Tuesday, September 15, 2009

Ρινοκερόδεντρο


Τσαλάκωσε το κουτάκι της μπύρας με δυσκολία, είπε "αργκ" και το πέταξε στο νερό. Με κοίταξε με το ένα φρύδι σηκωμένο και γελάσαμε, ήταν γελοίος αλλά το έπαιζε καλά. Έτσι έκανε πάντα, από τότε που τον πρωτογνώρισα. Μεγάλωνε τις αντιδράσεις του σε μικρά μονόπρακτα υπερβολής, τραγικές εκφράσεις και ξεκαρδιστικές γκριμάτσες.
Η παραλία ήταν άδεια. Ξημερώματα, Λαύριο, σε έναν κρυμμένο ορμίσκο, τα πάντα γύρω μολυβένια.
"Μαλάκα θα το μαζέψεις αυτό," του είπα.
"Ναι, όντως," είπε με αστεία φωνή και σηκώθηκε παίζοντας το ξενερωμένο παιδάκι που το έχουν μαλώσει, τίναξε από πάνω του την άμμο και πήγε να σηκώσει το κουτάκι της μπύρας. Τον παρακολούθησα καθώς απομακρυνόταν. Ψηλός, λεπτός με μακριά μαλλιά. Σαν σκιάχτρο ο άτιμος, σαν ακρίδα με αρβύλες. Φορούσε πάντα φαρδιά παντελόνια - σκισμένα τζιν ή υφασμάτινα με τσέπες - φαρδιές μπλούζες με συγκροτήματα και είχε τα μαλλιά του πάντα λυτά. Ακόμα και όταν έτρωγε. Πράγμα που μου την βάραγε πάρα πολύ και του το είχα πει άπειρες φορές. Δεν άντεχα να τον βλέπω να τρώει τις ίδιες του τις τρίχες. Πάντα μου έλεγε: "Δικές μου είναι, τι πρόβλημα έχεις εσύ;" ενοχλημένος. Δεν μάζευε τα μαλλιά του γιατί νόμιζε ότι είχε μακρύ λαιμό. Είχε δίκιο. Το πρόσωπο του ήταν όμορφο όμως. Συμμετρικό, οβάλ, με λεπτή μύτη και πεταχτά ζυγωματικά. Λίγο μεγάλο κούτελο αλλά το έσωζαν τα μάτια του που ήταν μολυβένια, σαν το ξημέρωμα γύρω μας.

Στάθηκε για λίγο με τη πλάτη του σε μένα να κοιτάει τον ορίζοντα και μίλησε χωρίς να γυρίσει.
"Άμα μπορούσες να είσαι οπουδήποτε, που θα διάλεγες να είσαι; Αυτή τη στιγμή."
Σκέφτηκα να του πω πως θα ήθελα πολύ να μην είμαι αλλά μου φάνηκε υπερβολικό, μετά από ένα ολόκληρο βράδυ συζήτησης και ποτού. Αρκετό μελό για ένα βράδυ.
"Εδώ με σένα."
Με μούτζωσε χωρίς να γυρίσει.
"Έλα ρε σοβαρά." Αυτό το έλεγε πάντα με παράπονο όταν τον ξενέρωνα στα μικρά ονειροταξιδάκια που γούσταρε τόσο να με τραβάει, από τότε που ήμασταν παιδιά. Πού θα ήθελα να είμαι, ποια θα παντρευόμουν, τι αμάξι, τι σπίτι, τι πλανήτη, τι φαγητό. Ήθελε πάντα να τον ακολουθώ. Και φυσικά το έκανα.
"Σε ένα καράβι κάπου, δεν με νοιάζει που, πάντως μεγάλο ταξίδι," είπα σοβαρά, όπως μου ζήτησε. Ήρθε και κάθισε δίπλα μου. Είχε όρεξη. Έβαλε τα μαλλιά του πίσω απ' τ' αυτιά.
"Αφού δεν γουστάρεις την θάλασσα ρε," μου είπε και μου έδωσε το μονόφυλλο που μονοπωλούσε τα τελευταία λεπτά.
"Γι' αυτό."
"Δηλαδή ακόμα και στην φαντασίωση σου, θα ήσουνα κάπου που ξενερώνεις. Ωραίος ρε."
"Ευχαριστώ."
"Να σε ρωτήσω κάτι;"
"Όχι."
"Την παλεύεις;"
"Εσύ τι συμπέρασμα βγάζεις μετά από τόσες ώρες κουβέντας;"
Δεν απάντησε. Δεν γούσταρε να βλέπει ότι δεν είμαι καλά. Μάλλον επειδή ήμουν μεγαλύτερος, σύνδρομο μικρού αδερφού και τα λοιπά.
"Σε καράβι ε;"
"Μμμ."
"Ιστιοφόρο;"
"Μμμ."
"Πειρατής;"
"Τζακ φακιν Σπάροου."
"Τζόνι φακιν Ντεπ. Τι ηθοποιάρα ρε μαλάκα."

