Sunday, September 20, 2009

ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΗ ΙΣΗΜΕΡΙΑ



"Ισημερία είναι το ημερονύκτιο κατά το οποίο έχουν ίση διάρκεια η μέρα και η νύχτα."

Το διάβαζε και το ξαναδιάβαζε στην οθόνη του υπολογιστή του, μπήκε στην ιστοσελίδα να το τσεκάρει, να το διασταυρώσει, να σιγουρευτεί. Γιατί οι δικές του νύχτες ήταν μακριές, μεγάλες, πολύ μεγαλύτερες από τη μέρα.
Κάτι γινόταν με τους πόλους της γης, ήταν σίγουρος. Κάπου στα δώδεκα του αλλάξαν, έγειρε ο πλανήτης προς τη λάθος μεριά, μεγάλωσε η σελήνη, βαρύνανε τα αστέρια, πύκνωσαν οι άνεμοι, σκούριασε ο ουρανός, τα ζώα τρελάθηκαν και ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα όλων αυτών για τα οποία ο άνθρωπος δεν μπορεί να κάνει τίποτα,
μεγάλωσαν οι νύχτες.
Όχι μόνο τον χειμώνα. Και το καλοκαίρι. Όλο το χρόνο.
Μπορεί απλά να άλλαξε αυτός.
Μπορεί να ήταν το ζώδιο του.
Πάντως οι νύχτες διεκδίκησαν το φως με τα χρόνια και κέρδισαν.


Κοιμόταν λίγες ώρες, με το που έπαιρνε να χαράζει ξάπλωνε στο κρεβάτι και σηκωνόταν μόλις έβρισκε την δύναμη να επιβληθεί στους εφιάλτες του. Διαφορετικά, έκλεινε τα μάτια του και παραδινόταν στον ανήλεο κινηματογράφο του μυαλού του, μικρά διαλείμματα ανάμεσα, μέχρι να συνηθίσουν τα μάτια του στο σκοτάδι της κρεβατοκάμαρας και μετά βουτιά στο επόμενο όνειρο. Και στο επόμενο. Μέχρι που άρχισε να μπερδεύει τι έβλεπε στον ανήσυχο ύπνο του και τι συνέβαινε στη ξυπνητή ζωή του. Μέχρι που άρχισε να μιλάει σε αυτούς που τον επισκέπτονταν, σαν να ήταν υπαρκτοί, υπαρκτές, υπαρκτά. Τα πλάσματα. Οι σκιές και οι αέρηδες οι γκρίζοι που μιλάγανε με βαθιές φωνές.
Τριγυρνούσε στη πόλη σαν φάντασμα, κυνηγημένος από φαντάσματα, έπινε για να τα πνίξει, να τα ξεκοιλιάσει αλλά το μόνο που κατάφερνε ήταν να αποδυναμώνει τον εαυτό του, να κάνει πιο εύκολο το έργο τους, να τον μασάνε και να τον τρελαίνουν με τα τραγούδια τους. Όταν γυρνούσε σπίτι προσπαθούσε να τα ξορκίσει, ζωγράφιζε τρομαχτικά πράγματα και όταν τελείωναν οι καμβάδες, ζωγράφιζε τους τοίχους. Τον ενοχλούσαν οι άνθρωποι που τον πλησίαζαν, οι φίλοι. Κυρίως γιατί οι φίλοι κοιμόντουσαν ήρεμους ύπνους.
Σταμάτησε να τους βλέπει και να τους μιλά.
Σταμάτησε να τρώει και να φροντίζει τον εαυτό του.
Έγινε γκρίζος.

Και μία νύχτα, σταμάτησε να κοιμάται.  
Πρώτα πέσανε τα χέρια του, στη θέση τους φύτρωσαν δύο χέρια από σκοτεινό αέρα.
Μετά τα πόδια, ο κορμός και το κεφάλι τελευταίο.
Μέσα από απλές, απαρατήρητες για τους άλλους διαδικασίες αλλά και για τον ίδιο απροσδιόριστες,
σε μία νύχτα που ήταν κατά πολύ μεγαλύτερη από τη μέρα που προηγήθηκε,
έγινε ο ίδιος νύχτα.


Και έτσι μπόρεσε να ξεκουραστεί.
Να κοιμηθεί σαν νύχτα που ήρεμα ονειρεύεται την αυγή. Σιωπηλά. Γαλήνια.

4 comments:

Anonymous said...

Γαλήνια ενώ ξέρει ότι δεν τα νίκησε?Τα φαντάσματα...Δεν τα νίκησε...

solstice

EggGod said...

Γαλήνια γιατί παραδόθηκε...αφέθηκε...φφφ...ξέρω γω; :/

equinox

Anonymous said...

Χαίρομαι που σε βρήκα,πήρα μερικά τσόφλια(weird plural..),κάποια μπήκανε στα μάτια μου γαμώτο.Δεν σου εύχομαι ισημερία,σου εύχομαι φίλους που ξέρουν από ξόρκια.

solstice

EggGod said...

Η ξόρκια με την μορφή φίλων. Σε ευχαριστώ για τον χρόνο και για τα τσόφλια.