, τελικά μερικές φορές δεν χρειάζεται να το λες το γεια.

Μερικές φορές το γεια έρχεται χωρίς να έχει γίνει τίποτα, χωρίς να πεις αντίο και έχεις φύγει. Έτσι απλά.
"Να περνάς ρε," του λέω αλλά δεν το πολυπιστεύω.
Θα σταματήσει να έρχεται ο πιτσιρικάς. Θα πάει να ζήσει τη ζωή του. Θα του φύγει η μόστρα και θα τον προλάβει κι αυτόν το καλοκαίρι, οι μυρωδιές, Τι να του πω; Θα τα δει.

Θα κάνω τσιγάρο μόνος μου.
Τώρα τελευταία σκάει ένας καινούργιος τύπος που τα λέει ωραία. Με αυτόν ταιριάζω πιο πολύ. Δεν το ξεκωλώνουμε με μαυροδάφνες. Καμιά Heineken, κανα τσιγαριλίκι. Γελάμε με ότι έχει έρθει, έχει πολύ πλάκα, κάνει ότι πηδάει και μετά ξεκαρδιζόμαστε. Όποτε φεύγει μου το λέει, είναι πολύ συνεπής, γουστάρει κι αυτός τη παρέα, τα λέμε και κοιτάζουμε την κοιμισμένη γειτονιά, την ξέρει ο τύπος σαν τη παλάμη του.
Σε εκείνη την οικοδομή, όταν χτιζόταν, είχε βουτήξει από το παράθυρο του πρώτου στη τρύπα για το γκαράζ που ακόμα ήταν χώματα σκαμμένα. Δεν έπαθε τίποτα. Ήταν πολύ μαλακό το χώμα και η αίσθηση ήταν σαν να πετάς, έπεφτε πολλή ώρα μιλάμε.

Θα κάνω τσιγάρο μόνος μου, θα αφήσω τα μαλλιά μου να μου μπουν στο πρόσωπο και ας είναι κοντοκουρεμένα.
Έρχεται το καλοκαίρι.
Το ζεσταμένο τσιμέντο της ταράτσας μου έχει κάνει τον κώλο ψητό μιλάμε.

Tuesday, April 20, 2010

PRESS ENTER FOR SETUP



"Βρε, βρε, για να δούμε τι έχουμε εδώ," είπα με μια φωνή σαν μπάρμπας αν και δεν ξέρω πως ακούγονται οι μπάρμπες. Σαν μπάρμπες μάλλον. Μπάρμπες είναι κάτι παππούδες χοντροί που κάθονται στα καφενεία και πειράζουν τις κοπελίτσες με τα φουστανάκια, όταν μπαίνει η άνοιξη.
Τέλος πάντων, έτσι ακούστηκα κοιτάζοντας την ανοιγμένη κοιλιά του υπολογιστή του κολλητού μου.
Δεν έχω μεγάλη σχέση με το εσωτερικό των υπολογιστών. Ας πούμε, δεν είμαι σίγουρος, ποιό καλώδιο είναι για την τροφοδοσία και ποιό για... τα υπόλοιπα πράγματα που χρειάζεται ένα device αλλά, άμα κάτι κουμπώνει, το κουμπώνω ρε παιδί μου.
If you know what I mean.
Την παλεύω, εννοώ.
Του 'χε καεί ο σκληρός του κολλητού, χρειαζόταν να δουλέψει και οι υπόλοιποι κολλητοί που ξέρουν περισσότερα πράγματα, ήταν απασχολημένοι. Αγόρασε άλλον σκληρό δίσκο, ήθελε να τον εγκαταστήσω και να του περάσω και τα windows.
"Ναι, ρε το 'χω, φέρ' τον από 'δω και όλα θα γίνουν," του είπα στο τηλέφωνο και μόλις το 'κλεισα πήρα τον γκόμενο της αδερφής μου που είναι και γαμώ τα παιδιά και μου είπε πώς να μπω στο bios να κάνω partition.

"Εντάξει, νομίζω πως το έχω ρε, κάτσε να φέρω κατσαβίδι," είπα χωρίς να φανώ αγχωμένος.
"Να πάω να δω λίγο τα mail μου στον άλλον, όσο κάνεις δουλειά;" με ρώτησε. Κλασσικός κολλητός, αλλά καλύτερα. Την εγχείρηση ήθελα να την κάνω με ησυχία, μόνος μου, χωρίς να κοιτάει πάνω από τον ώμο μου κανείς, όπως πρέπει να γίνονται οι εγχειρήσεις.
Πήγε και άραξε μέσα, πήρα εγώ το πτώμα στα πόδια μου και με τη βοήθεια ενός φακού, κοίταξα τα εντόσθια.
-
Έχεις πολλά καλώδια φιλαράκι που δεν κολλάνε πουθενά, σκόνη πολλή και παλιά κάρτα, ξεπερασμένη, ξεπερασμένος είσαι. Αλλά τραβάς ακόμη φιλαράκο, ε; Κάτσε να σου ισιώσω λίγο αυτό εδώ το μαύρο καλώδιο, που έχει οχτακόσιεςδεκατρείς εξόδους και άλλα τόσα βύσματα και που μάλλον θα πρέπει να συνδέσω στον καινούργιο σκληρό. 
Τι μνήμες διατρέχουν αυτές τις φλέβες, τις κόκκινες και τις κίτρινες, πολλά καλώδια, θα τα βρούμε όλα, μην αγχώνεσαι. Αυτό πάει εδώ. Και αυτό εκεί. Κάτσε πρέπει να το ξαναβγάλω γιατί δεν περνάει το άλλο τώρα. Αυτό εκεί που κούνησα δεν έσπασε, ε; Εκεί πίσω, τι είναι αυτό; Τσιπάκι, τρανζιστοράκι, αγωγός, πηνίο, τι σκατά είναι;  Τι είναι όλα αυτά που σε κάνουν να λειτουργείς; Κάπου βλέπω ένα σημάδι από τότε που έπεσες και έγδαρες το γόνατο σου στα οχτώ σου, πόναγε το άτιμο για βδομάδες, η μάνα σου είχε τρελαθεί, σου άλλαζε επίδεσμους κάθε μέρα, αυτό δεν ήταν γδάρσιμο, ξεπέτσιασμα ήταν. Χρόνια μετά, της έλεγες την ιστορία και γελάγατε, με το γόνατο και το ποδήλατο που αποφάσισε να μην φρενάρει. 
Αυτό πάει εκεί μέσα, πάνω του μπλέκεται το κίτρινο καλώδιο αλλά δεν βλέπω να κολλάει πουθενά, θα το αφήσω δίπλα, να κάνει παρέα σε εκείνο το πράσινο καλώδιο που μπαίνει στο dvd player. Αυτή πρέπει να είναι η γείωση. Εκείνο το παρκάκι που έκατσες και έκλαψες, την πρώτη φορά που κάποια σε παράτησε. Δεν ήθελες να δεις κανέναν, δεν ήθελες να σε δει κανένας αλλά σε είδε η κυρά Φωτούλα από δίπλα και σου είπε "Αγόρι μου τι έχεις;" και εσύ είπες τίποτα. Μα την μαλακισμένη, ποτέ δεν περνούσε από 'κει, τώρα βρήκε;
Να βιδώσω τον σκληρό πάνω στο μεταλλικό πλέγμα, όχι ρε πούστη μου, μου έπεσε η μία βιδούλα μέσα στο κουτί. Ανάποδα όλο το κουτί, να το ταρακουνήσω να πέσει η βιδούλα, το χέρι δεν χωράει, θα σπάσω τίποτα και δεν λέει, περίπου σαν τη φορά που μέθυσα με τον τότε αδερφό μου στο Λουτράκι και ξερνάγαμε στη παραλία μέχρι το πρωί, το πρώτο μου μεθύσι, ήπια εννιά Bacardi με cola, δεν το έχω ξανακουμπήσει αυτό το ποτό από τότε. Και όταν πήρε να ξημερώνει, μια χαρά, ήμουν ζωντανός, ξερατά πάνω στο πουκάμισο μου, πάνω στο πουκάμισο του αδερφού, εκείνος δεν πρέπει να ζει πια, νομίζω, φοβάμαι να μάθω. Μία χαρά, μία ευτυχία μέσα μας, την πήρε ο αέρας εκεί στο Λουτράκι, ακόμα εκεί είναι και την μυρίζω όποτε τύχει να περάσω από κείνα τα μέρη. 
Όλα έτοιμα; Να σε βάλω στο ρεύμα, να πατήσω το κουμπί και να κρατήσω την ανάσα μου. Όλα καλά. Σκούζεις από ζωή, τα κυκλώματα όλα λειτουργούν, δεν πρέπει να έχω κάνει βλακεία. 
"Όλα καλά;" φωνάζει από μέσα ο κολλητός. 
Όλα καλά. Βάζω το cd για να κάνω την εγκατάσταση. 
Βλέπεις;

