Tuesday, December 29, 2009

REsolution


"Sleep" 
by
Egggod 

Μικρή πάνινη κούκλα, πεταμένη στου δωματίου τη γωνιά.
Σαν μαριονέτα με κομμένα τα σχοινιά της, σαν παιδικό πάρτι χωρίς παιδιά, μόνο τα φαγητά στους δίσκους. Σαν ένα μπιμπελό που δεν πετάς γιατί σου θυμίζει. Σαν κάτι που κάποτε ήταν κάτι μα τώρα είναι ένα τίποτα.
Έτσι ένιωθε εκείνο το πρωί.
Έσβησε το τσιγάρο του και ξεκίνησε να στρίβει καινούργιο. Το τοστ καμένο, τον παρακολουθούσε από το πιάτο στωικά, ξέροντας πως στα σκουπίδια θα κατέληγε μαζί με τα χαμόγελα της μέρας. Στο παράθυρο ένα γαμοσπούργιτο. Στο πάτωμα: ρούχα, βιβλία και ένα άδειο μπουκάλι. Να ξυριστώ, σκέφτηκε αλλά το έβγαλε από το μυαλό του, δεν ήθελε να παίξει με ξυράφια. Στον τοίχο κάτι φωτογραφίες κολλημένες έτσι, χύμα, με κολλητική ταινία, στραβές. Κάποιες έγχρωμες, όλες μαυρόασπρες, γκρίζες - γιατί δεν τις κατέβαζε δεν ήξερε να σου πει άμα ρωτούσες. Το σπίτι άδειο, κρύο. Έξω βρεγμένα παλτά και ομπρέλες, κλασική μουσική. Μέσα πιο ροκ, σηκώθηκε και πήγε μέχρι την κρεβατοκάμαρα, είχε να πατήσει εκεί πάνω από τρίμηνο, κοιμόταν στο σαλόνι, μπροστά στη τηλεόραση, ανάμεσα σε αποτσίγαρα και ποτήρια και πιάτα και αποφάγια από delivery αηδίες.
Κοίταξε τα σκονισμένα μαξιλάρια και το τσαλακωμένο σεντόνι. Από το ταβάνι, ένας βρώμικος ιστός. Δύο γυναικείες παντόφλες του κόψανε την φόρα και δεν μπήκε παραμέσα στο δωμάτιο. Είπε να ανοίξει το παντζούρι, να μπει φως.
Γύρισε την πλάτη του στο δωμάτιο και πήγε στον καθρέφτη του μπάνιου.
Σαν τζάμι ο καθρέφτης, δεν υπήρχε αντικατοπτρισμός, σαν παράθυρο στο έξω, κοίταξε και είδε πράσινους λόφους, σαν Σκωτία, σαν βιβλίο, κάτι φανταστικό, έριξε λίγο νερό στο πρόσωπο του και ο καθρέφτης έγινε πάλι καθρέφτης, κοίταξε τον εαυτό του στα μάτια αλλά όχι για πολύ.
Χτύπησε το τηλέφωνο.
"Ναι;"
"Γεια σας," μια θηλυκή φωνή, χαρμόσυνη.
"Γεια, ποιός-"
"Είστε ένας από τους εκατό τυχερούς που κέρδισαν μια τζάμπα πιστωτική," είπε το ρομπότ και εκείνος έκλεισε το τηλέφωνο.

Τις περισσότερες μέρες κοιμόταν ακόμα και με τα μάτια ανοιχτά. Έβλεπε όνειρα στο ξύπνιο του.  Έβλεπε
ότι τα είχε κάνει όλα σωστά. Είχε μια σούπερ δουλειά που του έδινε πολλά λεφτά, είχε ένα σκύλο και ένα καθαρό σπίτι, αυτοκίνητο και πολλούς φίλους. Έβλεπε ότι είχε μια γυναίκα δίπλα του, την γυναίκα της ζωής του. Έβλεπε ότι είχε παιδιά. Ένα αγόρι και ένα κορίτσι.
Έβλεπε
τον εαυτό του μπροστά σε έναν τεράστιο γκρεμό και τότε τα όνειρα σταματούσαν.

