Wednesday, November 18, 2009

θα έδινα τα πάντα

Θα
έδινα
σχεδόν τα πάντα

για λίγη ηρεμία.

Θα έδινα σίγουρα τα πάντα για να μην ηρεμήσω ποτέ.

Λίγες μελανιές πάνω σε μαλακή σάρκα, λεία.

Μια μυρωδιά, όχι δική μου.

Έναν φίλο που να μην κόβει, σήμερα το βράδυ όλοι φαίνονται να κρατάνε μαχαίρι.

Απαλά δάχτυλα στον αυχένα μου.

Μια μεγάλη παρέα στο σπίτι μου, κοντά στο τζάκι, να αντικαταστήσει τα φαντάσματα που μου λερώνουν τα ποτήρια και τα τασάκια και την τουαλέτα και δεν λένε να φύγουν.

Θα έδινα τα πάντα

για λίγη θαλπωρή.

Φρρρχχχχ χσαχαχαχαχαχαχαχαχσδααχαχ

σόρυ
ξενέρωμα
χάλασα την ατμόσφαιρα

Tuesday, November 17, 2009

THE CΑΝΙΝΕ ORDER




- Όταν μπαίνεις σε έναν καινούργιο χώρο να μυρίζεις τα πάντα. Οι άνθρωποι λένε πιο πολλά με τη μυρωδιά τους παρά με τα λόγια. Επίσης, όταν μπαίνεις σε ένα καινούργιο χώρο να διαλέγεις την πιο κατουρημένη γωνιά για δική σου. Δεν μπορεί να είναι τυχαίο που όλοι την διαλέξαν πριν από σένα. Αν βγει φαγητό να το δεχτείς.

- Όταν γνωρίζεις κάποιον μεγαλύτερο που αξίζει τον σεβασμό σου, να ξαπλώνεις κάτω και να εκθέτεις την κοιλιά σου και τον λαιμό σου με υποταγή. Ακόμα και αν έχεις μεγαλύτερη δύναμη. Όταν γνωρίζεις κάποιον μεγαλύτερο που δεν αξίζει ή δεν έχει κερδίσει σεβασμό, που δεν φέρει ουλές, να τον δαγκώνεις στην άκρη της ουράς, εκεί που πονάει πιο πολύ. Είναι επικίνδυνο και παμπόνηρο αυτό το είδος.

- Το γάβγισμα σου να το χειρίζεσαι με φειδώ. Το δάγκωμα σου με περισσότερη φειδώ.

- Να μην σταματήσεις να παίζεις ακόμα και αν γεράσεις πολύ. Το παιχνίδι με τους μικρότερους είναι μάθημα και φύση και γέλιο. Μικρές δαγκωματιές στα πισινά πόδια είναι πάντα μια καλή και αστεία αρχή για να παρασύρεις ακόμα και τους πιο μουρτζούφληδες. Μην το παρατραβάς με τους αδύναμους. Να επιτρέπεις να σε δαγκώνουν ακόμα και αν πονάς γιατί αλλιώς δεν είναι παιχνίδι, είναι επίδειξη υπεροχής και θα σε φτύσει η αγέλη.

- Να δείχνεις την ευγνωμοσύνη σου για τα πολύ μικρά που σου δίνουν οι ξένοι. Ένα χάιδεμα στο κεφάλι από κάποιον περαστικό, αξίζει συνοδεία για δύο τουλάχιστον τετράγωνα. Τα βράδια οι κοπέλες που περπατάνε μόνες τους, μυρίζουν ζάχαρη από τον φόβο. Να περπατάς μαζί τους, λίγο πιο μπροστά ή δίπλα τους ακριβώς, ποτέ πίσω τους, δεν πρέπει να τις αναγκάζεις να σε αναζητούν. Να μένεις μαζί τους μέχρι η μυρωδιά τους να αλλάξει σε χώμα ή πορτοκάλι. Συνήθως όταν φτάνουν στον προορισμό τους ασφαλείς συμβαίνει αυτό.

