Tuesday, December 15, 2009

ΑΙΩΝΕΣ ΠΡΙΝ -ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ


"unwelcome"
by
Egggod 

Κάθισε μπροστά στο δέντρο το στολισμένο, κρυφά, αιώνες πριν.
Δεν υπήρχαν δώρα στη βάση του, λεφτά δεν υπήρχαν και ο άγιος Βασίλης δεν υπήρχε. Το εννιάχρονο μυαλό του τα ήξερε όλα αυτά πολύ καλά. Το δέντρο ντυμένο με πλαστικές μπάλες, φτηνές και ξεφτισμένες, η γυαλάδα τους θαμπή. Μία σειρά από φωτάκια, τα πιο πολλά σβηστά, χαλασμένα. Στην κορυφή ένα αστέρι μισοσπασμένο, κολλημένο με μονωτική ταινία, της μάνας του γλυπτική. Κάθισε κρυφά, πολύ αργά για να είναι ξύπνιος αλλά τα τελευταία βράδια δεν κοιμόταν και πολύ. Τα ουρλιαχτά από το δωμάτιο των γονιών του, του κρατούσαν συντροφιά καλύτερα και από τους πιο ζεστούς εφιάλτες. Οι μέρες περνούσαν γκρίζες. Ο πατέρας του στο ταξί, να λείπει από το σπίτι όσο περισσότερο του επέτρεπε η θυμωμένη αγανάκτηση του, η μάνα του στις φίλες για καφέ, μαγείρεμα και κρυφή ζωγραφική. Η μάνα του ζωγράφιζε κρυφά σε μικρά μπλοκ που τα κρατούσε μέσα στο μαύρο κομοδίνο, στη κουζίνα, έπιπλο της γιαγιάς. Όταν οι γονείς του έλειπαν, πήγαινε και άνοιγε το συρτάρι, έβγαζε τα μπλοκ κάτω από τα τραπεζομάντιλα και χάζευε τις ζωγραφιές της μάνας του. Τοπία με γεφυράκια και ποτάμια και χιόνια και λουλούδια, κάστρα και ένα σκύλος, δέντρα και θάλασσες. Χάζευε τα ταξίδια της μάνας του, αυτός μικρός ακόμα δεν είχε ανακαλύψει τα δικά του. Εννιά χρονών ταξιδιώτης εν αναμονή.

Δεν είναι ότι δεν του έδιναν προσοχή. Είναι που κάπου στη πορεία κατάλαβε, ένιωσε, ότι κάποια παιδάκια γεννιούνται από έρωτα και κάποια παιδάκια γεννιούνται από το σεξ. Χωρίς να ξέρει να πει την λέξη, το κατάλαβε. Κανείς από τους γονείς του δεν σήκωσε χέρι πάνω του. Κάποιες φορές, πιο μεγάλος, ευχήθηκε να το είχαν κάνει.
Πήγαινε στο σχολείο, γυρνούσε, έκανε τα μαθήματα του, η μάνα του στην κουζίνα ή σε κάποια φίλη, το φαγητό έτοιμο, Άγγελε να φάς, να δεις τηλεόραση και μετά ύπνο, πλύνε τα δόντια σου, εγώ θα 'μαι στην Βάσω, άμα δεις τον πατέρα σου να του πεις να πληρώσει τα κοινόχρηστα, θα μας κόψουν το πετρέλαιο.
Τον έλεγαν Άγγελο. Και αυτός ζωγράφιζε, με το μολύβι του έφτιαχνε αγγέλους, υπέγραφε Άγκελλος. Του άρεσε να φτιάχνει φτερά, είχε δει ένα πλαστικό άγγελο σε μια βιτρίνα και τον ήθελε, να τον βάλει στο δέντρο, λεφτά δεν υπήρχαν, έφτιαξε έναν χἀρτινο στο σχολείο και τον κρέμασε μαζί με τις πλαστικές μπάλες.

Σ' αρέσει μαμά;
Μιλάω στο τηλέφωνο.
Αιώνες πριν, κάθισε ξημερώματα μπροστά στο δέντρο το στολισμένο, κρυφά. Ο Άγγελος και το δέντρο.

Μεγάλωσε και έμεινε μόνος του από τα δεκαοχτώ. Δουλειά σε συνεργείο. Μία τρύπα στο Κουκάκι, δύο δωμάτια όλα κι όλα. Αυτάρκης, μόνος. Δύο φίλους καλούς, πολύ ποτό, σκλάβος στο μπουκάλι, να το ταξίδι του, το βρήκε επιτέλους, το αλκοόλ. Η μάνα του είχε τη ζωγραφική, αυτός το μπουκάλι, ο πατέρας του το ταξί. Μιλούσε και με τους δύο αραιά, το τυπικό τηλέφωνο του μήνα. Ζωγράφιζε αγγέλους, τα βράδια καθόταν στο τραπεζάκι και λέρωνε τα λερωμένα χέρια του με χρώματα, τα νύχια του μαύρα από τις μηχανές. Αγόραζε μπλοκ και από συνήθεια τα έκρυβε μέσα στο σπίτι, κάτω από το μονό κρεβάτι, πίσω πίσω, στον τοίχο κοντά. Από πάνω του έμενε μια τριαντάχρονη πουτάνα, η Γεωργία, ολοκάτσαρα μαλλιά καστανά και πλούσια βυζιά, χαρακωμένο πρόσωπο. Καμιά φορά πίνανε μαζί στο σπίτι της, όταν έκανε πολύ κρύο για να δουλέψει. Καμιά φορά πηδιόντουσαν και όταν την έπαιρνε ο ύπνος μέσα σε ροχαλητά που μυρίζανε ουίσκι, ο Άγγελος έπαιρνε το μπλοκ του από κάτω, ξανανέβαινε σιωπηλά και κρυφά την ζωγράφιζε, καθώς κοιμόταν.
Του άρεσε να ζωγραφίζει αγγέλους.

Στα εικοσιεφτά του, πήρε στο σπίτι του το καναρίνι της Γεωργίας, εκείνην τη βρήκανε σε ένα πεζοδρόμιο νεκρή από πρέζα. Στην κηδεία της ήταν τρεις άνθρωποι. Ο Άγγελος ζωγράφιζε το καναρίνι τα βράδια, το έβγαζε από το κλουβί του και αυτό καθόταν στη πλάτη της πολυθρόνας και τον κοιτούσε, του μιλούσε με μικρά, παραπονιάρικα τιτιβίσματα. Του άρεσε να ζωγραφίζει φτερά. Τις Κυριακές, έπαιρνε τα μπλοκ του και τα χρώματα και πήγαινε και ζωγράφιζε τα πουλιά στα πάρκα, στις πλατείες. Περιστέρια, σπουργίτια, κίσσες. Ζωγράφιζε ανθρώπους που του τραβούσαν την προσοχή, τους έβαζε φτερά στις πλάτες, ονόμαζε τα έργα του "Άγγελοι στο πάρκο", "Άγγελοι στο λεωφορείο".

Κάθε Χριστούγεννα, έβγαζε από το πατάρι ένα μικρό, πλαστικό δέντρο, το στόλιζε με ζωγραφισμένους αγγέλους και το έβαζε κοντά στο παράθυρο. Το καναρίνι που έζησε μαζί του για πέντε χρόνια, πάντα πήγαινε και καθόταν στην κορυφή του δέντρου, άραζε εκεί πολλή ώρα, έτσι ο Άγγελος δεν έβαζε ποτέ άστρο, άφηνε τη θέση κενή για τον Βανγκώ το καναρίνι. Το είχε ονομάσει έτσι από τον αγαπημένο του ζωγράφο, είχε και ένα βιβλίο με ζωγραφιές του, κρυμμένο και αυτό μαζί με τα μπλοκ κάτω από το κρεβάτι, είχε γεμίσει εκεί ο χώρος από πίνακες και μπλοκ, ζωγραφιές που μάζευαν σκόνη με τα χρόνια.
Στα τριάντα του προσπάθησε να παντρευτεί. Ακόμα στο συνεργείο, σταθερή δουλειά, στα λάδια και στις μηχανές μια ζωή αλλά ήταν καλός, δεν μιλούσε πολύ, έπινε πολύ, δεν ενοχλούσε κανέναν, δύο φίλοι καλοί και ποτό και ζωγραφική και η Κική.
Η Κική είχε μανάβικο, συνομίλικη, κοντή με λεπτό σώμα, μικρά βυζιά και αγγελικό πρόσωπο. Είχε ένα παιδί από ένα μαλάκα που την είχε παρατήσει, τον Στάθη. Όταν άρχισαν να πρωτοβγαίνουν, ο Άγγελος τους ζωγράφιζε συχνά και τους δύο. Με φτερά, αγκαλιά, η Κική με το παιδί, σαν την Θεία οικογένεια, αγκαλιά. Η Κική γυμνή. Την ζωγράφιζε πάντα όταν κοιμόταν, το σπέρμα του πάνω στα σεντόνια. Πίνανε και οι δύο τους και γελάγανε πολύ, περισσότερο εκείνη γελούσε και έκανε έρωτα σαν μανία της φύσης, του άρεσε αυτό του Άγγελου, ξυπνούσε τα μισοσβησμένα κάρβουνα που είχαν  στεριώσει μέσα του από τότε με το δέντρο με τα χαλασμένα φωτάκια και τις πλαστικές μπάλες. Προσπάθησε να την παντρευτεί, εννοώντας ότι μάζεψε λεφτά και πήρε ένα μεταχειρισμένο δαχτυλίδι αλλά τον πρόλαβε εκείνη και του είπε ότι θα παντρευόταν έναν τύπο που είχε μια εφημερίδα, πολλά λεφτά.

Σ' αρέσει;
Μιλάω στο τηλέφωνο.
Αιώνες πριν, κάθισε μπροστά στο δέντρο και προσευχήθηκε κρυφά, να τον ακούσουν μόνο οι πλαστικές οι μπάλες και το αστέρι με την μονωτική ταινία.

Πουτάνες, ποτό, πολύ ποτό, το 'χε βρει το ταξίδι του από παλιά. Η μάνα του είχε τη ζωγραφική, εκείνος το μπουκάλι.
Δεν πήγε στη κηδεία του πατέρα του, πέθανε κάπου στη Γερμανία όπου ήταν με την δεύτερη γυναίκα του. Μετά από κάνα χρόνο, έφυγε και η μάνα του, εγκεφαλικό. Στα τριανταοχτώ του. Της πήγε ζωγραφιστά λουλούδια και ένα ασημένιο αστεράκι, τα 'βαλε δίπλα στο καντηλάκι, να μυρίζουν όμορφα.
Πήρε σύνταξη νωρίς.
Και ξαφνικά βρέθηκε να έχει πολύ χρόνο. Μπήκε στο εργαστήρι ζωγραφικής του δήμου του, πενηντατεσσάρων πια. Η καθηγήτρια τον γνώρισε με κάποιους που ήξεραν κάποιους που ήξεραν από ζωγραφική, του ζήτησαν να δουν δουλειά του. Κατέβασε ενάμιση μπουκάλι μέχρι να βρει το θάρρος να βγάλει κάτω από το κρεβάτι όλα τα έργα που είχε κάνει. Πάνω από διακόσια. Τους τα πήγε όλα.

Η έκθεση έγινε Χριστούγεννα. Η γκαλερί είχε στην είσοδο ένα τεράστιο δέντρο, λευκό με κόκκινες μπάλες που αστράφταν και στην κορφή ένα αστέρι, λαμπερό, πανάκριβο. Φορούσε το γκρίζο του κοστούμι, λίγο κοντό, ένιωθε άβολα. Κόσμος χάζευε τις ζωγραφιές του, την Γεωργία που κοιμόταν και την Κική αγκαλιά με τον Στάθη, τα πουλιά και τον Βανγκώ, τους ανθρώπους με φτερά και τα τοπία, τους ουρανούς του.
Ξεκόλλησε από τη κοσμοσυρροή και πήγε και στάθηκε μπροστά στο δέντρο, ένα ποτήρι στο χέρι του, τα μάτια του υγρά. Ήρθε και στάθηκε δίπλα του η ιδιοκτήτρια της γκαλερί.

"Πανέμορφο δεν είναι; Στοίχισε μία περιουσία κύριε Άγγελε, άστε τα."

Χάζεψε το δέντρο, τις κόκκινες μπάλες, το αστέρι εκεί ψηλά.
Αιώνες πριν, κάθισε μπροστά σε ένα δέντρο, κρυφά τα ξημερώματα. Οι γονείς του ήταν μέσα, κοιμόντουσαν, το σπίτι σιωπηλό, το πάτωμα κρύο και οι πυτζάμες του λεπτές.
Εννιά χρονών μεγάλος.
Χαμογελώντας μυστικά, συνομωτικά, κοίταξε το αστέρι με την μονωτική ταινία και προσευχήθηκε.
Δεν ήξερε που, δεν υπήρχε θεός, το ήξερε αυτό από μικρός, εννιά χρονών μεγάλος. Προσευχήθηκε σε όποιον άκουγε.

Ήθελε χρώματα και ένα μπλοκ όπως η μάνα του.
Και ένα BMX.
Και ένα σκυλάκι και ένα τηλεκατευθυνόμενο.
Και να 'ναι οι γονείς του αγαπημένοι πολύ.

Αιώνες πριν ο Άγγελος, λάτρεψε ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο, φθαρμένο ήταν, μια ντροπή, με θαμπές μπάλες και χαλασμένα φωτάκια και ένα γκρεμισμένο αστέρι στη κορφή. Μέχρι που πέθανε, γνωστός ζωγράφος στα γηρατειά του, ομορφότερο δέντρο δεν αντίκρισε ποτέ του.

3 comments:

Slevin Kelevra said...

Τα κατάφερες πάλι αδερφέ?

Με έκανες πάλι ένα με το πάτωμα?

Okay, μπράβο σου.

Μην σταματήσεις να γράφεις, ναι?

Ναι...

lee said...

Ειναι να μην εισαι μελαγχολικός απο μικρος.

Παντως στο κειμενο υποβοσκει αισιοδοξια, καλο αυτο.

Anonymous said...

ΠΟΙΟΣ ΕΙΣΑΙ? ποιος είσαι και σε ξέρω τόσο? ποιος είσαι και σε έχω αποθηκευμένο στα αγαπημένα και διαβάζω τις ιστορίες σου σε ανύποπτο χρόνο? και χαμογελάω και κλαίω και ονειρεύομαι και φοβάμαι και θέλω να τις τυπώσω και να τις κάνω ταπετσαρία στο δωμάτιο? ποιος? βγαίνεις έξω, δουλεύεις, μπαίνεις στο μετρό, κολλάς στην κίνηση? Ή μόνο ''ζωγραφίζεις'' ..? καλά να περάσεις με ένα δέντρο στολισμένο με αγάπη, μόνο αγάπη..