Άναψε τον θερμοσίφωνα και μετά τον ξέχασε, έκατσε στον καναπέ στο σαλόνι και έστριψε ένα καινούργιο τσιγάρο.

Ξάπλωσε χαμηλά, αγκαλιά με τη γη, έγινε ένα με το χώμα, ήταν πάρα πολύ καλός στο κρυφτό, ποτέ δεν τον έβρισκαν, ήταν πάντα αυτός που φώναζε "Φτου, ξελευθερία!" και τον άκουγαν δύο γειτονιές πιο δίπλα, ξάπλωσε χαμηλά και χαλάρωσε την αναπνοή του, από πάνω του να περνούσες δεν θα τον καταλάβαινες. Μυρμήγκια περπατούσαν κοντά στο πρόσωπο του, τα χαλίκια σκληρά στα μάγουλα του, περίμενε την ευκαιρία για να τρέξει, να λυτρώσει τους χαμένους, να ελευθερώσει, να ελευθερωθεί.

Έμεινε εκεί ξαπλωμένος μια ζωή, δεν βγήκε ποτέ.

Τέλειωσε το τσιγάρο, η κάφτρα του έκαψε τα δάχτυλα, γέλασε μονάχος του.
Χτύπησε το κουδούνι, να μοιράσουν διαφημιστικά στη πολυκατοικία. Να τα αφήσουν στο γραμματοκιβώτιο, τους είπε.

Στάθηκε στον διάδρομο που ένωνε τα δωμάτια του σπιτιού.

Έχεις διαβάσει για αύριο;
Ναι, δεν είχαμε πολλά.
Αν και αυτό το τρίμηνο πας χάλια, σταματάς και πιάνεις δουλειά.

Λες και αυτό ήταν απειλή. Λες και τον ενδιέφεραν τα βιβλία και οι δέσμες και οι σπουδές.
Αυτός θα άλλαζε τον κόσμο ρε.
Αυτός δεν βγήκε ποτέ και τα υπόλοιπα παιδιά πήγανε σπίτια τους και βράδιασε και έμεινε εκεί κρυμμένος, ξαπλωμένος στο χώμα. Και οι λεύκες χιονίσανε απάνω του χνούδια εκατομμύρια και τον καλύψανε και έγινε κομμάτι του τοπίου.

Αυτός πολέμησε συνέχεια στη πρώτη γραμμή, μόνο και μόνο για να ξυπνήσει ένα πρωί χωρίς τσιγάρα για να δει ότι ποτέ δεν υπήρξε πόλεμος, ούτε πρώτη γραμμή ρε βλάκα, όλοι τα ίδια, παντρεύτηκαν και έκαναν παιδιά που τώρα παίζουν κρυφτό έξω και αυτός κάθεται και τα κοιτάζει πίσω από βρώμικα παράθυρα, αξύριστος. Πήρε ένα μισοτελειωμένο στυλό και έγραψε ένα μισοτελειωμένο παραμύθι.

Μια φορά και έναν καιρό
ζούσε κάπου μακριά ένα μικρό παιδί
που είχε μία κατάρα,
κάθε που προσπαθούσε να μιλήσει
οι λέξεις του γινόντουσαν αλυσίδες
και δένανε αυτόν και αυτούς που αγαπούσε
σε βυθούς σκοτεινούς με τέρατα
κάθε που προσπαθούσε να αγαπήσει
γινόταν η αγάπη του αγκάθια και τον γδέρνανε στο πρόσωπο
μέχρι που έγινε ένα κακάσχημο τέρας
από την αγάπη την πολλή
και μια μέρα-

Τελείωσε το στυλό.
Έστριψε ένα τσιγάρο και το άναψε και με τον ίδιο αναπτήρα άναψε ένα κερί.
Αποσύνδεσε τη φιάλη της γκαζόσομπας, άφησε το αέριο να φεύγει στον χώρο.
Πήρε μία συγκεκριμένη φωτογραφία από τον τοίχο, την δίπλωσε, την έβαλε στο πορτοφόλι του.
Έβαλε το αγαπημένο του καπέλο και το καφέ παλτό του, το ζεστό.

