Wednesday, September 23, 2009

SNIURNI



Έχει κοπεί και το ρεύμα με κεριά είμαι ή μήπως είναι ο αμφιβληστροειδής μου; Τα κάνει όλα να μοιάζουν φωτισμένα από κεριά και κάπου στο διαμέρισμα έχει τρυπήσει ένα σωλήνας μια τεράστια αρτηρία και τρέχει νερό δεν έχει αίμα μέσα νερό έχει πλημμυρίσει το σπίτι επιπλέουν παντού χαρτιά και ζωγραφιές και περιοδικά και ένα βιβλίο που αγάπησα αλλά δεν θα το ξαναδιαβάσω ποτέ στο ορκίζομαι γιατί τότε που το διάβασα ήσουν ξαπλωμένη σε σκατά και ένας μεγάλος γλάρος πέταγε πάνω από τα κεφάλια μας και μας κουτσούλαγε και τι ωραία που είναι τα αβγά. Ανάσα καθώς στέκομαι εδώ μέσα στα λιμνασμένα από καιρό νερά και για πρώτη φορά δεν με σήκωσα και με σηκώνω είμαι ο μπαμπάς μου και η μαμά μου θα με θηλάσω και θα με δείρω να συνέλθω φάε φάε φάε μαλάκα να μεγαλώσεις να γίνεις δυνατός σκάσε σκάσε γιατί δεν μιλάς; Τραγουδήστε μου κάποιος κάποιος να τρέξω να βγάλω από πάνω μου αυτή τη σάρκα να χορέψω με καινούργιο δέρμα ούτε σφουγγαρίστρα δεν με γλυτώνει από αυτό το διαμέρισμα που βρωμάει θάνατο σε εκείνη τη γωνιά κάποτε κούρνιαζε μια σκιά και εδώ πίσω από τον καναπέ ένα κοκαλάκι μαλλιών και ένας μαύρος μαρκαδόρος αυτό το σπίτι έχει γεμίσει από γέλια και νερά. Αυτός ο καναπές έχει απάνω σπέρμα και μαλλιά και το τζάκι είναι γεμάτο με στάχτες που δεν καθαρίζω γιατί μυρίζουν όμορφα άμα ανέβει το νερό θα γίνουν λάσπη και θα την πλάσω να φτιάξω ένα μαχαίρι ποιος είμαι εγώ που αρέσκομαι στο να μυρίζω στάχτες τα λουλούδια μου πεθάναν όλα και οι κουρτίνες είναι στα σκουπίδια γιατί σαπίσανε και οι ντουλάπες μου είναι γεμάτες με αφίσες και επιτραπέζια και καμιά φορά στον καθρέφτη του μπάνιου αχνοφαίνονται πρόσωπα σαν μάσκες θεάτρου. Μου τελειώνουν τα κεριά το κρεβάτι μου είναι σαν πέτρα στεγνό δεν έχει ύπνο απάνω του θα κοιμηθώ στην πολυθρόνα αγκαλιά με ένα πουλόβερ και ένα βρώμικο ποτήρι με κρασί σκάσε σκάσε, ένα σπασμένο παράθυρο τραγουδάει λυπημένα θα το κλείσω με εφημερίδες και θα περιμένω να έρθει κάποιος γείτονας να μου δώσει κόλα και γυαλί να το φτιάξω να βγάλω τα σκουπίδια και να ισιώσω τα κάδρα στους τοίχους κάποιος μαλάκας έγραψε παντού λέξεις στους τοίχους ένας τρελός, από κάπου ξέφυγε είναι επικίνδυνος και κρύβεται κάπου μέσα στο σπίτι αλλά δεν πάω να τον ψάξω γιατί θα μου σβήσει το κερί και δεν έχω ούτε σπίρτα ούτε αναπτήρα και το νερό ανεβαίνει. Τα αβγά επιπλέουν. Το ήξερες; Και τα σκατά. Σε πρόλαβα. Η σκύλα της γειτονιάς κοιμάται πια συνέχεια κάτω από αυτοκίνητα όλο της λέω καμιά μέρα δεν θα ξυπνήσεις έγκαιρα και θα σε πατήσουν όλο μου λέει δεν θα με νοιάζει γιατί έτρεξα πολύ και κάποτε έβλεπα δέντρα στη γειτονιά τώρα δεν μπορώ ούτε μέχρι την πόρτα να πάω γιατί έχει πλημμυρίσει το διαμέρισμα το είπα αυτό ε; Σε πόσα ακόμα υποδιαμερίσματα να χωριστώ να με υπενοικιάσω και να χαρώ με τα κέρδη θα τα βάλω μέσα στο νερό και αυτά να επιπλέουν μαζί με κάποια φύλλα που μπήκαν από το παράθυρο και κάτι ξεχασμένα ρούχα και αυτές οι κηλίδες πρέπει να είναι από την νταμιτζάνα με το λάδι που έχω κάτω από τον νεροχύτη πάει και το λάδι θέλω να κοιμηθώ σκάσε σκάσε. Ο μικρός; Που πάει; Με ρώτησες εμένα; Να βγάλεις τα παπούτσια σου πριν ξαπλώσεις και να πλύνεις τα δόντια σου μόνο πρόσεχε τα σιφόνια στάζουν αίμα και τρίχες πλύσου στον κήπο καλύτερα με την πρωινή δροσιά και άμα με ξαναρωτήσεις τι έχω θα σου απαριθμήσω όλα μου τα υπάρχοντα που έχω μέχρι να στην σπάσω και σένα πότε θα σταματήσω να κρατάω τα πόδια μου ψηλά αφού τώρα το νερό έχει φτάσει μέχρι το μπράτσο της πολυθρόνας μου έβρεξε και τον καπνό ούτε κάπνισμα επιτρέπεται, κουράστηκα, κουράστηκα, κουράστηκα. Χαχαχαχαχαχ. Αααααχ. Η μούχλα στους τοίχους είναι σαν ζωγραφιές. Σε σημεία, είναι μαύρη. Οι πόρτες των δωματίων έχουν πρηστεί, άμα τις κλείσω δεν ξανανοίγουν όπως γίνεται με όλες τις πόρτες. Σκάσε. Σκάσε. Να και η κιθάρα μου. Οι χορδές είναι αρχαίες. Να και τα πινέλα μου, επιπλέουν. Το κερί τελειώνει. Μια νυχτοπεταλούδα το κατουράει και το σβήνει γιατί είναι μεγάλη πουτάνα.
Είσαι
όποιος
εφιάλτης
σου
φαντάστηκες
ποτέ.
Κάποιες λέξεις σε κάποιες συγκεκριμένες προτάσεις εννοώ με συγκεκριμένη σειρά
δεν θα τις ξαναπώ ποτέ. Δεν θα ξαναβγούν ποτέ από το στόμα μου.
Μου αρκούν οι-
ώχου σκάσε.

