Tuesday, September 22, 2009

Το φόρεμα



Της έπεφτε συνέχεια η τιράντα από το φόρεμα και ναι μεν ήξερε πως κάτι τέτοιο μπορεί να περάσει έως και αισθησιακό, έλα όμως που την ενοχλούσε. Την ενοχλούσαν και οι σταγονίτσες του ιδρώτα που κυλούσαν στην πλάτη της, σίγουρη πως θα άφηναν αηδιαστικές στάμπες, σαν λεκέδες-βασικά σαν λεκέδες αυτού ακριβώς που ήταν: λεκέδες από ιδρώτα. Τα μαλλιά της την εξόργιζαν. Δεν τα μάζευε ποτέ πάνω και δεν τα έβαζε ποτέ πίσω από τα αυτιά της. Δεν νόμιζε. Ήξερε πως ήταν άσχημη. Είχε τρεις ολόκληρες δεκαετίες εξάσκησης πάνω στο θέμα της αυτοαποδόμησης και το πίστευε με σθένος, το ότι ήταν πραγματικά και σε όλα τα σημεία που μετράνε, άσχημη. Το προλάβαινε στις κουβέντες με τις κολλητές της που πάντα την έβριζαν. Γιατί -φυσικά- ήταν όμορφη. Δεν έπειθε κανέναν και όλοι την κατηγορούσαν για ηττοπάθεια. Είχε πείσει όμως τον εαυτό της και τη ζωή την ζεις με αυτά που πιστεύεις, όχι με αυτά που σου λένε ή διαβάζεις.
Είχε ακούσει να την λένε όμορφη.
Και αυτός. Της το είχε ψιθυρίσει, λίγο πριν να αποκοιμηθούν με ανοιχτό παράθυρο, ένα καλοκαίρι, πανσέληνος, σαν από διήγημα, σαν από ταινία ιταλική σε θερινό σινεμά που βλέπεις τη μισή και την άλλη μισή φιλιέσαι με τον αγαπημένο σου. Έτσι της το είχε ψιθυρίσει. Τζιτζίκια, ζέστη, τα κορμιά τους ιδρωμένα από έρωτα, ζαλισμένοι και χαρούμενοι και αποβλακωμένοι, ξέπνοοι. Ζωντανοί.
"Είσαι όμορφη, " της είχε πει απλά και σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση θα της είχε φανεί τόσο τετριμμένη αυτή η φράση. Ένιωθε όμορφη. Εκείνη τη στιγμή η πολύχρονη πείρα της, την πρόδωσε, δεν μπόρεσε παρά να νιώσει όμορφη. Έβαλε το χέρι του πάνω στο στόμα της, όλη η παλάμη, τι περίεργη κίνηση, σαν να μην της επέτρεπε να μιλήσει, το ένα του δάχτυλο μισοάνοιξε τα χείλη της και εκείνη το πιπίλισε. Τον πήρε ο ύπνος έτσι. Τι αστείο.

Εκείνη κοιμήθηκε το ξημέρωμα. Έμεινε ώρες να πιπιλάει το κοιμισμένο δάχτυλο του. Σκεφτόταν: ας μείνω έτσι για πάντα Θεέ μου. Στο όνειρο της, όταν πια βούλιαξε ευτυχισμένη μέσα σε βαθύ ύπνο, δίπλα του, είδε ότι πετούσε.

Την ενοχλούσε η τιράντα και ο ιδρώτας και η ζέστη και ο κόσμος στο λεωφορείο, ήθελε να τους χαστουκίσει όλους. Γιατί την κοιτούσαν; Κοίταξε την αντανάκλαση της στο παράθυρο του λεωφορείου και προσπάθησε να βρει λόγους για να συνεχίσει να είναι κακοδιάθετη. Η δουλειά της. Ασήμαντο. Η οικογένεια που πάντα την είχε στην απ' έξω, ειδικά από τότε που αρνήθηκε εκείνη τη μετάθεση στη Γερμανία. Ευτελές.
Σήκωσε την τιράντα και χαμογέλασε. Νευρίασε που οι άμυνες της αποδεικνύονταν τόσο σαθρές. Προσπάθησε να μην χαμογελάει. Δύσκολο. Στο μυαλό της, η φωνή του στο τηλέφωνο.
"Έλα. Μία τελευταία φορά, απλά να μ' ακούσεις. Υπήρξα μεγάλος μαλάκας."
Πόσο είχε νευριάσει με τον εαυτό της που είχε χαρεί. Έσφιξε την τσάντα της πάνω στα πόδια της και ευχήθηκε το λεωφορείο να γίνει αεροπλάνο. Το φόρεμα της πλέον, κολλούσε απάνω της.

Της άρεσε να την παίρνει αγκαλιά από πίσω, να τυλίγει τα χέρια του στη κοιλιά της, να ακουμπάει το κεφάλι του στον αριστερό της ώμο. Λάτρευε να την χαζεύει όταν έκανε μπάνιο. Στεκόταν στην πόρτα της τουαλέτας με τσιγάρο στο χέρι, στηριγμένος στην κάσα και την κοιτούσε υπνωτισμένος. Εκείνη δεν του έδινε σημασία. Παίζανε μαζί ολόκληρα σενάρια, σκηνές βγαλμένες από κάποια τσόντα, της ζητούσε να του κάνει χατίρια όσο πλενόταν και εκείνη αρνιόταν πεισματικά. Και κάθε φορά, κατέληγαν στο κρεβάτι. Κάθε φορά, του έκανε ό,τι της ζητούσε, ενέδιδε και εκείνος στις ηδονικές προσταγές της, αδιαμαρτύρητα. Πόσο έκλαψε όταν της τα πήρε όλα αυτά. Τον μίσησε σχεδόν όσο τον αγάπησε. Σχεδόν.

Έφτασε στο καφενεδάκι στο Θησείο, τον είδε να κάθεται μόνος του να περιμένει και για μια στιγμή σκέφτηκε να τον αφήσει εκεί, για πάντα, να περιμένει, να τον πονέσει. Κάθισε γρήγορα, χωρίς να χαιρετίσει, τρέμοντας, χωρίς να τον κοιτάει στα μάτια. Έβγαλε τον καπνό της από την τσάντα, το κινητό, τα χαρτάκια, χριστέ μου το άρωμα του, τα φιλτράκια και τον αναπτήρα. Τον κοίταξε υπεροπτικά και στιγμιαία το μετάνιωσε, να τον φιλήσει προτιμούσε. 
"Είσαι όμορφη," της είπε και ο ιδρώτας της μέρας ήταν δικό του νέκταρ, αν της το ζητούσε θα του τον έδινε εκεί, στο καφενεδάκι. 





Περίμενε ώρες μόνη της.
Όταν πια βράδιασε, πήρε τον δρόμο του γυρισμού.
Το φόρεμα με τα ενοχλητικά τιραντάκια δεν το ξανάβαλε, το πέταξε στα σκουπίδια.
Την ασχήμαινε.

2 comments:

Kelevra said...

"Είχε ακούσει να την λένε όμορφη.Και αυτός..."

Μέσα σε μια φράση σου, τα είπες όλα.

Να είσαι καλά.

EggGod said...

Γειά σου kelevra. Και συ να είσαι καλά. Καταπληκτικό avatar.