Φόρεσε ένα τεράστιο χαμόγελο και βγήκε έξω, στη κλασική μουσική.
Φόρεσε ένα τεράστιο χαμόγελο.

Tuesday, December 15, 2009

ΑΙΩΝΕΣ ΠΡΙΝ -ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ


"unwelcome"
by
Egggod 

Κάθισε μπροστά στο δέντρο το στολισμένο, κρυφά, αιώνες πριν.
Δεν υπήρχαν δώρα στη βάση του, λεφτά δεν υπήρχαν και ο άγιος Βασίλης δεν υπήρχε. Το εννιάχρονο μυαλό του τα ήξερε όλα αυτά πολύ καλά. Το δέντρο ντυμένο με πλαστικές μπάλες, φτηνές και ξεφτισμένες, η γυαλάδα τους θαμπή. Μία σειρά από φωτάκια, τα πιο πολλά σβηστά, χαλασμένα. Στην κορυφή ένα αστέρι μισοσπασμένο, κολλημένο με μονωτική ταινία, της μάνας του γλυπτική. Κάθισε κρυφά, πολύ αργά για να είναι ξύπνιος αλλά τα τελευταία βράδια δεν κοιμόταν και πολύ. Τα ουρλιαχτά από το δωμάτιο των γονιών του, του κρατούσαν συντροφιά καλύτερα και από τους πιο ζεστούς εφιάλτες. Οι μέρες περνούσαν γκρίζες. Ο πατέρας του στο ταξί, να λείπει από το σπίτι όσο περισσότερο του επέτρεπε η θυμωμένη αγανάκτηση του, η μάνα του στις φίλες για καφέ, μαγείρεμα και κρυφή ζωγραφική. Η μάνα του ζωγράφιζε κρυφά σε μικρά μπλοκ που τα κρατούσε μέσα στο μαύρο κομοδίνο, στη κουζίνα, έπιπλο της γιαγιάς. Όταν οι γονείς του έλειπαν, πήγαινε και άνοιγε το συρτάρι, έβγαζε τα μπλοκ κάτω από τα τραπεζομάντιλα και χάζευε τις ζωγραφιές της μάνας του. Τοπία με γεφυράκια και ποτάμια και χιόνια και λουλούδια, κάστρα και ένα σκύλος, δέντρα και θάλασσες. Χάζευε τα ταξίδια της μάνας του, αυτός μικρός ακόμα δεν είχε ανακαλύψει τα δικά του. Εννιά χρονών ταξιδιώτης εν αναμονή.

Δεν είναι ότι δεν του έδιναν προσοχή. Είναι που κάπου στη πορεία κατάλαβε, ένιωσε, ότι κάποια παιδάκια γεννιούνται από έρωτα και κάποια παιδάκια γεννιούνται από το σεξ. Χωρίς να ξέρει να πει την λέξη, το κατάλαβε. Κανείς από τους γονείς του δεν σήκωσε χέρι πάνω του. Κάποιες φορές, πιο μεγάλος, ευχήθηκε να το είχαν κάνει.
Πήγαινε στο σχολείο, γυρνούσε, έκανε τα μαθήματα του, η μάνα του στην κουζίνα ή σε κάποια φίλη, το φαγητό έτοιμο, Άγγελε να φάς, να δεις τηλεόραση και μετά ύπνο, πλύνε τα δόντια σου, εγώ θα 'μαι στην Βάσω, άμα δεις τον πατέρα σου να του πεις να πληρώσει τα κοινόχρηστα, θα μας κόψουν το πετρέλαιο.
Τον έλεγαν Άγγελο. Και αυτός ζωγράφιζε, με το μολύβι του έφτιαχνε αγγέλους, υπέγραφε Άγκελλος. Του άρεσε να φτιάχνει φτερά, είχε δει ένα πλαστικό άγγελο σε μια βιτρίνα και τον ήθελε, να τον βάλει στο δέντρο, λεφτά δεν υπήρχαν, έφτιαξε έναν χἀρτινο στο σχολείο και τον κρέμασε μαζί με τις πλαστικές μπάλες.

