Thursday, September 10, 2009

Χαλασμένα βλέφαρα


"EVERFLY"
by
Egggod



Παράθυρο, καφές, πρωινή τελετουργία.
Πρώτα στο παράθυρο με τα μαλλιά να είναι μπλεγμένα σαν φίδια, το γαμημένο το παντζούρι έχει χαλάσει χρόνια τώρα και αρνούμαι να το φτιάξω, παθαίνω τενοντίτιδα κάθε φορά που θέλω να δω φως. Δεν ανοίγει με τίποτα. Κάθε πρωί οι ίδιες κινήσεις. Με τσίμπλες στα μάτια, να αγκομαχώ να ανοίξω το χαλασμένο παντζούρι. Αυτή η λέξη δεν μ' αρέσει, θα ήθελα τα παντζούρια να λέγονται πέπλα. Ή βλέφαρα.
Τις περισσότερες φορές, αφήνω το παντζούρι κλειστό και ανάβω λάμπα, ας έχει έξω λιακάδα.
Μετά καφεδάκι. Φραπέ το καλοκαίρι, νες το χειμώνα. Με πέντε κουταλιές ζάχαρη και ας έχει η οικογένεια μου ιστορικό ζαχάρου.

Κάτι μέσα σε όλη την τελετουργία με χαλάει. Με αποδυναμώνει. Για μισό λεπτό-

Όχι είναι λάθος. Όλο είναι λάθος.

-
"Βγήκα στην αυλή και κοίταξα τις τριανταφυλλιές μου χτες. Η κόκκινη φαίνεται άρρωστη. Έφαγα πρωινό κάτω από το πλατάνι και μετά ζωγράφισα μέχρι το απόγευμα. Με λερωμένα από μπογιές χέρια, ετοίμασα ένα σάντουιτς και το άφησα πάνω στον πάγκο της κουζίνας να το φάνε οι μύγες. Το σούρουπο ήταν παγωμένο. Άναψα το τζάκι και έκαψα τον καμβά που δούλευα όλη μέρα. Ζέστανε λίγο, οι φλόγες πήραν τα χρώματα και τα πήγανε στον ουρανό, να τα πάρει άλλος να τα κάνει καλύτερο πίνακα. Δεν με πείραξε, χάρηκα. Τη νύχτα χτύπησε το τηλέφωνο αλλά δεν το πρόλαβα. Ήμουν στη ντουζιέρα, είχα αφήσει να τρέχει καυτό νερό πάνω μου, μέχρι που άρχισε να παγώνει και αυτό. Σαν το σούρουπο. Παγωμένο νερό σαν σούρουπο. Σαν λυκόφως. Μου 'ρθε να τραγουδήσω κάτι την ώρα που ξάπλωνα. Νομίζω πως ήταν νανούρισμα. Ένιωσα βλάκας. Είπα να ζωγραφίσω άλλον πίνακα την επόμενη. Σήμερα δηλαδή."

Σήμερα το πρωί-
το παράθυρο το ξέχασα ανοιχτό. Κοιμήθηκα με ανοιχτό παράθυρο. Γέμισε σκόνη το δωμάτιο από τον νυχτερινό αέρα. Σηκώθηκα με μπλεγμένα μαλλιά και τα έκανα όλα ανάποδα. Έκλεισα το παντζούρι χωρίς κανέναν κόπο. Γλίστρησε στις ράγες του σαν νερό και με απομόνωσε.

Και είμαι τόσες ώρες καθισμένος μπροστά στο καβαλέτο.
Και δεν μου βγαίνει τίποτα.
Μου 'ρχεται να τραγουδήσω κάτι αλλά είμαι βραχνιασμένος από τα ουρλιαχτά. Και ενώ είναι πρωί, είναι σούρουπο. Και αφού είμαι ντυμένος γιατί είμαι γυμνός;

Ξέρεις τι λέω;
Θα 'θελα οι καμβάδες να πουλιόνται ζωγραφισμένοι και γω να τους σβήνω.
Να γεμίσω το σπίτι μου με άδεια κάδρα, να τους βάζω και τίτλο. Και επιτέλους να σταματήσω να υπόσχομαι-

Όχι είναι λάθος, είναι όλο λάθος.

-
Θα πάρω το πινέλο μου
με κινήσεις που πονάνε
θα λατρέψω την επιφάνεια που ζωγραφίζω
είναι για μένα,
δίπλα στο ανοιχτό παράθυρο
μέσα σε ένα ζεστό πρωινό
με μία κούπα καφέ να περιμένει.
Και ας είναι νύχτα τα χρώματα μου.

Και ας τρέμει το χέρι μου απ' τον φόβο.

3 comments:

deadend mind said...

δεν το πετυχαινουμε συχνα, συνηθως ειναι ολο λαθος.

(μου άρεσε πολυ η ιδέα ενός αγγελου με φτερά που ειναι κρεμασμενος. σαν να μπορει να πεταξει ώστε να μην πνιγεί, αλλα να υποτασσεται)

Φιλιά

Aντώνης said...

Το χέρι σου έτρεμε και γράφοντας εδώ αλλά δεν είδα να μη τα καταφέρνει.

EggGod said...

deadend: Ναι. :/ Σαν πίνακας.

(Σωστά....αν δεν ήταν τεντωμένο το σκοινί.....) Φιλιά

Αντώνης: Το πινέλο συγχωρεί πιο δύσκολα από το πληκτρολόγιο. Αλλά σε ευχαριστώ.