- Ποτέ μα ποτέ, μην προκαλείς καβγά. Αν όμως δεν μπορείς να τον αποφύγεις, ποτέ μα ποτέ μην κάνεις πίσω. Αν όχι για κανέναν άλλο λόγο, τουλάχιστον για αυτούς που πολεμάνε μαζί σου σε περίπτωση που είστε πολλοί. Καλύτερα να γλύφουν τις πληγές σου τα αδέρφια σου μετά, παρά να κρύβεσαι από ντροπή σε ξένες γειτονιές.

- Κάποιοι είναι μεγαλωμένοι στραβά και έχουν ξεχάσει την φύση τους. Αυτές οι περιπτώσεις δεν σώζονται και βάζουν σε κίνδυνο όλους τους υπόλοιπους. Ποτέ μην πολεμάς στο πλευρό τους γιατί θα δαγκώσουν εσένα μέσα στη έξαψη τους. Τους ξεχωρίζεις από τη μυρωδιά ρίγανης που φέρουν.

- Αυτός που μπορεί να σε πονέσει περισσότερο είναι αυτός που σε αγαπάει πιο πολύ από όλους. Ένα χτύπημα στη μουσούδα από το νευριασμένο αφεντικό σου πονάει πιο πολύ από χίλια δαγκώματα. Όχι για τη δύναμη του χτυπήματος αλλά για την απώλεια της αγάπης που κρύβει. Ποτέ μην φέρνεις τον άλλον σε αυτή την κατάσταση. Οφείλεις να ξέρεις τι ενοχλεί αυτόν που αγαπάς και να το σέβεσαι με απόλυτη πειθαρχία. Διαφορετικά σου αξίζει να είσαι χωρίς αγέλη.

- Να μην μισείς τις γάτες αλλά να τις κυνηγάς χωρίς να θέτεις τον εαυτό σου σε κίνδυνο. Είναι αστείο να τις βλέπεις να σκαρφαλώνουν στα πιο απίθανα σημεία. Αν πετύχεις γάτο αρσενικό που δεν το βάζει στα πόδια, ΜΗΝ ΕΠΙΤΕΘΕΙΣ. Τα νύχια του μπορεί να σε τυφλώσουν. Σεβασμό. Ένα γρύλισμα αρκεί.

- Η ζωή σου δεν μετράει μπροστά στην νέα ζωή. Θα πεθάνεις για ένα μικρό οποιουδήποτε είδους.

- Πυξίδα σου θα είναι πάντα ο ήλιος και το φεγγάρι, που είναι ο ήλιος της νύχτας.

- Το θηλυκό που είναι δίπλα σου είναι σαν το τραγούδι που εκπέμπει το γεμάτο φεγγάρι. Να την υποδέχεσαι με χαρά και να την ακολουθείς με υπομονή. Να την δαγκώνεις απαλά και την μυρωδιά της να την έχεις πάνω από όλες. 

Τελευταίο, το πιο σημαντικό από όλα. Μετέφερε το αυτό.

- Το ζευγάρι από φώτα που ταξιδεύει σε νυχτερινό δρόμο, ΔΕΝ έχει κενό ανάμεσα.

Θες δε θες, δυστυχώς πρέπει να σταθείς στο πλάι.

Sunday, November 08, 2009

Θα βρω τρόπους να σου ανοιχτώ που δεν έχεις φανταστεί, που δεν έχω φανταστεί και εγώ. Άκου με λίγο.
Ψιτ, περίμενε ρε.