Σ' αρέσει μαμά;
Μιλάω στο τηλέφωνο.
Αιώνες πριν, κάθισε ξημερώματα μπροστά στο δέντρο το στολισμένο, κρυφά. Ο Άγγελος και το δέντρο.

Μεγάλωσε και έμεινε μόνος του από τα δεκαοχτώ. Δουλειά σε συνεργείο. Μία τρύπα στο Κουκάκι, δύο δωμάτια όλα κι όλα. Αυτάρκης, μόνος. Δύο φίλους καλούς, πολύ ποτό, σκλάβος στο μπουκάλι, να το ταξίδι του, το βρήκε επιτέλους, το αλκοόλ. Η μάνα του είχε τη ζωγραφική, αυτός το μπουκάλι, ο πατέρας του το ταξί. Μιλούσε και με τους δύο αραιά, το τυπικό τηλέφωνο του μήνα. Ζωγράφιζε αγγέλους, τα βράδια καθόταν στο τραπεζάκι και λέρωνε τα λερωμένα χέρια του με χρώματα, τα νύχια του μαύρα από τις μηχανές. Αγόραζε μπλοκ και από συνήθεια τα έκρυβε μέσα στο σπίτι, κάτω από το μονό κρεβάτι, πίσω πίσω, στον τοίχο κοντά. Από πάνω του έμενε μια τριαντάχρονη πουτάνα, η Γεωργία, ολοκάτσαρα μαλλιά καστανά και πλούσια βυζιά, χαρακωμένο πρόσωπο. Καμιά φορά πίνανε μαζί στο σπίτι της, όταν έκανε πολύ κρύο για να δουλέψει. Καμιά φορά πηδιόντουσαν και όταν την έπαιρνε ο ύπνος μέσα σε ροχαλητά που μυρίζανε ουίσκι, ο Άγγελος έπαιρνε το μπλοκ του από κάτω, ξανανέβαινε σιωπηλά και κρυφά την ζωγράφιζε, καθώς κοιμόταν.
Του άρεσε να ζωγραφίζει αγγέλους.

Στα εικοσιεφτά του, πήρε στο σπίτι του το καναρίνι της Γεωργίας, εκείνην τη βρήκανε σε ένα πεζοδρόμιο νεκρή από πρέζα. Στην κηδεία της ήταν τρεις άνθρωποι. Ο Άγγελος ζωγράφιζε το καναρίνι τα βράδια, το έβγαζε από το κλουβί του και αυτό καθόταν στη πλάτη της πολυθρόνας και τον κοιτούσε, του μιλούσε με μικρά, παραπονιάρικα τιτιβίσματα. Του άρεσε να ζωγραφίζει φτερά. Τις Κυριακές, έπαιρνε τα μπλοκ του και τα χρώματα και πήγαινε και ζωγράφιζε τα πουλιά στα πάρκα, στις πλατείες. Περιστέρια, σπουργίτια, κίσσες. Ζωγράφιζε ανθρώπους που του τραβούσαν την προσοχή, τους έβαζε φτερά στις πλάτες, ονόμαζε τα έργα του "Άγγελοι στο πάρκο", "Άγγελοι στο λεωφορείο".

Κάθε Χριστούγεννα, έβγαζε από το πατάρι ένα μικρό, πλαστικό δέντρο, το στόλιζε με ζωγραφισμένους αγγέλους και το έβαζε κοντά στο παράθυρο. Το καναρίνι που έζησε μαζί του για πέντε χρόνια, πάντα πήγαινε και καθόταν στην κορυφή του δέντρου, άραζε εκεί πολλή ώρα, έτσι ο Άγγελος δεν έβαζε ποτέ άστρο, άφηνε τη θέση κενή για τον Βανγκώ το καναρίνι. Το είχε ονομάσει έτσι από τον αγαπημένο του ζωγράφο, είχε και ένα βιβλίο με ζωγραφιές του, κρυμμένο και αυτό μαζί με τα μπλοκ κάτω από το κρεβάτι, είχε γεμίσει εκεί ο χώρος από πίνακες και μπλοκ, ζωγραφιές που μάζευαν σκόνη με τα χρόνια.
Στα τριάντα του προσπάθησε να παντρευτεί. Ακόμα στο συνεργείο, σταθερή δουλειά, στα λάδια και στις μηχανές μια ζωή αλλά ήταν καλός, δεν μιλούσε πολύ, έπινε πολύ, δεν ενοχλούσε κανέναν, δύο φίλοι καλοί και ποτό και ζωγραφική και η Κική.
Η Κική είχε μανάβικο, συνομίλικη, κοντή με λεπτό σώμα, μικρά βυζιά και αγγελικό πρόσωπο. Είχε ένα παιδί από ένα μαλάκα που την είχε παρατήσει, τον Στάθη. Όταν άρχισαν να πρωτοβγαίνουν, ο Άγγελος τους ζωγράφιζε συχνά και τους δύο. Με φτερά, αγκαλιά, η Κική με το παιδί, σαν την Θεία οικογένεια, αγκαλιά. Η Κική γυμνή. Την ζωγράφιζε πάντα όταν κοιμόταν, το σπέρμα του πάνω στα σεντόνια. Πίνανε και οι δύο τους και γελάγανε πολύ, περισσότερο εκείνη γελούσε και έκανε έρωτα σαν μανία της φύσης, του άρεσε αυτό του Άγγελου, ξυπνούσε τα μισοσβησμένα κάρβουνα που είχαν  στεριώσει μέσα του από τότε με το δέντρο με τα χαλασμένα φωτάκια και τις πλαστικές μπάλες. Προσπάθησε να την παντρευτεί, εννοώντας ότι μάζεψε λεφτά και πήρε ένα μεταχειρισμένο δαχτυλίδι αλλά τον πρόλαβε εκείνη και του είπε ότι θα παντρευόταν έναν τύπο που είχε μια εφημερίδα, πολλά λεφτά.

Σ' αρέσει;
Μιλάω στο τηλέφωνο.
Αιώνες πριν, κάθισε μπροστά στο δέντρο και προσευχήθηκε κρυφά, να τον ακούσουν μόνο οι πλαστικές οι μπάλες και το αστέρι με την μονωτική ταινία.

Πουτάνες, ποτό, πολύ ποτό, το 'χε βρει το ταξίδι του από παλιά. Η μάνα του είχε τη ζωγραφική, εκείνος το μπουκάλι.
Δεν πήγε στη κηδεία του πατέρα του, πέθανε κάπου στη Γερμανία όπου ήταν με την δεύτερη γυναίκα του. Μετά από κάνα χρόνο, έφυγε και η μάνα του, εγκεφαλικό. Στα τριανταοχτώ του. Της πήγε ζωγραφιστά λουλούδια και ένα ασημένιο αστεράκι, τα 'βαλε δίπλα στο καντηλάκι, να μυρίζουν όμορφα.
Πήρε σύνταξη νωρίς.
Και ξαφνικά βρέθηκε να έχει πολύ χρόνο. Μπήκε στο εργαστήρι ζωγραφικής του δήμου του, πενηντατεσσάρων πια. Η καθηγήτρια τον γνώρισε με κάποιους που ήξεραν κάποιους που ήξεραν από ζωγραφική, του ζήτησαν να δουν δουλειά του. Κατέβασε ενάμιση μπουκάλι μέχρι να βρει το θάρρος να βγάλει κάτω από το κρεβάτι όλα τα έργα που είχε κάνει. Πάνω από διακόσια. Τους τα πήγε όλα.