Tuesday, September 22, 2009

Το φόρεμα



Της έπεφτε συνέχεια η τιράντα από το φόρεμα και ναι μεν ήξερε πως κάτι τέτοιο μπορεί να περάσει έως και αισθησιακό, έλα όμως που την ενοχλούσε. Την ενοχλούσαν και οι σταγονίτσες του ιδρώτα που κυλούσαν στην πλάτη της, σίγουρη πως θα άφηναν αηδιαστικές στάμπες, σαν λεκέδες-βασικά σαν λεκέδες αυτού ακριβώς που ήταν: λεκέδες από ιδρώτα. Τα μαλλιά της την εξόργιζαν. Δεν τα μάζευε ποτέ πάνω και δεν τα έβαζε ποτέ πίσω από τα αυτιά της. Δεν νόμιζε. Ήξερε πως ήταν άσχημη. Είχε τρεις ολόκληρες δεκαετίες εξάσκησης πάνω στο θέμα της αυτοαποδόμησης και το πίστευε με σθένος, το ότι ήταν πραγματικά και σε όλα τα σημεία που μετράνε, άσχημη. Το προλάβαινε στις κουβέντες με τις κολλητές της που πάντα την έβριζαν. Γιατί -φυσικά- ήταν όμορφη. Δεν έπειθε κανέναν και όλοι την κατηγορούσαν για ηττοπάθεια. Είχε πείσει όμως τον εαυτό της και τη ζωή την ζεις με αυτά που πιστεύεις, όχι με αυτά που σου λένε ή διαβάζεις.
Είχε ακούσει να την λένε όμορφη.
Και αυτός. Της το είχε ψιθυρίσει, λίγο πριν να αποκοιμηθούν με ανοιχτό παράθυρο, ένα καλοκαίρι, πανσέληνος, σαν από διήγημα, σαν από ταινία ιταλική σε θερινό σινεμά που βλέπεις τη μισή και την άλλη μισή φιλιέσαι με τον αγαπημένο σου. Έτσι της το είχε ψιθυρίσει. Τζιτζίκια, ζέστη, τα κορμιά τους ιδρωμένα από έρωτα, ζαλισμένοι και χαρούμενοι και αποβλακωμένοι, ξέπνοοι. Ζωντανοί.
"Είσαι όμορφη, " της είχε πει απλά και σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση θα της είχε φανεί τόσο τετριμμένη αυτή η φράση. Ένιωθε όμορφη. Εκείνη τη στιγμή η πολύχρονη πείρα της, την πρόδωσε, δεν μπόρεσε παρά να νιώσει όμορφη. Έβαλε το χέρι του πάνω στο στόμα της, όλη η παλάμη, τι περίεργη κίνηση, σαν να μην της επέτρεπε να μιλήσει, το ένα του δάχτυλο μισοάνοιξε τα χείλη της και εκείνη το πιπίλισε. Τον πήρε ο ύπνος έτσι. Τι αστείο.