Γύρισα σπίτι και με περίμενε το βραδινό μου. Τα δύο κομμάτια πίτσα που καβάντζωσα από το μεσημέρι, είμαι μεγάλος αλανιάρης ρε, βλέπω μπροστά. Πεινούσα αλλά λέω, δε κρατάω και λίγο για το βράδυ;
Έφαγα μπροστά στη σαρανταδυάρα μου τηλεόραση, τι κάβλα, όλη την ώρα κάτι να σκαλίζει τις ντουλάπες μέσα στα δωμάτια αλλά δεν είναι κάτι υπαρκτό, το μυαλό μου είναι. Έβαλα και είδα μία ταινία με ζόμπι και πήρα αγκαλιά ένα μαξιλάρι. Όχι ρε μαλάκα. Όχι γιατί φοβάμαι.
Γιατί το μαξιλάρι έχει αυτή την μοναδική ιδιότητα ότι μετά από λίγη ώρα παίρνει την ζεστασιά του σώματος σου και μοιάζει σαν να αγκαλιάζεις ένα σώμα άλλο. Πέταξα το κουτί μέσα στο τζάκι και το είδα να παίρνει χρώματα τρελά, πράσινα και πορτοκαλί, από τι σκατά φτιάχνουν τα κουτιά της πίτσας ρε;
Μύρισα τον αέρα στο σπίτι. Κλεισούρα και παλιές κάλτσες και τζάκι και σκόνη και σκουπιδίλα. Τράβηξα μαλακία μέσα σε μια πετσέτα και της έδωσα ίσα με χίλια ονόματα.
Σκέφτηκα να ζωγραφίσω κάτι στον τοίχο απάνω, έτσι για αντίδραση, να φτιάξω τη δικιά μου καπέλα σιστίνα, κωλοβαρέθηκα και βάλθηκα να ακούω μουσική. Κάθε κομμάτι και μια ανάμνηση, σύντομα πρέπει να βγάλουν καινούργια κομμάτια, όλα μου θυμίζουν κάτι ρε πούστη μου. Ησυχία, όλοι οι μαλάκες κοιμούνται στην πολυκατοικία.

Κάτι γρατζουνάει μέσα τα πατώματα.
Ιδέα μου είναι.
Κάνει ζέστη σήμερα. Τόσο που θα έβγαινα άνετα έξω με κοντομάνικο, να κάνω βόλτα μέσα στη νυχτιά, να πάω να κάτσω σε κανα παγκάκι σε κάποιο πάρκο και να συναντήσω μια κοπέλα εκεί, να της πω ότι την αγαπώ και οτι θέλω να ζήσω τη ζωή μου όλη μαζί της και να κάνουμε παιδιά και πάρε με αγκαλιά και κοίτα το φεγγάρι, σε λίγο θα με δεις να αλλάζω.
Κάτι γρατζουνάει μέσα στη κουζίνα τώρα, μαλάκα μόλις επτά μέτρα μακριά μου, ιδέα μου είναι. Ξύρισα το κεφάλι μου ε;
Που 'σαι;
Ακόμα εδώ;
Έκανα και τατουάζ. Έναν ήλιο από αίμα στη πλάτη μου, τριακόσια ευρώ μιλάμε. Ένας ζωοφόρος ήλιος που είναι γεμάτος πρόσωπα και σκιές θολές και ακανόνιστες σαν όνειρο. Πάνω στο δέρμα μου νιώθω αόρατα χέρια όταν γουστάρω. Σκέφτομαι να είχα τώρα ένα άγγιγμα και το 'χω, πόσο τυχερός; Πόσο τυχερός είμαι;

Θα γίνω δύναμη της φύσης και  θα σου κάνω έρωτα σαν δαίμονας. Ενθουσιασμένος. Εν Θεώ. Πιάστηκα όλο το βράδυ στη πολυθρόνα.

Κανονικά θα πήγαινα μέσα να κοιμηθώ αλλά κάτι γρατζουνάει όλο το βράδυ τη ψυχή μου και δεν λέει να ηρεμήσει.

Γι' αυτό σου μιλάω.
Ψιτ, κάτσε ρε.

Τουλάχιστον να δούμε μαζί την αυγή και μετά φύγε.

ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ ΝΑ ΝΙΩΣΩ ΟΤΙ ΚΑΠΟΙΟΣ ΕΙΔΕ ΜΑΖΙ ΜΟΥ ΤΗΝ ΑΥΓΗ
ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ

Saturday, November 07, 2009

Βόλτα στη λάσπη



Ο δρόμος από το σπίτι του στο μετρό ήταν σκαμμένος εδώ και τρεις μήνες.
Λακκούβες και λάσπες και ρυάκια από σπασμένους αγωγούς, για να περπατήσεις την δεκάλεπτη πορεία έπρεπε να δεχτείς ότι θα γίνεις χάλια. Έπρεπε να δεχτείς ότι όσο και να προσπαθούσες θα λερωνόσουν και εκείνος το κατάπινε κάθε μέρα στωικά. Χάλια τα παπούτσια και τα μπατζάκια. Όταν έβρεχε, ποτάμια του έκλειναν τον δρόμο, τσαλαβουτούσε μέχρι τον αστράγαλο σε παγωμένη γλίτσα.
Μετά, για μερικές μέρες λιακάδα. Ξεραινόταν το χώμα και έφτιαχνε περίεργα σχήματα που τα διέλυε με το πόδι του καθώς περνούσε, σημάδια από ρόδες και πατημασιές. Άπειρες πατημασιές, προσπαθούσε να ξεχωρίσει τις δικές του ανάμεσα σε τόσες άλλες, χάζευε. Καμιά φορά, πετύχαινε κάποιον που περπατούσε πλάι του, αντίθετα του, που χάζευε και αυτός τα σχήματα κάτω στο χώμα. Και άλλοι το έκαναν αυτό. Πολλοί άνθρωποι που περπατούσαν και κοιτούσαν τη λάσπη, τα περίεργα αγαλματάκια, τα πατούσαν, περνούσαν δίπλα τους άμα έμοιαζαν νωπά, τα κλωτσούσαν. Ένα απόγευμα, είδε έναν ηλικιωμένο κύριο να στέκεται μπροστά σε ένα βουναλάκι ξεραμένο, να το χαζεύει σαν επισκέπτης σε μουσείο μοντέρνας τέχνης.
Μετά ξανά βροχή.
Να τρέχουν όλοι βιαστικά προς τον σταθμό του μετρό με ομπρέλες και λερωμένα παπούτσια, κεφάλι σκυφτό, τα σχήματα γύρω να λιώνουν και να τρέχουν σε ατέλειωτες κατηφόρες, να κυλάνε μαζί και οι άνθρωποι, να βιάζεται και αυτός να κρυφτεί από το νερό, από την λάσπη.
Μετά, για λίγες μέρες ήλιος πάλι.
Βροχή.
Αέρας.
Κρύο.

Άνθρωποι που περπατάνε δίπλα δίπλα, πάνω σε λάσπες.

Ένα απόγευμα, πάνω στον βρώμικο τον δρόμο ήταν αυτός και άλλοι δύο πιο μπροστά του. Ψιχάλιζε, τα σχήματα μαλακώνανε σιγά σιγά -της λάσπης τα αγάλματα- και οι τρεις τους περπατούσαν βιαστικά και προσεχτικά. Σε ένα σημείο του δρόμου, τα συνεργεία είχανε βάλει μία τάβλα ξύλινη σαν γεφυράκι, να μπορεί ο κόσμος να πάει στη δουλειά του. Στριμώχτηκαν οι τρεις τους στη μία άκρη, κουνιόταν και το ξύλο, τελευταίος αυτός.
Πέρασε ο πρώτος με δυσκολία, λέρωσε λίγο τα παπούτσια, πενηντάρης. Άπλωσε το χέρι στον δεύτερο που ήταν πιο μεγάλος, εβδομηντάρης, ευχαριστώ είπε χαμογελώντας εκείνος.
Έδωσε ένα σάλτο και ο φίλος μας και τον πιάσανε οι άλλοι δύο.

Και γελάσανε όλοι μαζί μέσα στη βροχή που τους πρόλαβε.