Η έκθεση έγινε Χριστούγεννα. Η γκαλερί είχε στην είσοδο ένα τεράστιο δέντρο, λευκό με κόκκινες μπάλες που αστράφταν και στην κορφή ένα αστέρι, λαμπερό, πανάκριβο. Φορούσε το γκρίζο του κοστούμι, λίγο κοντό, ένιωθε άβολα. Κόσμος χάζευε τις ζωγραφιές του, την Γεωργία που κοιμόταν και την Κική αγκαλιά με τον Στάθη, τα πουλιά και τον Βανγκώ, τους ανθρώπους με φτερά και τα τοπία, τους ουρανούς του.
Ξεκόλλησε από τη κοσμοσυρροή και πήγε και στάθηκε μπροστά στο δέντρο, ένα ποτήρι στο χέρι του, τα μάτια του υγρά. Ήρθε και στάθηκε δίπλα του η ιδιοκτήτρια της γκαλερί.

"Πανέμορφο δεν είναι; Στοίχισε μία περιουσία κύριε Άγγελε, άστε τα."

Χάζεψε το δέντρο, τις κόκκινες μπάλες, το αστέρι εκεί ψηλά.
Αιώνες πριν, κάθισε μπροστά σε ένα δέντρο, κρυφά τα ξημερώματα. Οι γονείς του ήταν μέσα, κοιμόντουσαν, το σπίτι σιωπηλό, το πάτωμα κρύο και οι πυτζάμες του λεπτές.
Εννιά χρονών μεγάλος.
Χαμογελώντας μυστικά, συνομωτικά, κοίταξε το αστέρι με την μονωτική ταινία και προσευχήθηκε.
Δεν ήξερε που, δεν υπήρχε θεός, το ήξερε αυτό από μικρός, εννιά χρονών μεγάλος. Προσευχήθηκε σε όποιον άκουγε.

Ήθελε χρώματα και ένα μπλοκ όπως η μάνα του.
Και ένα BMX.
Και ένα σκυλάκι και ένα τηλεκατευθυνόμενο.
Και να 'ναι οι γονείς του αγαπημένοι πολύ.

Αιώνες πριν ο Άγγελος, λάτρεψε ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο, φθαρμένο ήταν, μια ντροπή, με θαμπές μπάλες και χαλασμένα φωτάκια και ένα γκρεμισμένο αστέρι στη κορφή. Μέχρι που πέθανε, γνωστός ζωγράφος στα γηρατειά του, ομορφότερο δέντρο δεν αντίκρισε ποτέ του.