Παύση. Ποτέ δεν ένιωθα άβολα όταν δεν μιλάγαμε. Οι σιωπές μας ήταν απλά άλλος ένας τρόπος να επικοινωνούμε. Μικροί, μπαίναμε στο σπιτάκι που είχαμε φτιάξει από ξύλα, πάνω σε ένα μεγάλο πεύκο στη γειτονιά μας και αράζαμε χωρίς να μιλάμε. Ξαπλώναμε και κοιτάζαμε τον ουρανό και τα κλαδιά του δέντρου. Καμιά φορά βάζαμε μουσική.
Του έδωσα το τσιγάρο.
"Κοίτα εκείνον τον κορμό, μοιάζει με ρινόκερο," είπε με βραχνιασμένη φωνή. Άνοιξε το ψυγειάκι και έβγαλε κι άλλη μπύρα. Κοίταξα. Δεν έμοιαζε με ρινόκερο, περισσότερο με ξεβρασμένο κορμό έμοιαζε, ένας λευκός κορμός δέντρου με τις ρίζες του να ορθώνονται στον ουρανό σαν δαιμονικά καβλιά-
Γέλασα.
"Τι;"
Πάντα ήθελε να ξέρει οτιδήποτε αστείο θα μπορούσα να σκέφτομαι, ανά πάσα ώρα και στιγμή, ακόμα και αν δεν μπορούσα να του εξηγήσω.
"Τι ρε; Πες. Έλα πες."
"Με σένα γελάω."
"Γαμιέσαι."
Πέταξε μία πέτρα στο νερό. Δεν την άκουσα να πέφτει. Περίεργο-
"Τουλάχιστον, νιώθεις καλύτερα," είπε και γύρισε να με κοιτάξει. Τον κοίταξα και γω. Είχε σκουλήκια στις κόγχες των ματιών του και τα μαλλιά του κρέμονταν από το πρόσωπο του σαν νεκρές κλωστές, χόρευαν στον άνεμο σαν φίδια.
"Που πήγες;" τον ρώτησα και η φωνή μου έτρεμε λίγο. Δεν φάνηκε να το προσέχει. Σηκώθηκε και με την κίνηση, κάποια από τα σκουλήκια ξεκόλλησαν από το πρόσωπο του και έπεσαν γύρω από τα πόδια του. Ακούστηκαν σαν σταφύλια.
"Έλα ρε μην μασάς, ξέρεις που θα με βρεις. Τα λέμε κάθε πρωί και κάθε βράδυ και σε κανέναν υπνάκο στο ενδιάμεσο, τι άλλο θες; Να τα φτιάξουμε;" και άρχισε αμέσως τους θεατρινισμούς. Μου γύρισε την πλάτη και αγκάλιασε τον εαυτό του έτσι που να βλέπω τα χέρια του, σαν να τον κρατάει κάποια γκόμενα, έκανε ότι φιλιέται παθιασμένα.
Χαμογέλασα. Μίλησε χωρίς να γυρίσει πάλι και η φωνή του ήταν αλλουνού, αρχαία, σαν πέτρες που παρασύρονται από το κύμα.
"Όλα είναι όπως πρέπει. Δες το."
Και χάθηκε.

Δεν πρόλαβα να του φωνάξω και εκείνη έβαλε το χέρι της στον ώμο μου και με τράβηξε πάνω της, στο στέρνο της.
Η μυρωδιά της ήταν η θάλασσα και η άνοιξη και το χώμα.
Το χέρι της μου χάιδεψε τα μαλλιά, ήταν γερασμένο και απαλό. Θύμωσα και αποτραβήχτηκα, άναψα τσιγάρο χωρίς να την κοιτάω. Σκούπισα τα μάγουλα μου σαν κακομαθημένο κωλόπαιδο, η κίνηση του να σκουπίζεις τα δάκρυα σου είναι από μόνη της εξευτελιστική, σαν να επιβεβαιώνεις ότι
-πονάς-
είσαι αδύναμος.
"Τι είναι;" με ρώτησε και οι δύο λέξεις αυτές είχαν μέσα όλο το νοιάξιμο του κόσμου.
"Τίποτα, όλα καλά."