Πήρες να μεγαλώνεις και πόσους σκληρούς έχεις κάψει, "Και τι έγινε;" θα μου πεις, θα μου εγκαταστήσεις καινούργιους, θα μάθεις να το κάνεις καλά, θα γίνεις εξπέρ, όλοι θα έρχονται σε σένα για τους υπολογιστές τους. 
Μα εγώ θέλω μόνο εσένα να έρχεσαι σε μένα. Πώς γίνεται βρε; Πώς γίνεται μετά από τόσα; Πώς μπορείς να ξαναλειτουργείς σαν να είναι όλα καινούργια; Ένα καινούργιο λειτουργικό είναι η απάντηση, τραβάω τα καλώδια σου, σε σκαλίζω και το καταλαβαίνω, πήρα να βουρκώνω πάνω από τα ανοιγμένα σου εντόσθια και φοβάμαι μην σε βραχυκυκλώσω, μπροστά από την οθόνη κάθομαι και με καλωσορίζουν τα windows, όλα καλά κολλητέ, σε λίγο τελειώνουμε. 
Φρέσκια αρχή. 
Αγαπητοί κατασκευαστές, πόσες ευτυχίες χωράει το λειτουργικό μου; 
Αν μου χαλάσει, να σας το φέρω να τα ξανακάνουμε όλα καινούργια; 
Δεν μπορεί να είναι τόσο απλό. 
Χαχαχαχαχα. 
Δεν μπορεί να είναι τόσο απλό.

Αυτό εκεί το κόκκινο κουτάκι κάτω από το ανεμιστηράκι είναι για τον έρωτα που χωράω; 
Όλο δικό μου;
Για να το γεμίσω; 
Αλήθεια; Και αγάπη; 
ΟΛΟ ΔΙΚΟ ΜΟΥ; 
ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟ;

Κολλητέ....
Όλα καλά ρε....
Με γειά...

Τίποτα,  μην το ξαναπείς. 
Χαρά μου ρε. 

Χαρά μου


Monday, April 12, 2010

TEMPEST



Χτες φοβήθηκα.
Οι άντρες λέει δεν φοβούνται, αλλά αυτός που μου το είπε κλαίει πιο γοερά από όλους. Μία φορά στα δέκα χρόνια. Μου είπε επίσης πώς στα δύσκολα πρέπει να οχυρώνεσαι, να καλείς τα στρατεύματα γύρω σου, να ανεβάζεις τις γέφυρες και να επανδρώνεις τις επάλξεις με τοξότες.
Μου είπε πως το να φανερώνεις αδυναμία ισούται με θάνατο, λιθοβολισμό ή αγχόνη για δειλία.
Χτες φοβήθηκα.

Αρχικά, είναι σαν καταιγίδα. Σε κάμπο ίσο, χωρίς κρυψώνα, δέντρο ή βράχο. Τα σύννεφα μαζεύονται απειλητικά, τεράστιοι γίγαντες από γκρίζο, ακριβό μετάξι που πάλλεται. Ο ορίζοντας λυγίζει από το βάρος τους, τα ζώα τρέχουν μανιασμένα να προστατέψουν τα μικρά τους, τα λουλούδια γέρνουν προς το χώμα, μη τα σπάσει ο αέρας και η βροχή. Η πλάση συμπεριφέρεται όπως πριν από σεισμό, όταν φοβάμαι. Πουλιά πετάνε υστερικά προς την αντίθετη κατεύθυνση από αυτήν που έχω καρφωμένο το βλέμμα μου, ανήμπορος, παγωμένος, το στομάχι μου με πονάει και τα δάχτυλα μου έχουν νεκρώσει. Όλα γύρω αποφεύγουν τους κακιασμένους γίγαντες, τα σύννεφα που φουσκώνουν, μαυρίζουν από οργή, ουρλιάζουν, μπλε λάμψεις στις κοιλιές τους, μάτια από άνεμο και ομίχλη, με κοιτάνε. Έρχονται.

Ύστερα, είναι σαν εφιάλτης, όνειρο που δεν έχει ξυπνημό. Στερεωμένος σε ένα σημείο, τα πόδια μου είναι πηλός που τρέμει, τριγύρω νεκρική ηρεμία σαν σε τάφο, από πάνω μου και παντού μαύρο, τα σύννεφα δεν είνα σύννεφα πια, είναι εβένινη κουρτίνα που έχει κρύψει για τα καλά τον ουρανό, έχει σκοτεινιάσει. Ένα τιτάνιο θηρίο που ίπταται είναι τα σύννεφα, όλα σιωπούν κάτω από το μεγαλείο του, ο φόβος. Αρχίζουν οι κεραυνοί και οι αστραπές να ουρλιάζουν, ασπρίζει ο κάμπος σε κάθε ξέσπασμα, τα πάντα γίνονται ασπρόμαυρα για ένα δευτερόλεπτο, σαν αρνητικό φωτογραφίας, τόση μοναξιά, τρέμω καταμεσής του λιβαδιού, χωρίς κάπου να τρέξω, σκάνε οι κεραυνοί δίπλα μου, είναι θέμα χρόνου μέχρι να με πετύχει κάποιος και να με κάνει στάχτη, όλα μυρίζουν ηλεκτρισμό και νωπό χώμα αλλά δεν έχει βρέξει ακόμη. Το νερό περιμένει ψηλά.

Όλα όσα δεν έχω κάνει, όλα όσα δεν έγινα αλλά ονειρεύτηκα, όλα όσα θέλω να προσφέρω και να ζήσω αλλά είναι λειψά μέσα μου, ό,τι ψιθύρισα τρομαγμένος τώρα ζωντανεύει μες τον κάμπο, γύρω μου παντού,στέκομαι ανήμπορος, τόσο ανήμπορος, ο φόβος.
Πού είνα το κάστρο σου βλάκα; Πού οι επάλξεις και τα στρατεύματα; 

Μετά, η μανιασμένη θύελλα, το κρεσέντο σε αυτή τη συμφωνία, κρύο νερό που πέφτει πάνω σε όλα, μαζί με άνεμο, τυφώνα, ξεριζώνει τα χόρτα και τα λουλούδια, με τυφλώνει, με μαστιγώνει, η φωνή μου είναι ένα τίποτα, ποιός να με ακούσει, τα ζώα ξεπαστρεύονται, τα μικρά τους χαμένα, ορφανά, χωρισμένα από τις ζεστές γούνες, όσα μπορούν να τρέξουν καίγονται από τους κεραυνούς, όσα πετάνε είνα καταδικασμένα. Μόνος.

Ένα χέρι πάνω στο δικό μου, ζεστά δάχτυλα μπλεγμένα με τα δικά μου τα νεκρικά, μια φιγούρα μέσα στη θύελλα. Δίπλα μου. Χαμογελάει. Χαμογελάει.
Δεν βλέπει; Δεν καταλαβαίνει;  Δεν φοβάται;
Κοιτάζω ξανά.

Βλέπω τον καθαρό ουρανό, την απογευματινή αύρα να χαϊδεύει τα χόρτα, μυρίζει γιασεμί ο αέρας, ο κάμπος είναι γεμάτος ζωή, απείραχτα τα ζωντανά που κυνηγιούνται παιχνιδιάρικα, μέλισσες σε χορό, μπλε και κίτρινο και πορτοκαλί το φόρεμα της φύσης, ο φόβος νεκρός.

Μια αγκαλιά. Ένα ζεστό φιλί δίπλα στα μάτια.

Αυτά έχω να αντιτάξω στο κάστρο το κλειδωμένο με τους φρουρούς και τις ανεβασμένες γέφυρες.

Χτες φοβήθηκα πολύ.
Και πέρασε.

Friday, April 09, 2010

14. 399



Μου είπε: "Να γίνουμε λίγο τρελοί;"
"Τι σημαίνει αυτό;" ρώτησα.

"Να κάτσε εδώ και κοίτα τον κόσμο να περνάει. Ένα πρωινό με καλό καιρό, δες τους ανθρώπους να μπαίνουν στο μετρό, στο Σύνταγμα. Χιλιάδες πρόσωπα, χιλιάδες, έλα να παίξουμε ένα παιχνίδι, θα προσπαθείς να απομνημονεύσεις τα πρόσωπα τους, όλα. Μετά θα πάμε να σου πάρω ένα μπλοκ με χιλιάδες σελίδες και χρωματιστά μολύβια που σου αρέσουν  και μια καινούργια γόμα και θα κάτσεις να τα ζωγραφίσεις όλα, ένα-ένα."

"Δεν υπάρχουν μπλοκ με χιλιάδες σελίδες."

"Θα παραγγείλουμε να μας φτιάξουν. Περπάτα μέσα στη πόλη ένα απόγευμα με καθαρό ουρανό, να καταλήξεις πάνω σε ένα λόφο και να δεις τον ήλιο να δύει πίσω από τις πολυκατοικίες, μετά να βρεις ένα ουζάδικο σε κάποιο σοκάκι και να πάρεις τους φίλους τηλέφωνο, να βρεθείτε και να πιείτε μέχρι να γελάτε χωρίς να ξέρετε γιατί, να μυρίζει η ανάσα ούζο και κρασί, ο σβέρκος σου να έχει ιδρώσει από τη μέρα και τα γέλια και το ποτό, μετά να έρθεις σπίτι και να σε κάνω μπάνιο, να κάνουμε μπάνιο μαζί. Μετά, μια άλλη μέρα, θα γυρίσω κουρασμένη από τη δουλειά και θα κάτσουμε στο μπαλκόνι που βλέπει στον ακάλυπτο και θα καπνίσουμε χωρίς να μιλάμε, εσύ θα διαβάζεις και εγώ θα καπνίζω και θα σε χαζεύω. Θα έρθει το Σαββατοκύριακο και θα ξυπνήσουμε αργά, η μυρωδιά από τον καφέ θα πλημμυρίσει το σαλόνι και η μέρα θα περάσει και δεν θα μας νοιάζει, οι μέρες θα περάσουν. Σε κάποιο ραντεβού, σε είδα από μακριά και ερωτεύτηκα το βλέμμα σου το αγχωμένο, ήθελες να περάσεις τον δρόμο, δεν σε άφηναν τα αυτοκίνητα. Σαν μικρό παιδί, χαμένο, τους ανθρώπους τους καταλαβαίνεις καλύτερα όταν τους κοιτάς την ώρα που εκείνοι νομίζουν ότι δεν τους βλέπει κανείς. Τους ανθρώπους τους καταλαβαίνεις καλύτερα όταν τους κοιτάς."

Κ γω είπα:

"Δεν είμαι συνηθισμένος. Ούτε σαν άνθρωπος, ούτε σε κάτι. Οι συνήθειες μου με οδήγησαν σε ένα δωμάτιο άδειο, στη γωνία ένα μαξιλάρι κιτρινισμένο από ιδρώτα και στο κέντρο ένα κερί, μοναχικό. Με τον αναπτήρα μου ανάβω το κερί, αμέσως το φυσάω και σβήνει. Για να τελειώσει το κερί, πρέπει να το κάνω αυτό 14.400 φορές. Εσύ είσαι βροχή. Λίγο να ανοίξω το παράθυρο, θα παρασύρεις τη φλόγα, θα την κάνεις καπνό, θα μουλιάσουν τα ρούχα μου και το μαξιλάρι θα επιπλέει σε λίμνη από σένα. Όταν συναντάω σκυλιά στον δρόμο, σταματάω και τους μιλώ, σαν να 'ταν άνθρωποι. Το αστείο είναι ότι μου απαντάνε τις περισσότερες φορές. Όταν ζωγραφίζω, θέλω να έρχεσαι και να μου δαγκώνεις τον ώμο, χωρίς να λες κάτι και γω να νευριάζω που με κούνησες και βγήκε η γραμμή λοξή. Το ωραίο με τα μολύβια είναι οι γόμες. Που σβήνεις και ξαναγράφεις, ξαναγράφεις. Και αν είναι καλό το χαρτί, δεν φαίνεται καν η παλιά ζωγραφική. Μόνο λίγο, ίσα για να δώσει το βάθος στην εικόνα, σαν το τελικό αποτέλεσμα να έχει πίσω του μεγάλη ιστορία.
Θέλω
να μου πιάσεις το χέρι όταν τρέμει, να ζωγραφίσω τη βροχή. Να την κάνω ορμητική βροχή, να ξεπλύνει όλες τις παλιές μολυβιές, να μην χρειαστεί η γόμα, είσαι βροχή. Με τρελαίνει η μυρωδιά από τις νερομπογιές στο δωμάτιο. Αντί για νερό, θα βουτήξω το πινέλο μου στον ιδρώτα που κρέμεται από τον λαιμό σου, έτσι όπως είσαι ξαπλωμένη στον καναπέ, έξω ο ήλιος πολεμάει το παντζούρι, θα πάρω λίγο μπλε νερού και κόκκινο φωτιάς, θα κάνω μια μωβ βροχή να πέφτει πάνω σε μια μορφή που στέκεται μπροστά σε ένα κερί. Όταν μυρίζω τα δέντρα και το χώμα, μου έρχεται στο μυαλό το τρέξιμο σε αγρούς. Ψηλά χόρτα και γω γυμνός, ουρλιάζοντας, κοίτα με, κοίτα με. Μακριά, κεραυνοί.
Έχω να σου πω ιστορίες, τις μάζευα όλα αυτά τα χρόνια για να στις πω, να στις ψιθυρίσω και να στις φωνάξω και να κάνω περιγραφές τρελές, να κάνω φάτσες και μουτσούνες και χειρονομίες και συ να γελάς. Το γέλιο σου είναι βροχή.
Το γέλιο σου είναι θάλασσα.
Το άγγιγμα σου γέφυρα.
Το σώμα σου, δαίμονας ιερός."

Μετά δεν μιλήσαμε άλλο.

Χτες το βράδυ, ναι, μόλις χτες ήταν, σηκώθηκα και περπάτησα μέσα στο σκοτάδι. Έξω έβρεχε μωβ βροχές, γαλάζιους κεραυνούς. Μπροστά σε μία κλειστή πόρτα στάθηκα, το ξύλο της βρεγμένο. Κάποιος μέσα χαρούμενος έκλαιγε.
Έκλαιγε και τελείωνε το μέτρημα του το ατελέσφορο.

14. 399

Monday, March 29, 2010

Μαμά γερνάω κ γω....


Πήγα και τρόχισα τους κυνόδοντες μου, λέει ήταν πολύ μυτεροί, χαχα, και το 'χα καμάρι πάντα πως έμοιαζα με σκύλο. Και μου 'πε η οδοντίατρος μου "Χαμογελάς και τρομάζεις τον κόσμο καλέ" και είπα εντάξει φάτους.
Και αμέσως μαλάκωσα σαν άνθρωπος, να χαμογελάω και να νιώθω άνθρωπος, να σταματήσω να κυνηγάω άλλες φύσεις λέει.
Γερνάω μάνα.
Και είμαι τόσο χαρούμενος.
Που να με δεις στα καλά μου μάνα.
Τι άντρας έγινα. Που παίρνω αποφάσεις σοβαρές και χειρίζομαι το τιμόνι της ζωής μου, τι υπερηφάνεια, με κοιτάνε οι γύρω μου και δεν με νοιάζει τι σκέφτονται γιατί είμαι ολόκληρος και δεν φοβάμαι αλλά φοβάμαι τόσο, που το μαρτυράω μόνο στις αγκαλιές τα βράδια, τη μέρα είμαι πύργος. Πέτρα και σίδερο, να μην φοβάσαι για μένα. Νερό και λάσπη είμαι και όταν κάθομαι μέσα σε ταξί, βλέπω την αντανάκλαση μου στο τζάμι και έχει μια θλίψη το πρόσωπο αυτό που δεν του ταιριάζει.
Γι' αυτό κάνω τον κόσμο να γελάει.

Να μαγειρεύω δεν έμαθα ακόμα και ας ξέρω να φτιάχνω όλα τα φαγητά. Κοκκινιστό κοτόπουλο με ρύζι. Σε παρακαλώ. Άλλη μία φορά. Φοβάμαι να τρώω αυτό το φαγητό μάνα. Μου θυμίζει τότε που απλά το μόνο που είχα να κάνω ήταν μπάνιο και ύπνο μετά και δεν με ένοιαζε τίποτα άλλο. Σε καθαρά, αλλαγμένα σεντόνια. Σε μυρωδιές που ξἀπλωνα αλλοτινές, τώρα παλεύω με την σκόνη και είμαι τόσο χαρούμενος. Που είσαι;

Ερωτεύτηκα ξανά μάνα.
Ζω και είμαι καλά.
Πονάω και είμαι καλά.

Πιάνω το στήθος μου και κοιτάω το καλοκαίρι να έρχεται και κάτι πονάει εκεί μέσα, είναι σαν σκυλιά που κλαίνε το βράδυ και τη μέρα συνέχεια παίζουνε, όλα μαζί σε ένα τσουκάλι, μην μου δίνεις αυτό το ποτήρι να πιω, όχι μόνος μου, που είσαι; Και γέλια και χαρές και πόνος και απώλεια και πρέπει να βρω την άκρη να ορίσω τον καινούργιο εμένα και κάθε φορά που αλλάζω δεν έχω έναν μάρτυρα να θυμάται τον παλιό εμένα, να ξέρει, να πιστοποιεί την αλλαγή, να μου πει ένα μπράβο ή ένα όχι.

Έχεις φιλιά από τη αδερφή μου.
Να την έβλεπες. Την είδες.
Που έφτασε τελικά και ξεπέρασε εκείνα τα Χριστούγεννα που τσακωθήκατε και τα κουβάλαγε μέσα της, διαμάντι πολύτιμο να κουβαλάει, το άφησε στη παραλία στο Μάτι που μας πήγαινες, το άφησε το διαμάντι, να την δεις να γίνεται καλύτερη, που είσαι; Δεν θέλει μπρατσάκια πια. Που είσαι; Μέσα στις ανάσες μας και στις κουβέντες μας και τις πνιγμένες μας λέξεις, είναι το όνομα σου. Ε, ρε και να μας έβλεπες.

Που σε αφήνω σιγά σιγά. Και τη μυρωδιά σου και το πρόσωπο σου. Σταμάτησα να κοπανάω το δικό μου πρόσωπο στους τοίχους. Να με δεις να στρίβω πριν τρακάρω και πόσο μου πάνε τα γιλέκα και τα σακάκια, τελευταία φορά με είδες με μπουφάν και τζην. Να σου πω για τον σκατόκοσμο και την κρίση και πόσο σκοπεύω να αλλάξω το σύμπαν με το μαγικό μου το ραβδάκι και να μην με κοροϊδέψεις, να με ακούσεις, να ακούσεις τα όνειρα μου να αντηχούν μέσα από την ονειροπύλη μου να φτάνουν εκεί που είσαι, να δονούνται και να γίνονται κόσμος και σάρκα και αίμα. ΚΟΣΜΟΣ.

Να με δεις φίλο
Να με δεις οδηγό
Να με δεις συνάδελφο
Να με δεις καλά - να αγγίζω και να μοιράζομαι και να μιλώ.

Ταπεινά, αν και δεν πιστεύω σε θεούς, να ευχαριστώ τους θεούς που κάποτε, τυχαία δύο άνθρωποι μεγάλωσαν χωριστά και πόνεσαν και έπαιξαν και γέλασαν και γνωρίστηκαν και ερωτεύτηκαν και έκαναν δύο παιδιά.

Πνίγομαι.
Γελάω.
Γερνάω μάνα.


Θέλω τόσο να σου πω για την ομορφιά, με την ασχήμια της και το ξινισμένο γάλα στο ψυγείο που πρέπει εγώ να αλλάξω, να βγω να αγοράσω καινούργιο. Θέλω τόσο πολύ να σου πω....
Για την αγάπη και πόσο.
Στο λέω.

Στο λέω

Στο λέω χριστέ μου

Wednesday, March 10, 2010

Οι ωραίες Κυριακές


Περάσανε οι μέρες και έφτασε η Κυριακή.
Μια όμορφη Κυριακή είναι το μόνο πράγμα που ζητάω.
Φαντάσου.
Ούτε καν έχω γεράσει. Δεν είμαι καν εξήντα, να πίνω τον ελληνικό μου καφέ τις Κυριακές σε καφενεδάκια και να διαβάζω την εφημερίδα μου και να χαζεύω τα νεαρά ζευγαράκια που θα τσιλιμπουρδίζουν περνώντας μπροστά μου και εγώ να ζηλεύω τη νιότη τους, δεν είμαι καν αυτό, που θα 'ταν δικαιολογημένο.
Μια όμορφη Κυριακή είναι το μόνο που ζητάω.

Να ξυπνήσω και να με έχεις στο στόμα σου. Να μυρίζει το δωμάτιο σεξ από το βράδυ, πριν λίγες ώρες να έχουμε κοιμηθεί. Να 'μαστε κουρασμένοι και ξενυχτισμένοι, να μυρίζει η ανάσα μας σάλιο και μαξιλάρι, να πονάνε τα σκέλια μας.
Να σηκωθείς και να μου φτιάξεις καφέ και ας σου έχω υποσχεθεί εκατό φορές ότι θα σηκωθώ εγώ αύριο να τον φτιάξω.
Να σύρω το κορμί μου στο μπάνιο και να μπω κάτω από το ζεστό νερό, να βιάζομαι για να πιω καφέ και ξαφνικά να μπεις μαζί μου στη μπανιέρα, να κάνουμε έρωτα και οι καφέδες που έφτιαξες να κρυώνουν.
Έξω ο καιρός χαλασμένος, βροχή, κουβέρτα πάνω στον καναπέ, στέκομαι για λίγο στο παράθυρο, σου 'χω πει ότι μ' αρέσει να το κάνω αυτό ε; Θα βάλουμε ταινία στο dvd, θα κάτσουμε αγκαλιά να την δούμε, τρόμου είναι και στα πιο κρίσιμα σημεία θα γραπώνεσαι από το χέρι μου και μετά θα πρέπει να σταματάμε την ταινία για να γελάμε.
Να γελάω μαζί σου.
Να μαγειρέψεις για να φάμε.
Να κάνουμε έρωτα πάλι το απόγευμα.
Το βράδυ να πάμε πάλι στο σαλόνι με την πρόφαση μιας ταινίας, μόνο κ μόνο για να περάσει ο χρόνος και να ξανακαταλήξουμε στο κρεβάτι.
Να κοιμηθείς ιδρωμένη στην αγκαλιά μου και να κουρνιάσω δίπλα στα όνειρα σου, να δανειστώ λίγη απ' την ανάσα σου, να ταξιδέψω και γω πριν κοιμηθώ.

Να κάνουμε πως δεν πονάμε από το παρελθόν μας και οι δύο. Τουλάχιστον, έτσι να μας φαίνεται τις Κυριακές τις όμορφες. Να μοιάζει το ΠΡΙΝ με τις κατεστραμμένες σχέσεις και τους γονείς τους παράξενους, ανώδυνο. Να μοιάζει παλιό και οι Κυριακές μας, καινούργιες. Να μοιάζει η ζωή πιο ζωή και ας βρέχει έξω.

Μια όμορφη Κυριακή είναι το μόνο που ζητάω-
Κι όταν έρχεται αυτή,
φοβάμαι τόσο που γελάω-

Thursday, March 04, 2010

Subatomic Schizoparanoic Spring (S.S.S.)



Έλα κάτσε λίγο απέναντι μου, να σε κοιτάζω στα μάτια καθώς σου μιλάω. Θα σου έβαζα ποτό αλλά...

Οι γάτες έχουν ξεκινήσει να τρελαίνονται. Τα βράδια κυνηγιούνται ξέφρενα, πλακώνονται στο ξύλο και ουρλιάζουν, ταρακουνάνε τις τριανταφυλλιές στον κήπο και το πρωί βρίσκουμε τα πέταλα σκορπισμένα, κόκκινα και άσπρα παντού, σαν να χιόνισε πέταλα, τα τριαντάφυλλα γυμνά, φορώντας μόνο τα αγκάθια τους. Οι γυμνές τριανταφυλλιές μοιάζουν με πόδια εντόμων που ξεπροβάλλουν από το έδαφος, μια χθόνια εντομοφυλή που θέλει να κατακτήσει τον πλανήτη.
Γιατί στο 'πα τώρα αυτό;
Α, ήθελα να σου μιλήσω για τα λουλούδια που σου πήρα, δεν σε βρήκα τελικά και τα άφησα στην κουζίνα να σαπίζουν, μέσα σε ένα βάζο με μπλε νερό.

Εσύ και γω, πάμε πολύ παλιά πίσω, ε;

Έχω περάσει 33 χιλιάδες χρόνια να κρατιέμαι από δύο τεράστια δερμάτινα λουριά που είναι δεμένα σε ένα τεράστιο μαρμάρινο κεφάλι. Το κεφάλι είναι με ανοιχτό το στόμα, το στόμα είναι μεγάλο σαν δωμάτιο, φύλλα έχουν κολλήσει στα μαρμάρινα δόντια και κάποτε εκεί μέσα γέννησε μια λύκαινα και κάποιος έγραψε με κόκκινο σπρέι πάνω στον ουρανίσκο του αγάλματος μια λέξη, τώρα έχει ξεθωριάσει, πάμε πολύ πίσω εμείς οι δύο. Τα λουριά είναι μακριά, φτάνουν πέρα από το χείλος ενός τιτάνιου γκρεμού, εγώ στην άκρη τους να κρέμομαι πάνω από το χάος, κάθε φορά που κοιτάζω πίσω βλέπω το άγαλμα με ανοιχτό το στόμα να με κοιτάζει, τα μάτια του είναι ζωγραφισμένα με κίτρινα και τιρκουάζ χρώματα. Το τοπίο είναι πανέμορφο τριγύρω, λόφοι και δάση και ένα ποτάμι κάτω, μακριά, χάνεται στον ορίζοντα. Περιμένω έναν σεισμό να ξεκολλήσει το κεφάλι, να κυλήσει μπροστά, στην αρχή θα φαίνεται σαν να σκύβει, μετά απλά θα κυλήσει και μαζί θα φύγουμε στο κενό. 

Μαζί στο κενό και στη μοναξιά και στην ηρεμία. Μαζί και στα καλά.

Λοιπόν, επίτηδες έχουν φτιαχτεί οι εποχές. Δεν νομίζω πως ο πλανήτης θα είχε κάποιο ιδιαίτερο πρόβλημα αν ήταν συνέχεια χειμώνας. Ή καλοκαίρι. Έχουν φτιαχτεί οι εποχές για να καταλαβαίνουμε καλύτερα εμάς τους ίδιους.
Εγώ ας πούμε. Εσύ. Μου άρεσε πάντα να είμαι άνοιξη, τα περισσότερα όμως τα έχω μάθει τις φορές που ήμουν φθινόπωρο, τις πιο ζεστές αναμνήσεις τις έχω από τότε που ήμουν χειμώνας και όταν είμαι καλοκαίρι όλοι θέλουν να είναι δίπλα μου. Όταν ήταν καλοκαίρι, μια φορά, βούτηξα στα βαθιά και είδα από κοντά ένα σαλάχι. Μικρό ήταν, άσπρο σαν σελίδα που κολυμπούσε και τρόμαξα τόσο πολύ.

Με τρομάζεις τόσο πολύ. Με κάνεις και φοβάμαι, τα χέρια μου τρέμουν, κοίτα το τσιγάρο, σαν να χορεύει η κάφτρα από μόνη της. Ίσως αν χαμογελούσες λίγο.

Λέω να φύγω πάλι, κατά τον Ιούνιο, Ιούλιο, να πάω στο μέρος που γεννήθηκε ο Νταλί με ένα σάκο και ένα μπλοκ και κάρβουνα και ακουαρέλες. Να πάω να ζωγραφίσω το λιμάνι που ήταν το πατρικό του, να τον εκμηδενίσω, να κάνω τα κύματα της θάλασσας να φουσκώσουν και να ξεχάσουν όλοι τα λιωμένα του ρολόγια, να μάθουν όλοι για τα φουσκωμένα κύματα μου που με έχουν τρελάνει, να εξαπολύσω την ζωγραφική μου στον κόσμο και να φωνάξω δυνατά ότι ακόμα και αν δεν ξέρω να ζωγραφίζω τόσο καλά όσο εκείνος, είμαι πιο τρελός από αυτόν. Μάλλον θα πετάξω τις ζωγραφιές μου μέσα στο λιμάνι, φόρος τιμής, ας μείνει αυτός ο μεγάλος ζωγράφος και εγώ θα αρκεστώ με τη μυρωδιά της Ισπανίας.

Θα γυρίσω και θα στη μεταφέρω με κάθε λεπτομέρεια.

Σαν σκιά είσαι ώρες ώρες. Τα μάτια μου δεν εστιάζουν την μορφή σου, θολή και αναρωτιέμαι: φταίει ο τρόπος που κοιτάζω; Φταίει εκείνη η ουλή που χαράχτηκε πάνω στα βλέφαρα μου, αιώνες πριν; Ή μήπως είναι που κρατιέμαι;

Και τα σημάδια; Τα γαμημένα σημάδια;
Τα λουριά και οι εποχές και το μαρμάρινο κεφάλι και ο Νταλί και οι γάτες.
Να τα αγνοήσω δεν μπορώ.

Θα μείνεις τελικά; Να το βάλω εκείνο το ποτό;
Ωραία.
Αν ακούσεις θόρυβο δυνατό, μην τρομάξεις.

Καποιανού το μαρμάρινο κεφάλι έπεσε από τεράστιο γκρεμό και σκόρπισε σε εκατομμύρια πέταλα.

Saturday, February 20, 2010

Whatever



Χα τι περίεργο.
Χα χα τι αστείο.
Να γράφω πάλι ψηφιακά γράμματα, να τα διαβάζουν οι ψηφιακοί θεοί και οι δυαδικές οντότητες και έξω να μπαίνει η Άνοιξη δειλά, σαν γυναίκα που περπατάει δίπλα σε κούνια μωρού για να μην το ξυπνήσει. Έχει γεμίσει ο τόπος περιστέρια και κίσσες και σπουργίτια και τσίχλες και έντομα. Απ' τα παράθυρα βγαίνουν κεφάλια και κοιτάνε ψηλά, δεν θα πάρω ομπρέλα σήμερα. Μυρωδιές από λουλούδια βομβαρδίζουν τα απλωμένα σεντόνια, μαλακτικό της φύσης, τολμάμε να χαμογελάμε λίγο περισσότερο.
Αλλάζουν οι θερμοκρασίες, σαν δέρματα πέφτουν τα προσωπεία και οι άνθρωποι απλά δεν ξέρουν να επικοινωνούν. Δεν ξέρουν να μιλήσουν. Προασπίζονται τα κεκτημένα τους, φρούρια μοναξιάς μέσα σε φρούρια μοναξιάς - και γω το ίδιο κάνω. Άσπρο εσύ, μαύρο εγώ.

Μεγαλωμένα παιδάκια όλα μας μέσα σε εγωισμούς και απολυτότητες που προστατεύουν τα κρυσταλλένια ποδαράκια μας, μη τυχόν και σπάσουν και μείνουμε κουτσοί σε κόσμο σκληρό και πόσο λίγο σε καταλαβαίνουν όλοι ε; Δεν μάθαμε να ακούμε ρε μαλάκα.
Δεν έμαθες ποτέ σου να ακούς, σου μιλάω και εσύ σκέφτεσαι τι θα μου πεις παρακάτω γιατί έχεις νιώσει πως απλά δεν συμφωνώ μαζί σου, στα αρχίδια σου ΤΙ λέω, το θέμα είναι να με πείσεις. Γουστάρεις μόνο τις λέξεις που γλύφουν τα σαπισμένα σου αυτάκια, τις προσφιλείς κοινοτοπίες που σε επιβεβαιώνουν, πληρώνεις τη ψυχανάλυση σου για να έχεις άλλοθι, πόσο σου κόστισε αυτόν τον μήνα ο εγωισμός σου; Πόσο τον ενίσχυσες; Τον έχτισες αρκετά έτσι ώστε να μην περνάει ούτε μπάλα από πάνω, να παίξεις ποδόσφαιρο μόνος σου;
Κάνεις κολλητούς σου τους ίδιους με σένα, για σχέση σου έχεις κάποιον που είναι από κάτω ή κάποιον που σου φαίνεται ότι είναι πολύ πιο πάνω, σε έχει πείσει, έχεις φάει το παραμύθι, το 'χεις καταπιεί και κάνεις και γαργάρες με τα σάλια της προσμονής σου.  Αρφ, αρφ, καλό σκυλάκι. Πάρε ένα μπισκότο, σκάσε, πάθε υστερία άμα κάποιος ταρακουνήσει το οικοδόμημα σου, απομονώσου.

Δεν σε καταλαβαίνει κανένας ε;
Σε καταλαβαίνουν μόνο αυτοί που θες εσύ.

Χτίσε μικρό μυρμήγκι, σπρώξε τους σβόλους στο ανάχωμα, σύρε τη πεθαμένη ακρίδα μες την τρύπα, τρέχα, χόρευε και σκάσε.
Μην επικοινωνείς, είναι αργά πια, έχεις περάσει το κρίσιμο σημείο που κάποιοι δίπλα σου προσπάθησαν να σου μιλήσουν, μην ακούς. Κεφάλι κάτω, στόχος ξεκάθαρος: να υπάρχεις, όχι να ζεις, όχι να ακούς, όχι να μαθαίνεις. Να μαθαίνεις μέχρι τα πενήντα σου, τα ογδόντα σου, τα χιλιαεκατό σου. Να δοκιμάζεις και γεύσεις από άλλες ψυχές, να ακούς, να μοιράζεσαι.
Άστο, δεν το 'χεις.

Χα, τι όμορφη που είναι αυτή η εποχή, που δεν έχει αποφασίσει ακόμα ο ουρανός, να κλάψει ή να γελάσει; Να κρύψω τα μπουφάν, να βγάλω τις βερμούδες; Να απλώσω τα ρούχα στο μπαλκόνι και τα σεντόνια μου, να πάρουν μυρωδιά από δέντρα, να καθαρίσω το τζάκι;
Αναποφάσιστος είμαι την Άνοιξη στο τι θα κάνω με τον καιρό.
Αλλά για σένα αποφάσισα.

Κουράστηκα να σε ξέρω.
Μικρό, γλυκό μυρμηγκάκι.
Δε θέλω πια.

Tuesday, January 19, 2010

ΣΑΙΣΑΡΑ


"Σαισάρα"
by
Egggod

 

Σούρουπο στην Ήπειρο, είναι ένα φλεγόμενο βασίλειο δαιμονικών. Ειδικότερα στη Ζαργάδα, το χωριουδάκι του Πάνου που τώρα πια είναι μόνο ερείπια και φαντάσματα.
---

 Όταν ο ήλιος ξάπλωνε και οι σκιές μεγάλωναν σε κείνη τη μεριά της Ελλάδας, τα δέντρα έμοιαζαν να αρπάζουν φωτιά, οι λίγοι άνθρωποι του χωριού μαζεύονταν στα σπίτια τους, οι άντρες στο καφενείο μαζί με τον παπά και τον δάσκαλο, οι γυναίκες στις φωτιές τους. Ερήμωνε το χωριό, μόνο τα αδέσποτα σκυλιά κρυφοπερπατούσαν στα σοκάκια και άμα κάποιο από αυτά αλυχτούσε ξαφνικά, όσοι το άκουγαν ανατρίχιαζαν.
Εκείνο το βασίλεμα, ο μικρός είχε περιπλανηθεί ανάμεσα στα δέντρα, άπειρα έλατα και κυπαρίσσια, ένα σκούρο τείχος που προστάτευε τη Ζαργάδα από τον έξω κόσμο. Ξεμάκρυνε ο Πάνος από την μάνα του, απασχολημένη αυτή με τη ρουτίνα της, έχασε τον μικρό από τα μάτια της για λίγο, τόσο όσο χρειαζόταν. Τον τράβηξαν τα δέντρα και παρόλο που οι φωνές της σε λίγο ακούγονταν σε όλο το χωριό, εκείνος δεν τις άκουγε.
Άκουγε τα δέντρα που ψιθύριζαν. Τα μικρά του πόδια τον πήγαν βαθιά μέσα στο δάσος, μέχρι που κανένα σπίτι δεν φαινόταν, γύρω του σκιές και σκοτάδι κόκκινο, μυρωδιά από χώμα. Κάτι κινήθηκε στα αριστερά του, κάποιος ψιθύρισε το όνομα του, ο Πάνος δεν φοβόταν καθόλου. Έτριζε η φύση γύρω του, ένα κλαράκι που σπάει, δαιμόνια που τεντώνονται καθώς ξυπνάνε για άλλη μια βραδιά, να προκαλέσουν πάλι χάος.
Την αντίκρισε απέναντι του, στα πέντε μέτρα, ψηλή και πανέμορφη, να στέκεται ακίνητη με το ένα της χέρι να ακουμπάει τον κορμό ενός δέντρου. Γυμνή, κατάλευκη. Ο μικρός ένιωσε τη φωτιά από τα δέντρα να του καίει το πρόσωπο και όπως χαμήλωνε ο ήλιος, έτσι χαμήλωνε και η φωτιά, κατέβαινε στη κοιλιά του, ο Πάνος δεν ήξερε τι του έλεγε το σώμα του, τρόμαξε.

"Μην τρομάζεις," είπε μια αρχαία, γλυκιά φωνή αλλά η γυναίκα δεν άνοιξε το στόμα της. Εκείνη το μόνο που έκανε, ήταν να προχωρήσει μερικά βήματα -σαν αέρας κινήθηκε- να γονατίσει μπροστά του και να τον κοιτάξει κατάματα.
Μαγεμένος ο Πάνος, βούτηξε ανήμπορος στις τρικυμιασμένες θάλασσες που είχε αντί για μάτια το δαιμονικό. Τον ρούφηξε μέσα της με το βλέμμα, βούρκωσε ο μικρός, ένιωσε άξαφνα και αυτός γυμνός, γαλήνη. Έσκυψε εκείνη και φίλησε τα χείλη του αγοριού, πέρα μακριά το χωριό φώναζε το όνομα του αλλά εκείνος, βυθισμένος μέσα στη λήθη του φιλιού δεν άκουγε. Μύρισε το άρωμα της, του θύμισε τριαντάφυλλα μαζί με γέννα σκύλας. Καναρίνια και κάστανα στη φωτιά. Τα χείλη της, φράουλες και ζεστό ψωμί.

"Με λένε Σαισάρα," είπε η γυναίκα και ο Πάνος βυθίστηκε σε πηχτό σκοτάδι.

Τον βρήκανε ξαπλωμένο πάνω σε φύλλα να κοιμάται, το σημάδι από νεραϊδοφίλημα στο μάγουλο του, μια μικρή ουλή που θα την κουβαλούσε για όλη του τη ζωή.  Τον πήρανε στο σπίτι και οι γριές του χωριού κάνανε τα ξόρκια τους, βάλανε αγιασμό κάτω από το προσκεφάλι του και σφάξαν κότες και πλέξανε μαλλιά από παρθένες, τα έκαναν σταυρουδάκια που τα κρέμασαν στη μέση του, γιατί οι νεράιδες θέλουν το σπέρμα των ανδρών για να κάνουν παιδιά.
Από παιδί άντρας και η μάνα του δεν τον άφησε ποτέ από τα μάτια της ξανά, μέχρι που τα έκλεισε στα εξήντα της, κουρασμένη από την αρρώστια. Μεγάλωσε αυτός, ξέχασε τις νεράιδες και άρχισε να κυνηγά τα κορίτσια του χωριού, όποτε τον ρωτούσαν για την ουλή στο μάγουλο τους έλεγε ότι την απέκτησε πάνω στο παιχνίδι. Ήρθε η ώρα και ο πατέρας του τον έστειλε στην Αθήνα να γίνει δάσκαλος, το τελευταίο βράδυ πριν το ταξίδι του είπε να μην γυρίσει ποτέ πίσω. Του το είπε βουρκωμένος, ο Πάνος δεν κοιμήθηκε εκείνο το βράδυ. Άκουγε τα δέντρα να τον καλούν.

Νέος αιώνας και νέες ιδέες στην Αθήνα. Ένα παράλληλο σύμπαν που μέσα του βυθίστηκε ο νέος φοιτητής. Μια θάλασσα βιβλία, κάθε ένα τους και ένα κύμα που τον μετέφερε σε όλο και πιο μακρινές ακτές. Κοσμοπολίτικη ζωή και δεξιώσεις, καπηλειά με παρέες και ρεμπέτικα, λογοτεχνικές βραδιές και περίπατοι με αιθέριες υπάρξεις, συμφοιτήτριες. 
Η Δανάη.
Πλάσμα εύθραυστο με μακριά καστανά μαλλιά, πράσινα μάτια, όταν χαμογελούσε δύο λακκάκια σχηματίζονταν στα μάγουλα της, τα λάτρευε αυτά τα λακκάκια ο Πάνος και του πήρε κοντά στα δύο χρόνια για να της το πει. Ήταν σε ένα καφενέ στη Πλάκα, της χάιδεψε τα μαλλιά και το βλέμμα της την ώρα που της το έλεγε, κάτι του θύμισε. Κάτι από δέντρα και σκοτάδι και ομορφιά απερίγραπτη.
Παντρεύτηκαν με το που αποφοίτησαν.
Στήσανε σπιτικό μαζί, δάσκαλοι και οι δυο τους. Τη πρώτη φορά που της έκανε έρωτα, πάνω στη κορύφωση, βρέθηκε για λίγο σε άλλο μέρος. Ξαπλωμένος πάνω σε ξεραμένα φύλλα, λερωμένος με χώμα, στην αγκαλιά του εκείνη, το δαιμόνιο, η Σαισάρα. Η νεράιδα.
Αρκετή ώρα μετά τα τελευταία φιλιά, ξάγρυπνος, στάθηκε μπροστά στο παράθυρο με ένα ποτήρι στο χέρι, μια μορφή στο μυαλό. Έφερε το χέρι στο μάγουλο, στην ουλή, στο νεραϊδοφίλημα, ανατρίχιασε στον σβέρκο, κρύωσαν τα άκρα του και ένιωσε βαρύς, σαν ριζικό κακό να κρεμόταν από πάνω του. Χώθηκε στην αγκαλιά του αγγέλου που τον περίμενε στο κρεβάτι και ευχήθηκε η παγωνιά του κορμιού του, να μην την ξυπνήσει.

Έλαβε τηλεφώνημα από το χωριό. Πέθανε ο πατέρας του. Πήρε την γυναίκα του και ταξίδεψαν να πάνε να τον θάψουν, να δει μια τελευταία φορά αυτός τον πατέρα του και για πρώτη φορά η Δανάη τον πεθερό της, έστω και νεκρό.
Στο ταξίδι, στο τραίνο, αποκοιμήθηκε. Τον ξύπνησε κάποια στιγμή η Δανάη χαμογελώντας, του χάιδεψε το μέτωπο.

"Τι μουρμουράς χαζούλη;"
"Τι;"
"Σαισάρα είπες. Την κόρη του Κελεού ονειρεύεσαι."
"Ποιά;"
"Την κόρη του Κελεού, του βασιλιά της Ελευσίνας. Έτσι λέγαν την Ελευσίνα στα αρχαία χρόνια. Σαισαρία. Αυτήν ονειρεύεσαι και με απατάς;"

Δεν απάντησε ο Πάνος. Αυτήν ονειρευόταν.

Η Ζαργάδα ήταν ένα θλιβερό απομεινάρι των παιδικών του χρόνων. Οι περισσότεροι είχαν φύγει για την πόλη, νέους δεν είχε το χωριό, μόνο γέρους με αναμνήσεις και σκαμμένα πρόσωπα. Τα πιο πολλά σπίτια ήταν κλειστά, έρημα, σκονισμένα παράθυρα και παραμελημένες αυλές, ρωγμές στους τοίχους και ρημαγμένες στέγες, στις καμινάδες έβλεπες φωλιές πουλιών.
Στη κηδεία παρευρέθηκε όλο το χωριό, πενήντα άνθρωποι όλοι κι όλοι, θάψανε τον πατέρα του δίπλα στη μάνα του στο νεκροταφείο της Παναγιάς της Ψηλοβλέπουσας. Την λέγαν έτσι γιατί το εκκλησάκι της είχε χτιστεί με πλίνθους κοντά στην άκρη ενός ψηλού γκρεμού, μέρος του φαραγγιού του Δάμου. Με τα χρόνια προχώραγε ο γκρεμός και μάσαγε τους τάφους, στη πλαγιά του μπορούσες να δεις κομμάτια από μνήματα να ξεπροβάλλουν σαν χαλασμένα δόντια ενός γίγαντα που ξάπλωσε να κοιμηθεί και δεν ξύπνησε ποτέ. Τριγύρω η θέα έκοβε την ανάσα.
Το χάραμα, η ομίχλη έμπλεκε με τα δέντρα και έκανε έρωτα στα κλαριά, έγνεθε ονειρικούς ιστούς που μύριζαν πάγο, όσοι αετοί έβγαιναν για κυνήγι έμεναν να πετούν ανήμποροι πάνω από τα χαμηλωμένα σύννεφα, ούρλιαζαν νευριασμένοι και χάνονταν πάλι στα κλαδιά ή πίσω από τη κορφή του βουνού, να βρούνε λεία ή κάποιο ταίρι.
Το βράδυ, όλο το φαράγγι μουρμούριζε με μυστική ζωή, τραγούδι αηδονιού, το σκούξιμο του γκιώνη, πετάγματα από κουκουβάγιες, το καντηλάκι στο παράθυρο της Παναγιάς σαν φάρος σε απόκοσμη ακροστεριά.

Το πατρικό σπίτι μια πληγή.
Το δωμάτιο των γονιών του κρύο, έπιασε η Δανάη να το ξαναζεστάνει, άλλαξε τα σκεπάσματα, άνοιξε τα παράθυρα, άναψε τη φωτιά, πέρασε ο κόσμος να πει τα συλλυπητήρια του, να δούνε οι γέροι τον Πάνο, να του ευχηθούν, να τον αγγίξουν. Περνούσε η μέρα και όποτε έβρισκε την ευκαιρία αγκάλιαζε την Δανάη για στήριγμα, του χάιδευε εκείνη το μέτωπο, στεκόταν δίπλα του υπομονετικά καθώς παλιοί γνωστοί και μακρινοί συγγενείς περιεργάζονταν τη νύφη του μικρού Παναγιώτη, ευχές για πολλούς απογόνους μπλεγμένες με θλιμμένα ανέκδοτα από τη ζωή των γονιών του.
Το σούρουπο ήρθε στο σπίτι με τη βοήθεια δύο γυναικών η κυρά Μπέλσα. Χοντρή με αραιά μαλλιά που ανέμιζαν σαν στάχυα, μαυροντυμένη, παρθένα στα γεράματα της, μάγισσα. Ήταν μια από τις γυναίκες που είχαν ξορκίσει το κακό, τότε που βρήκαν τον Πάνο να κοιμάται στο δάσος.
Στάθηκε μπροστά του αγέρωχη, στηριγμένη στη ξύλινη μαγκούρα της, τη σταυροστολισμένη. Τα μάτια της, χωμένα μέσα σε ποτάμια από ρυτίδες, τον έγδυσαν απροκάλυπτα, σπίθες πονηριάς και σοφίας μέσα στο γκρίζο βλέμμα της.

"Ήρθες τελικά," του είπε σαν να είχαν αφήσει συζήτηση στη μέση, μόλις μια ώρα πριν.
Αμήχανος ο Πάνος έκανε να την αγκαλιάσει, του έπιασε εκείνη το πηγούνι και του γύρισε το πρόσωπο να δει την ουλή.
"Πάρε την γυναίκα σου και φεύγα πριν νυχτώσει για καλά," τον πάγωσε η γριά. Του φίλησε το μέτωπο και μετά έκανε νόημα στις γυναίκες, την πήραν από τα μπράτσα, βογκώντας χάθηκαν και οι τρεις στο ημίφως.
Κοιμήθηκε το χωριό, ξάπλωσε η Δανάη κουρασμένη και δίπλα της ο Πάνος ξάγρυπνος, άκουγε τα κάρβουνα να πεθαίνουν στο τζάκι, άκουγε τα δέντρα. Να τον καλούν. Είχε νυχτώσει για καλά όταν έκλεισε τα μάτια του.
---
Περπατούσε αρκετή ώρα πριν συνειδητοποιήσει ότι περπατούσε. Το γεμάτο φεγγάρι, προσέδιδε από ψηλά μια στοιχειωμένη θεατρικότητα στο πυκνό δάσος που τον περιέβαλλε. Οι κορμοί σαν αρχαίες κολώνες, τα πεσμένα φύλλα λευκόγκριζος τάπητας, οι σκιές ζωντανές, η ανάσα του καπνός που θόλωνε την ορατότητα του. Κανένα ίχνος του χωριού, κανένα σημάδι πολιτισμού, κανένας ήχος, τρομαχτική, απόλυτη ησυχία. Ήταν ντυμένος αν και δεν θυμόταν να έχει ντυθεί.
Ξαφνικά μπροστά του, ένα μικρό αστέρι να χορεύει ξέφρενα, πυγολαμπίδα. Μαζεύτηκαν πολλές, ένα νεφέλωμα μες την καρδιά του δάσους να τον οδηγεί, να τον παρασέρνει βαθύτερα, το ακολούθησε. Άκουσε θόρυβο στα αριστερά του, γύρισε το κεφάλι και είδε μια αγέλη λύκων να περπατάει μαζί του, μεγάλοι μαύροι λύκοι, φιλικοί, αδιάφοροι. Πότε πότε, κοιτούσαν τον Πάνο ερευνητικά με μάτια από φωτιά, μάτια που καθρέφτιζαν το φεγγάρι, μάτια από ατόφιο ασήμι. Δεν ένιωσε φόβο, μόνο προσμονή. Άκουσε θόρυβο στα δεξιά του, γύρισε να δει. Ένα κοπάδι από ελάφια, μικρά, μεγάλα, λεπτοπόδαρα, ανήσυχα, άλλο να πηδάει μπροστά και άλλο να κοντοστέκεται, όλα μαζί στην ίδια πορεία με εκείνον και τους λύκους, μπροστά οι πυγολαμπίδες.
Μια νυχτερινή παρέλαση, ο Πάνος χαμογέλασε και άρχισε να γδύνεται περπατώντας, χωρίς να γνωρίζει γιατί, πετούσε τα ρούχα του το ένα μετά το άλλο μέχρι που έμεινε ολόγυμνος, τα ζώα και από τις δυο μεριές πλησίασαν να τον ζεστάνουν με τα σώματα τους, λύκοι και ελάφια μπλεγμένα σε έναν παράταιρο όχλο, το τρίχωμα τους μια ζωντανή κουβέρτα, τρίβονταν πάνω στους μηρούς του Πάνου, στις γάμπες του, ακουμπούσαν τις μουσούδες στα ακροδάχτυλα του χωρίς να βγάζουν ήχο, μια ορχήστρα από ανάσες στο σκοτάδι, ένας χορός από πήδακες ατμού.

Άξαφνα, τραγούδι.
Μεμιάς σκορπίσαν οι πυγολαμπίδες, σταμάτησαν τα ζώα να περπατάνε, ξεκόλλησε από την παρέλαση ο Πάνος, ένας λύκος κλαψούρισε και ένας άλλος γρύλισε απειλητικά.
Έτσι τραγουδάνε οι θεοί, σκέφτηκε και προχώρησε μπροστά. Έτσι τραγουδάνε τα ποτάμια και οι βράχοι και ο ήλιος. Ο άνεμος και το αίμα.
Μπροστά κάμποσα μέτρα, μια λευκή μορφή καθισμένη στον κορμό ενός πεσμένου δέντρου. Μαζεύτηκαν οι σκορπισμένες πυγολαμπίδες, πολύ περισσότερες τώρα, χιλιάδες, κάθισαν στους τριγύρω κορμούς, σταμάτησαν το πέταγμα τους και φώτισαν το μέρος με αλλόκοσμο, πρασινωπό ημίφως.
Η Σαισάρα, αγέραστη, αναλλοίωτη, θεία.
Με τα μάτια κλειστά και το πρόσωπο στραμμένο στο φεγγάρι, σαν άγαλμα σε προσευχή, στόμα μισάνοιχτο. Το τραγούδι της χωρίς λέξεις, μόνο μουρμούρισμα και λυγμοί, κοφτές ανάσες και μελωδίες αιθέριες, σπαρακτικές. Πιάσανε οι πυγολαμπίδες να κρατούν ένα βαρύ ισοκράτημα με τα φτερά τους, βόμβος βαθύς, ιερός σαν του Άδη το πρόσταγμα. Το γυμνό κορμί της νεράιδας, αψεγάδιαστο, ονειρικό. Πλούσια στήθη κάτω από έναν μακρύ λαιμό, λεπτοί ώμοι, τα χέρια πάνω στο στομάχι ακουμπισμένα, πόδια ενωμένα, μακριά, κατάλευκα. Μαύρες οι ρώγες της σαν σταφύλια. Μαύρα τα μαλλιά που έφταναν μέχρι το χώμα, λες και ξεκινούσαν από αυτό σαν ρίζες, κυματιστά, γυαλιστερά σαν φίδια.
Σταμάτησε το τραγούδι της και άνοιξε τα μάτια της, μαύρο το βλέμμα της, η νύχτα. Τον κοίταξε με υπεροψία, προκαλώντας τον, έτεινε το πηγούνι της προς το μέρος του, στήριξε το σώμα της στα δύο της χέρια και άνοιξε τα πόδια της. Του φάνηκε πως είδε διαμάντια εκεί κάτω, σταγόνες ήταν, παγιδευμένες στις τρίχες της ήβης της. Έκανε αυτός ένα βήμα μπροστά, δεν άντεξε, έτρεξε και έπεσε απάνω της, το σώμα της καυτό παρά τον χειμώνα γύρω τους, τα ζώα ανήσυχα πιο πίσω να κοιτάνε.

Γλίστρησε μέσα της αβίαστα, τον τύλιξε με τα πόδια της, τα σταύρωσε στη πλάτη του, τα χέρια της γαντζώθηκαν στον σβέρκο του, μικρά αυλάκια από αίμα ξεκίνησαν από τα νύχια της και κύλησαν προς τα κάτω, κόκκινες φλέβες πάνω σε άσπρο μάρμαρο. Της δάγκωσε τα χείλη, γεύση από παγωμένο νερό, από κρασί θεών. Της φίλησε τον ιδρώτα από τα στήθη, ζάχαρη και αλάτι μαζί. Με κάθε ώθηση του, μεγάλωνε στο πρόσωπο της η έκπληξη και η ηδονή, ένας κοινός θνητός και ένα στοιχείο της φύσης ενωμένα, του το έδειχνε με το βλέμμα της, παραδομένος εκείνος το καταλάβαινε και το αποδεχόταν.
Δεν υπήρχε στο μυαλό του η Δανάη.
Δεν υπήρχε στην καρδιά του λογική.
Δεν υπήρχε όριο στις αισθήσεις του.

Τέλειωσε μέσα της ουρλιάζοντας και την ώρα που το σπέρμα του γέμιζε τα σωθικά της, οι λύκοι πέσανε μανιασμένοι πάνω στα ελάφια. Κάποια πρόλαβαν και χάθηκαν μέσα στα δέντρα, στο κατόπι τους, μαύρες σκιές. Πλημμύρισε με αίμα το δάσος, χόρτασαν οι λύκοι, πορφυρές μουσούδες, ασημένια μάτια, ξεκίνησαν να ουρλιάζουν και αυτοί με την σειρά τους στο φεγγάρι. Ο Πάνος πεσμένος πάνω στα στήθη της Σαισάρας, ξέπνοος, άρχισε να φοβάται.
Θέλω να ξυπνήσω, σκέφτηκε.
---
Άνοιξε τα μάτια του ο μικρός Πάνος. Ήταν πεσμένος πάνω σε ξερά φύλλα, για πόση ώρα δεν γνώριζε. Η μάνα του μακριά, φώναζε το όνομα του. Της απάντησε με όλη τη δύναμη της φωνής του.

"Τσακίσου! Το φαγητό είναι έτοιμο!"

Τίναξε από πάνω του χώμα και φύλλα, μπερδεμένος με τον τόσο ζωντανό εφιάλτη που μόλις είχε δει, το ξυπνητό μυαλό του ήδη έσβηνε τις λεπτομέρειες γοργά. Έκανε να τρέξει, ένιωσε άβολα, τα σκέλια του υγρά. Ανήσυχος, σκούπισε τον εαυτό του με το μαντήλι του, το πέταξε από ενοχή χωρίς να έχει κάποιον σίγουρο λόγο για να νιώθει ένοχος, θα έλεγε στη μάνα του ότι το έχασε. Άρχισε να τρέχει και όσο πλησίαζε τις παρυφές του δάσους, μια ευφορία απλωνόταν στο σώμα και στη ψυχή του, μια χαρά ανείπωτη που τον έκανε να χαμογελά. Όρμησε προς το χωριό, παντού καμινάδες που κάπνιζαν και τζάκια αναμμένα και φωνές χαρούμενες από το καφενείο.

Ο ήλιος κρύφτηκε πίσω από το βουνό, το σούρουπο τελείωνε, άρχισε η νύχτα να ξυπνά και μαζί της τα τραγούδια του σκοταδιού, από κόκκινα τα δέντρα έγιναν χρυσαφιά και σιγά σιγά, γκρίζα, στο τέλος μαύρα. Κλείστηκε ο κόσμος μες τα σπίτια, ξύπνησαν τα δαιμόνια στο δάσος, ξεκίνησαν τον ξέφρενο χορό τους με αυλούς και φλογέρες και κύμβαλα, να σπείρουν πάλι αταξία, να παίξουν και να κυνηγήσουν, να χαλάσουν, να ερωτοτροπήσουν.

Να βρούνε καινούργιες ιστορίες, φανταχτερές, να πούνε στη βασίλισσα τους τη Σαισάρα που εγκυμονούσα κάθεται στη καρδιά του δάσους και τραγουδάει στο αγέννητο παιδί της.
Τραγουδάει ένα νανούρισμα αρχαίο, αιώνιο, μια μελωδία που υπάρχει πριν να φτιαχτεί ο κόσμος από τους θεούς.

Η πλάση γύρω της σωπαίνει.

Κάπου εκεί βαθιά στα δάση, γύρω απ' τη Ζαργάδα που δεν υπάρχει πια.

---

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Ζαργάδα και Δάμος είναι φανταστικές ονομασίες, τα μέρη που περιγράφονται όμως είναι υπαρκτά. Απ' όσο τα θυμάμαι δηλαδή.