Friday, December 04, 2009

BRAIN DAMAGE


by Egggod


Σε τιρκουάζ. 
Πάνω σε βρώμικο καναπέ από στάχτες και τσιπς και τσαλακωμένα καλύμματα, ψάχνω το τηλεκοντρόλ για να δυναμώσω την γαμημένη την ένταση γιατί παίζει κομματάρα, το Hearing Damage του Thome Yorke, σκοντάφτω στο πεταμένο χειριστήριο του playstation μου και πάω να φύγω πάνω από το υπερφορτωμένο τραπεζάκι του σαλονιού, έχει απάνω δύο γαλάζια τεράστια μάτια το τραπεζάκι του σαλονιού μου, της παναγίτσας τα μάτια είναι.  Τα σουβέρ είναι κολλημένα πάνω στη ξύλινη επιφάνεια από κόκα κόλα και drambuie, τα ποτήρια πάντα τα ακουμπάω δίπλα από τα σουβέρ να μην τα λερώσω. Μόλις έχω βγει από το μπάνιο όπου πέρασα την τελευταία μισή ώρα τραγουδώντας κάτω από το καυτό νερό. Το νερό, είναι το μόνο καθαρό πράγμα στο μπάνιο μου. Είμαι γυμνός και χορεύω στο σαλόνι προσπαθώντας να μην πατάω τα πράγματα και τα ρούχα που είναι στο πάτωμα, όχι ρε δεν είμαι μεθυσμένος, όχι ακόμα. Θα κάτσω να δω ταινία τώρα, έτσι γυμνός, θα ανάψω το τζάκι και άμα πούνε καμιά ατάκα καλή στη ταινία θα την επαναλάβω δυνατά προς τα μέσα δωμάτια, έχω να πατήσω εκεί μήνες. Οι πιο καλές είναι οι κωμωδίες και οι ταινίες με εκρήξεις. Άμα είναι πολύ καλή η κωμωδία, την ξαναπαίζω όταν είμαι κάτω από το καυτό νερό, κάνω πως είμαι εγώ ο πρωταγωνιστής. Την κωμωδία ξαναπαίζω. Χαχα, την ξαναπαίζω κάτω από το καυτό νερό, ναι, καταλαβαίνω πώς θα μπορούσες να το παρεξηγήσεις. Όχι, όχι ρε.

Όχι κάτω από καυτό νερό.

Θα περάσω κάνα μισάωρο προσπαθώντας να σπάσω ένα ποτήρι με το βλέμμα μου και μετά θα προσπαθήσω να σπάσω εκείνο το γαμημένο σπυράκι που έχω στην πλάτη μου και που πρέπει να μεταμορφωθώ σε αρθρόποδο από τον Άρη για να το φτάσω. Θα ξυριστώ. Ο κήπος μου έχει γεμίσει με πεσμένα φύλλα, ακόμα φθινόπωρο έχουμε, δεν έχει μπει ο χειμώνας; Το καλοκαίρι τι έγινε; Από συνήθεια δεν καπνίζω στην κρεβατοκάμαρα για να μην μυρίζει τσιγαρίλα. Η καλύτερη μυρωδιά μιας κρεβατοκάμαρας είναι ο μεταερωτικός ιδρώτας και φρέσκια μπογιά. Σε ένα καινούργιο σπίτι μάλλον. Η καλύτερη μυρωδιά που μπορεί να έχει ένα σπίτι είναι τζάκι και κοκκινιστό κοτόπουλο. Το καλύτερο βλέμμα που μπορεί να σου χαρίσει κάποια είναι αυτό της απόλυτης παράδοσης. Το καλύτερο βλέμμα που έχω εγώ να δώσω είναι αυτό με το σηκωμένο φρύδι, του πειράγματος. Οι καλύτερες μέρες είναι αυτές που έχει συννεφιά και μετά σκάει λίγο ο ήλιος και το βράδυ βγαίνει και φεγγάρι, οι μέρες αχταρμάς είναι οι καλύτερες.