Σε κάτι διακοπές, είχα ανέβει σε ένα βράχο για να βουτήξω στο νερό, το βλέμμα της απάνω μου σαν κουβέρτα και ας έκανε την αδιάφορη, μιλώντας με τους υπόλοιπους μεγάλους, καθισμένη στην παραλία.
"Άμα χτυπήσεις θα φας και ξύλο," μου φώναξε μισοαστεία, μισοσοβαρά. Οι υπόλοιποι γελάσανε. Τους άκουγα από κει που ήμουν, το βλέμμα της απάνω μου. Κάποιος της είπε να με αφήσει, αλλά πώς θα μπορούσε; Η βουτιά μου πρέπει να κράτησε για κείνη ώρες, ήμουν στον αέρα ούτε δευτερόλεπτο, το ύψος μικρό.
Με το που βγήκα στην επιφάνεια την κοίταξα, την αναζήτησα. Με είχε δει; Είχε δει τι είχα καταφέρει;

"Όλα καλά."
Πώς διάολο να πω ψέματα;
"Όλα σκατά."
"Ε, και;" με ρώτησε.
Την κοίταξα. Δεν έπρεπε. Είχα καιρό να την δω και μερικές φορές, αυτούς που δεν βλέπεις τους συγχωρείς πιο εύκολα και ας μην έχουν φταίξει σε τίποτα. Άμα τους κοιτάς θυμάσαι τον αδικαιολόγητο σου θυμό. Θυμάσαι τους λόγους που σε κάνουν μικρό. Δεν μπόρεσα να της μιλήσω. Ποτέ δεν χρειάστηκε, μου είπε το βλέμμα της.
Σηκώθηκε και μπήκε στο ήρεμο νερό μέχρι τα γόνατα.

Μακριά, μία νότα κόκκινο στο πεντάγραμμο του ορίζοντα. Αυγή. Δροσιά.
Η παραλία έρημη ξανά. Την ανταγωνίστηκε το μέσα μου καθώς έσβηνα το τσιγάρο. Πήγα να σηκωθώ και δεν με κράτησαν τα πόδια μου. Κοίταξα τον ρινόκερο κορμό και μου φάνηκε σαν να κουνήθηκε.
"Θα μπω στο νερό ξανά, να φύγω, να βγω σε άλλη παραλία," είπε.
"Ε, καν' το, τι περιμένεις;"
"Την αυγή."
"Να περιμένω μαζί σου;"
"Ναι και άμα κρυώσεις, κάψε με. Δανείσου μερικά από τα δαιμονικά καβλιά μου."
"Μαλάκα."

Ξάπλωσα πίσω. Ο ρινόκερος δεν ξαναέβγαλε άχνα. Η άμμος μαλακή.
Το κρεβάτι μου άμμος.
Ξύπνησα τυλιγμένος με το σεντόνι, σαν δράκος γύρω μου, ανάμεσα στα πόδια μου, σφιγμένος στον λαιμό μου, υγρός, ιδρωμένος δράκος. Ποιος είναι αυτός ο άγιος που σκοτώνει δράκους στα εικονίσματα; Ο άγιος Γεώργιος νομίζω. Μας έλειψες το βράδυ άγιε, σκέφτηκα και έκανα να σηκωθώ.

Ζαλίστηκα και με στήριξε με το δεξί της χέρι. Κρατούσε ακόμα το ποτό της στο άλλο, η μουσική έκανε το στομάχι μου να δονείται, όχι ευχάριστα, όχι όπως όταν ακούς να σου λένε σ' αγαπώ για πρώτη φορά.
"Θες να φύγουμε;" με ρώτησε πάνω από την μουσική, το στόμα της στο αυτί μου κολλημένο. Μπορεί να περνούσαμε καλά, δεν θυμάμαι, η παρέα χαμένη σε χορό, η νύχτα προχωρημένη. Βγήκαμε στα σοκάκια του κέντρου, Ψυρρή, μεθυσμένος για τα καλά εγώ, στηριζόμουν επάνω της, δεν παραπονιόταν και ας μην άντεχε το βάρος μου.
Είχε φεγγάρι, δεν θυμάμαι, σωριάστηκα σε ένα πεζούλι να βρω την ανάσα μου, να σταματήσει να γυρίζει ο κόσμος, περίμενε λίγο της είπα και χαμογελούσε. Την τράβηξα πάνω μου, στην αγκαλιά μου.
"Ζέχνεις αλκοόλ," μου είπε ψεύτικα πειραγμένη.
"Κι' εσύ. Μ' αγαπάς λίγο;"

Δεν θυμάμαι τι μου απάντησε.
Ήρθα εδώ να δω την αυγή αλλά δεν θυμάμαι πώς. Κάποιος ήταν εδώ πριν από λίγο αλλά δεν θυμάμαι. Η θάλασσα έχει αγριέψει και ήλιος μάλλον δεν θα φανεί, σύννεφα έχουν φυτρώσει παντού ψηλά, υπόσχονται καταιγίδα. Καλύτερα.
Να φουσκώσει και η θάλασσα, να ξυπνήσω και εγώ από αυτόν τον γαμημένο εφιάλτη.
Να την κάνει και το ρινοκερόδεντρο για άλλες παραλίες που μου έχει πρήξει τα αυτιά.
Να πάει στο διάολο κι' αυτό και τα δαιμονικά καβλιά του.

No comments: