Tuesday, December 29, 2009

REsolution


"Sleep" 
by
Egggod 

Μικρή πάνινη κούκλα, πεταμένη στου δωματίου τη γωνιά.
Σαν μαριονέτα με κομμένα τα σχοινιά της, σαν παιδικό πάρτι χωρίς παιδιά, μόνο τα φαγητά στους δίσκους. Σαν ένα μπιμπελό που δεν πετάς γιατί σου θυμίζει. Σαν κάτι που κάποτε ήταν κάτι μα τώρα είναι ένα τίποτα.
Έτσι ένιωθε εκείνο το πρωί.
Έσβησε το τσιγάρο του και ξεκίνησε να στρίβει καινούργιο. Το τοστ καμένο, τον παρακολουθούσε από το πιάτο στωικά, ξέροντας πως στα σκουπίδια θα κατέληγε μαζί με τα χαμόγελα της μέρας. Στο παράθυρο ένα γαμοσπούργιτο. Στο πάτωμα: ρούχα, βιβλία και ένα άδειο μπουκάλι. Να ξυριστώ, σκέφτηκε αλλά το έβγαλε από το μυαλό του, δεν ήθελε να παίξει με ξυράφια. Στον τοίχο κάτι φωτογραφίες κολλημένες έτσι, χύμα, με κολλητική ταινία, στραβές. Κάποιες έγχρωμες, όλες μαυρόασπρες, γκρίζες - γιατί δεν τις κατέβαζε δεν ήξερε να σου πει άμα ρωτούσες. Το σπίτι άδειο, κρύο. Έξω βρεγμένα παλτά και ομπρέλες, κλασική μουσική. Μέσα πιο ροκ, σηκώθηκε και πήγε μέχρι την κρεβατοκάμαρα, είχε να πατήσει εκεί πάνω από τρίμηνο, κοιμόταν στο σαλόνι, μπροστά στη τηλεόραση, ανάμεσα σε αποτσίγαρα και ποτήρια και πιάτα και αποφάγια από delivery αηδίες.
Κοίταξε τα σκονισμένα μαξιλάρια και το τσαλακωμένο σεντόνι. Από το ταβάνι, ένας βρώμικος ιστός. Δύο γυναικείες παντόφλες του κόψανε την φόρα και δεν μπήκε παραμέσα στο δωμάτιο. Είπε να ανοίξει το παντζούρι, να μπει φως.
Γύρισε την πλάτη του στο δωμάτιο και πήγε στον καθρέφτη του μπάνιου.
Σαν τζάμι ο καθρέφτης, δεν υπήρχε αντικατοπτρισμός, σαν παράθυρο στο έξω, κοίταξε και είδε πράσινους λόφους, σαν Σκωτία, σαν βιβλίο, κάτι φανταστικό, έριξε λίγο νερό στο πρόσωπο του και ο καθρέφτης έγινε πάλι καθρέφτης, κοίταξε τον εαυτό του στα μάτια αλλά όχι για πολύ.
Χτύπησε το τηλέφωνο.
"Ναι;"
"Γεια σας," μια θηλυκή φωνή, χαρμόσυνη.
"Γεια, ποιός-"
"Είστε ένας από τους εκατό τυχερούς που κέρδισαν μια τζάμπα πιστωτική," είπε το ρομπότ και εκείνος έκλεισε το τηλέφωνο.

Τις περισσότερες μέρες κοιμόταν ακόμα και με τα μάτια ανοιχτά. Έβλεπε όνειρα στο ξύπνιο του.  Έβλεπε
ότι τα είχε κάνει όλα σωστά. Είχε μια σούπερ δουλειά που του έδινε πολλά λεφτά, είχε ένα σκύλο και ένα καθαρό σπίτι, αυτοκίνητο και πολλούς φίλους. Έβλεπε ότι είχε μια γυναίκα δίπλα του, την γυναίκα της ζωής του. Έβλεπε ότι είχε παιδιά. Ένα αγόρι και ένα κορίτσι.
Έβλεπε
τον εαυτό του μπροστά σε έναν τεράστιο γκρεμό και τότε τα όνειρα σταματούσαν.

Άναψε τον θερμοσίφωνα και μετά τον ξέχασε, έκατσε στον καναπέ στο σαλόνι και έστριψε ένα καινούργιο τσιγάρο.

Ξάπλωσε χαμηλά, αγκαλιά με τη γη, έγινε ένα με το χώμα, ήταν πάρα πολύ καλός στο κρυφτό, ποτέ δεν τον έβρισκαν, ήταν πάντα αυτός που φώναζε "Φτου, ξελευθερία!" και τον άκουγαν δύο γειτονιές πιο δίπλα, ξάπλωσε χαμηλά και χαλάρωσε την αναπνοή του, από πάνω του να περνούσες δεν θα τον καταλάβαινες. Μυρμήγκια περπατούσαν κοντά στο πρόσωπο του, τα χαλίκια σκληρά στα μάγουλα του, περίμενε την ευκαιρία για να τρέξει, να λυτρώσει τους χαμένους, να ελευθερώσει, να ελευθερωθεί.

Έμεινε εκεί ξαπλωμένος μια ζωή, δεν βγήκε ποτέ.

Τέλειωσε το τσιγάρο, η κάφτρα του έκαψε τα δάχτυλα, γέλασε μονάχος του.
Χτύπησε το κουδούνι, να μοιράσουν διαφημιστικά στη πολυκατοικία. Να τα αφήσουν στο γραμματοκιβώτιο, τους είπε.

Στάθηκε στον διάδρομο που ένωνε τα δωμάτια του σπιτιού.

Έχεις διαβάσει για αύριο;
Ναι, δεν είχαμε πολλά.
Αν και αυτό το τρίμηνο πας χάλια, σταματάς και πιάνεις δουλειά.

Λες και αυτό ήταν απειλή. Λες και τον ενδιέφεραν τα βιβλία και οι δέσμες και οι σπουδές.
Αυτός θα άλλαζε τον κόσμο ρε.
Αυτός δεν βγήκε ποτέ και τα υπόλοιπα παιδιά πήγανε σπίτια τους και βράδιασε και έμεινε εκεί κρυμμένος, ξαπλωμένος στο χώμα. Και οι λεύκες χιονίσανε απάνω του χνούδια εκατομμύρια και τον καλύψανε και έγινε κομμάτι του τοπίου.

Αυτός πολέμησε συνέχεια στη πρώτη γραμμή, μόνο και μόνο για να ξυπνήσει ένα πρωί χωρίς τσιγάρα για να δει ότι ποτέ δεν υπήρξε πόλεμος, ούτε πρώτη γραμμή ρε βλάκα, όλοι τα ίδια, παντρεύτηκαν και έκαναν παιδιά που τώρα παίζουν κρυφτό έξω και αυτός κάθεται και τα κοιτάζει πίσω από βρώμικα παράθυρα, αξύριστος. Πήρε ένα μισοτελειωμένο στυλό και έγραψε ένα μισοτελειωμένο παραμύθι.

Μια φορά και έναν καιρό
ζούσε κάπου μακριά ένα μικρό παιδί
που είχε μία κατάρα,
κάθε που προσπαθούσε να μιλήσει
οι λέξεις του γινόντουσαν αλυσίδες
και δένανε αυτόν και αυτούς που αγαπούσε
σε βυθούς σκοτεινούς με τέρατα
κάθε που προσπαθούσε να αγαπήσει
γινόταν η αγάπη του αγκάθια και τον γδέρνανε στο πρόσωπο
μέχρι που έγινε ένα κακάσχημο τέρας
από την αγάπη την πολλή
και μια μέρα-

Τελείωσε το στυλό.
Έστριψε ένα τσιγάρο και το άναψε και με τον ίδιο αναπτήρα άναψε ένα κερί.
Αποσύνδεσε τη φιάλη της γκαζόσομπας, άφησε το αέριο να φεύγει στον χώρο.
Πήρε μία συγκεκριμένη φωτογραφία από τον τοίχο, την δίπλωσε, την έβαλε στο πορτοφόλι του.
Έβαλε το αγαπημένο του καπέλο και το καφέ παλτό του, το ζεστό.

Φόρεσε ένα τεράστιο χαμόγελο και βγήκε έξω, στη κλασική μουσική.
Φόρεσε ένα τεράστιο χαμόγελο.

2 comments:

Slevin Kelevra said...

Θέλησα πολλά να γράψω διαβάζοντας το εξαιρετικό σου για άλλη μια φορά αυτό κείμενο. Δεν θα το κάνω όμως.
Θα σου ευχηθώ μια όμορφη χρονιά να έχεις αδερφέ με λιγότερα ποπ κορν από εκείνα που βασανίζουμε εδώ και καιρό και πιο "ανάλαφρες ταινίες" και θα σε παρακαλέσω να πάρει η αφεντιά σου τα μπογαλάκια της και να έρθει μια βόλτα προς τα εδώ να ασχοληθούμε με κάτι μπύρες και ποτά που εδώ και καιρό τα έχουμε σε εκκρεμότητα.

Να είσαι καλά αδερφέ.

Tradescadia said...

Φτου ξελευθερία αγαπημένο λυκόπουλο! Και μια φωτεινή αγκαλιά για την καινούρια χρονιά! (και με λερωμένη γούνα, δε πειράζει!)