Και καθώς ανοίγει την πόρτα σκέφτεται πόσο κρύο είναι το πόμολο. Το σπίτι είναι σκοτεινό αλλά θα ορκιζόταν ότι λίγο πριν μπει άκουσε το ραδιόφωνο ανοιχτό, αυτός το έχει αφήσει ή -
Τι όμορες σκιές είναι αυτές στους τοίχους και τι περίεργα πλάσματα κατοικούν στο πατάρι; Το τζάκι ζεσταίνει μόνο κάνα μέτρο, μετά θέλει κουβέρτα. Όσοι άνθρωποι λένε ότι θέλουν να πάνε να χορέψουν, πάσχουν από κατάθλιψη. Όσοι λένε ότι είναι ας τα λέμε καλά όταν τους ρωτάς τι κάνουν, πάσχουν από λάθος πορεία. Ας μην πιάσουμε τα όνειρα. Κάποτε κράτησα ένα μεγάλο χρυσό κλειδί στα χέρια μου, ήταν αυτό για την πρώτη πύλη και το έχασα ο μαλάκας, κάπου στο μετρό το άφησα και τώρα το έχει μια γριά που γυρνούσε από επίσκεψη στα εγγόνια της, κάθεται και χαίρεται τις πεδιάδες μου και τα ναυάγια μου στους κοραλλένιους τους βυθούς με τις γοργόνες. Είναι στον κόσμο μου η γριά και γω στον δικό της. Άμα τη βρω θα της σπάσω το κεφάλι που μου πήρε το κλειδί μου. Αυτές τις μέρες βρέχει πολύ και κάθε φορά που βγαίνω έξω, αρνούμαι να πάρω ομπρέλα. Η βροχή ακόμα και όταν σταματάει, συνεχίζει. Τα φεγγάρια γεμίζουν το ένα μετά το άλλο, τυφλό μάτι στον ουρανό που εξετάζει, αν μπορούσα θα το ξερίζωνα το φεγγάρι από κει πάνω, να μείνουν μαύρες οι νύχτες, όπως τους αρμόζει.
Το χέρι μου τρέχει μόνο του πάνω σε ένα τσαλακωμένο χαρτί και ζωγραφίζει με ένα κόκκινο μολύβι. Μισώ τις κόκκινες ξυλομπογιές, είναι το πιο ψεύτικο κόκκινο που υπάρχει, που μπορώ άραγε να βρω αληθινό κόκκινο; Να βουτήξω το πινέλο να ζωγραφίσω έναν κόκκινο κόσμο, με κόκκινους ανθρώπους και κόκκινες σφαίρες που ίπτανται και κάτι τέρατα μπλε που κάνουν έρωτα με τον ουρανό και βγαίνουν μωβ μωρά.

Νομίζω πως ο θάνατος είναι τιρκουάζ.
Η τρέλα είναι κίτρινη.
Τα φιλιά είναι βαθύ πράσινο. Τα δάκρυα είναι γαλάζιο. Η μπριζόλα η μοσχαρίσια με τηγανητές πατάτες μου φέρνει κόψιμο στα δέκα λεπτά αφού τη φάω, οι ταβέρνες έχουν τουαλέτες που βρωμάνε κάτουρο. Μπριζολοκάτουρο. Πέταξα στα σκουπίδια και άλλα πράγματα χτες. Κάτι βραχιόλια χίπικα, ένα πουκάμισο δώρο που το είχα εννιά αιώνες και ένα κουκλάκι. Μεγάλο βήμα για μένα. Να πετάξω πράγματα εννοώ. Συνήθως τα κρατάω μέχρι που σαπίζουν, μέχρι που δεν θυμάμαι γιατί τα κρατάω. Νομίζω πως άμα γεράσω θα γίνω επαγγελματίας ρακοσυλλέκτης και θα μαζεύω σκατά από τα σκουπίδια και γατάκια και ξύλινες πίπες και κουμπιά. Έχω ξεκινήσει τη πρακτική μου από τώρα. Μαζεύω μνήμες. Κάποιες τις κρατάω με νύχια και με δόντια, λες και άμα τις αφήσω θα με ξεχάσω και θα γίνω ένα ανδρείκελο με γκρίζα μάτια, οι μνήμες μου είναι αυτές που με κάνουν να ζω. Μισώ τη μνήμη. Την λατρεύω την μνήμη. Και τα μνήματα. Έτσι για το γκοθ.

Τι άλλα;

Α, ναι.

Βρήκα ένα ωραίο όνομα για μένα για όταν θα ξανάρθω.