Saturday, November 07, 2009

Βόλτα στη λάσπη



Ο δρόμος από το σπίτι του στο μετρό ήταν σκαμμένος εδώ και τρεις μήνες.
Λακκούβες και λάσπες και ρυάκια από σπασμένους αγωγούς, για να περπατήσεις την δεκάλεπτη πορεία έπρεπε να δεχτείς ότι θα γίνεις χάλια. Έπρεπε να δεχτείς ότι όσο και να προσπαθούσες θα λερωνόσουν και εκείνος το κατάπινε κάθε μέρα στωικά. Χάλια τα παπούτσια και τα μπατζάκια. Όταν έβρεχε, ποτάμια του έκλειναν τον δρόμο, τσαλαβουτούσε μέχρι τον αστράγαλο σε παγωμένη γλίτσα.
Μετά, για μερικές μέρες λιακάδα. Ξεραινόταν το χώμα και έφτιαχνε περίεργα σχήματα που τα διέλυε με το πόδι του καθώς περνούσε, σημάδια από ρόδες και πατημασιές. Άπειρες πατημασιές, προσπαθούσε να ξεχωρίσει τις δικές του ανάμεσα σε τόσες άλλες, χάζευε. Καμιά φορά, πετύχαινε κάποιον που περπατούσε πλάι του, αντίθετα του, που χάζευε και αυτός τα σχήματα κάτω στο χώμα. Και άλλοι το έκαναν αυτό. Πολλοί άνθρωποι που περπατούσαν και κοιτούσαν τη λάσπη, τα περίεργα αγαλματάκια, τα πατούσαν, περνούσαν δίπλα τους άμα έμοιαζαν νωπά, τα κλωτσούσαν. Ένα απόγευμα, είδε έναν ηλικιωμένο κύριο να στέκεται μπροστά σε ένα βουναλάκι ξεραμένο, να το χαζεύει σαν επισκέπτης σε μουσείο μοντέρνας τέχνης.
Μετά ξανά βροχή.
Να τρέχουν όλοι βιαστικά προς τον σταθμό του μετρό με ομπρέλες και λερωμένα παπούτσια, κεφάλι σκυφτό, τα σχήματα γύρω να λιώνουν και να τρέχουν σε ατέλειωτες κατηφόρες, να κυλάνε μαζί και οι άνθρωποι, να βιάζεται και αυτός να κρυφτεί από το νερό, από την λάσπη.
Μετά, για λίγες μέρες ήλιος πάλι.
Βροχή.
Αέρας.
Κρύο.

Άνθρωποι που περπατάνε δίπλα δίπλα, πάνω σε λάσπες.

Ένα απόγευμα, πάνω στον βρώμικο τον δρόμο ήταν αυτός και άλλοι δύο πιο μπροστά του. Ψιχάλιζε, τα σχήματα μαλακώνανε σιγά σιγά -της λάσπης τα αγάλματα- και οι τρεις τους περπατούσαν βιαστικά και προσεχτικά. Σε ένα σημείο του δρόμου, τα συνεργεία είχανε βάλει μία τάβλα ξύλινη σαν γεφυράκι, να μπορεί ο κόσμος να πάει στη δουλειά του. Στριμώχτηκαν οι τρεις τους στη μία άκρη, κουνιόταν και το ξύλο, τελευταίος αυτός.
Πέρασε ο πρώτος με δυσκολία, λέρωσε λίγο τα παπούτσια, πενηντάρης. Άπλωσε το χέρι στον δεύτερο που ήταν πιο μεγάλος, εβδομηντάρης, ευχαριστώ είπε χαμογελώντας εκείνος.
Έδωσε ένα σάλτο και ο φίλος μας και τον πιάσανε οι άλλοι δύο.

Και γελάσανε όλοι μαζί μέσα στη βροχή που τους πρόλαβε.

2 comments:

mee said...

AGAINST ALL ODDS. ΦΟΒΕΡΟ ΚΟΜΜΑΤΙ. ΦΙΛΙΑ!

EggGod said...

Που 'σαι ρε mee γαμωτ... να περνάς. Να περνάς....φιλιά...