Tuesday, October 20, 2009

ροή




Τι έχεις κάνει για μένα;
Τι παρέδωσες, χάρισες, τσαλάκωσες;
Πόσες μάσκες έβγαλες;
Έφτασες ποτέ σε σάρκα;
Κάτω απ' την μπογιά, είδα ποτέ το πρόσωπο σου;
Ήταν κάποιο από τα χάδια σου γλυκό;
Ή όλα με κόψαν σαν γυαλί σπασμένο;
Τι έκανα;
Τι έκανα
Τι έκανα
Τι έχω κάνει για μένα;
Τι χάρισα;
Πώς άντεξα;

ΠΩΣ ΑΝΤΕΞΑ ΝΑ ΖΩ ΤΟΣΑ ΧΡΟΝΙΑ
ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΛΕΩ
Σ' ΑΓΑΠΩ
κάθε μέρα;
Κάθε καταραμένη μέρα;
Πώς άντεξα; 
Ακόμα και τις μέρες που δεν είχα κανέναν να το πω. 
Ακόμα και τα βράδια που δεν υπάρχει κανείς για να το ψιθυρίσω.
Γιατί δεν το 'λεγα σε μένα;

Πάνω από ένα πανέμορφο, ορμητικό ποτάμι, υπάρχει μια πέτρινη γεφυρούλα, την χαζεύω αιώνες μου φαίνεται.
Την κοιτάω.
Και περιμένω.

Περιμένω
Περιμένω
Μένω

Από αγόρι, γέρος σε μία ανάσα, περιμένοντας. Και η νιότη με όλη της την αγάπη, στην άλλη όχθη. Αυτή η πανέμορφη, πέτρινη γεφυρούλα. Ποιος την έβαλε εκεί για μένα δεν με νοιάζει. Μπορεί να την έχτισα εγώ. Οπότε δεν πήγανε χαμένα τα χρόνια. Χα. Τουλάχιστον κάτι έχτιζα. Γι' αυτό δεν μιλούσα. Ήμουν απασχολημένος.

Θα κάτσεις εδώ;
Καταλαβαίνω.
Μην με κακοκαρδίζεις άνθρωπε.

Αντίο
Θα σε περιμένω απέναντι
Μέσα στην ομορφιά
Πάω να βάλω πέτρα κάτω από τα βήματα μου

Αν όλα είναι καλά
θα σου γνέψω να περάσεις

Μην με αφήσεις να περιμένω




πάμε

Tuesday, October 13, 2009

BMPOF



Άπλυτος, αξύριστος, σαν δαρμένο σκυλί. Με θολωμένο βλέμμα και ξεραμένα χείλη.
Γυρίζει στους δρόμους της πόλης, κρατάει ένα κουτάκι μπύρας και ένα τσιγάρο.
Κοντοστέκεται στα φανάρια για τους πεζούς, ανάβουν πράσινο και δεν περνάει, γίνονται πάλι κόκκινα και κάνει να περάσει, τον κορνάρουν τα αυτοκίνητα και αυτός στεναχωριέται που δεν είναι εδώ. Το κινητό του άδειασε από μπαταρία μέρες πριν, δεν τον νοιάζει, για ξυπνητήρι το 'χει μόνο.
Μιλάει ώρες με τα αδέσποτα.
Μιλάει ώρες με φαντάσματα.
Καμιά φορά του απαντάνε τα δέντρα και τα λουλούδια και ο ήλιος.
Καμιά φορά του μιλάει η μουσική.
Τις περισσότερες ώρες της μέρας, σιωπή. Απόλυτη, ερωτικά θανατηφόρα σιωπή. Αυτός, που κάποτε χόρευε και τραγουδούσε.
Τώρα έχει ξεχάσει τον χορό. Κοιτάζει γύρω του τους περαστικούς και τους αγαπά. Χαμογελάει με τις γιαγούλες και βοηθάει τους γέρους.
Όλοι ένα, σκέφτεται.
Μα νιώθει μισός. Μείον ένα. Τον ακουμπάνε τυχαία στο μετρό και του 'ρχεται να κλάψει. Πότε ήταν η τελευταία αγκαλιά; Το τελευταίο χάδι; Χαμόγελο; Πόσο καιρό πριν; Σε ποιο όνειρο; Κλειστές πια οι ονειροπύλες, μένει περαστικός από την ίδια του τη φαντασία, την χαζεύει και τρομάζει.
Τρομάζει με το κενό
το σκοτάδι
τις φωνές
τη σκόνη στα μαλλιά
τα θυμωμένα βλέμματα
το άδειο τασάκι
και το ποτήρι στον νεροχύτη.

Τρομάζει με την αγκαλιά που μεγαλώνει μέσα του.
Οι χωρίς-αποδέκτη αγκαλιές φουσκώνουν, γίνονται εσωτερικές λεπίδες και χαράζουν.
Ξεσπάει στα μαξιλάρια που τυλίγει γύρω του το βράδυ για να κοιμηθεί.

Αν τον δεις να τρέξεις, μην τον χαιρετήσεις.
Η αγκαλιά του θα σε σκοτώσει.

Friday, October 02, 2009

Κοντά μου



Είσαι ένας άσχημος σκαντζόχοιρος, δεν ξέρω από που να σε πιάσω. Πας και τρυπώνεις στα πιο απίθανα, στα πιο σπαστικά σημεία του κορμιού μου, του σπιτιού μου, της ψυχής μου και των ρούχων μου. Γεμάτος αγκάθια, σκαντζόχοιρος, μέχρι και το όνομα τρυπάει με βελόνες άπειρες. 
ΣΚΑΝΤΖΟΧΟΙΡΟΣ
Να κάτσω απάνω σου με τρυπάς, να με κουβαλήσεις δεν μπορείς. Να σε αγκαλιάσω δεν μπορώ, ματώνω. Να σε φιλήσω - ούτε κουβέντα. Να σε ερωτευτώ, πονάω. Να σε γευτώ, πικραίνομαι. 


Να σου πω ακόμα και το πιο απλό. 


ΧΡΙΣΤΕ ΜΟΥ ΣΕ ΑΓΑΠΑΩ
ΤΟΣΟ ΠΟΛΥ ΠΟΥ ΘΑ ΕΚΑΝΑ ΤΑ ΑΓΚΑΘΙΑ ΣΟΥ
ΜΙΚΡΕΣ ΟΜΠΡΕΛΙΤΣΕΣ ΣΕ ΠΑΡΑΛΙΑ ΚΑΙ ΘΑ ΛΙΑΖΟΜΟΥΝΑ ΜΑΖΙ ΣΟΥ
ΤΟΝ ΗΛΙΟ ΤΗΣ ΠΟΥΤΑΝΑΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΕΧΡΙ ΝΑ ΜΟΥ ΤΕΛΕΙΩΝΕ Η ΖΩΗ


Μαζεύεις σαν σκαντζόχοιρος και κρύβεσαι στα αγκάθια σου. 
Ούτε αυτό. 


Ούτε αυτό δεν μου έμεινε. Μόνο, χιλιάδες, μικρές πληγούλες σαν ψηφιδωτό, φτιαγμένες από τα αγκάθια σου. 
Πότε;


Πότε γίνανε τα πούπουλα μας όπλα ρε γαμώτο;