Εκείνη κοιμήθηκε το ξημέρωμα. Έμεινε ώρες να πιπιλάει το κοιμισμένο δάχτυλο του. Σκεφτόταν: ας μείνω έτσι για πάντα Θεέ μου. Στο όνειρο της, όταν πια βούλιαξε ευτυχισμένη μέσα σε βαθύ ύπνο, δίπλα του, είδε ότι πετούσε.

Την ενοχλούσε η τιράντα και ο ιδρώτας και η ζέστη και ο κόσμος στο λεωφορείο, ήθελε να τους χαστουκίσει όλους. Γιατί την κοιτούσαν; Κοίταξε την αντανάκλαση της στο παράθυρο του λεωφορείου και προσπάθησε να βρει λόγους για να συνεχίσει να είναι κακοδιάθετη. Η δουλειά της. Ασήμαντο. Η οικογένεια που πάντα την είχε στην απ' έξω, ειδικά από τότε που αρνήθηκε εκείνη τη μετάθεση στη Γερμανία. Ευτελές.
Σήκωσε την τιράντα και χαμογέλασε. Νευρίασε που οι άμυνες της αποδεικνύονταν τόσο σαθρές. Προσπάθησε να μην χαμογελάει. Δύσκολο. Στο μυαλό της, η φωνή του στο τηλέφωνο.
"Έλα. Μία τελευταία φορά, απλά να μ' ακούσεις. Υπήρξα μεγάλος μαλάκας."
Πόσο είχε νευριάσει με τον εαυτό της που είχε χαρεί. Έσφιξε την τσάντα της πάνω στα πόδια της και ευχήθηκε το λεωφορείο να γίνει αεροπλάνο. Το φόρεμα της πλέον, κολλούσε απάνω της.

Της άρεσε να την παίρνει αγκαλιά από πίσω, να τυλίγει τα χέρια του στη κοιλιά της, να ακουμπάει το κεφάλι του στον αριστερό της ώμο. Λάτρευε να την χαζεύει όταν έκανε μπάνιο. Στεκόταν στην πόρτα της τουαλέτας με τσιγάρο στο χέρι, στηριγμένος στην κάσα και την κοιτούσε υπνωτισμένος. Εκείνη δεν του έδινε σημασία. Παίζανε μαζί ολόκληρα σενάρια, σκηνές βγαλμένες από κάποια τσόντα, της ζητούσε να του κάνει χατίρια όσο πλενόταν και εκείνη αρνιόταν πεισματικά. Και κάθε φορά, κατέληγαν στο κρεβάτι. Κάθε φορά, του έκανε ό,τι της ζητούσε, ενέδιδε και εκείνος στις ηδονικές προσταγές της, αδιαμαρτύρητα. Πόσο έκλαψε όταν της τα πήρε όλα αυτά. Τον μίσησε σχεδόν όσο τον αγάπησε. Σχεδόν.

Έφτασε στο καφενεδάκι στο Θησείο, τον είδε να κάθεται μόνος του να περιμένει και για μια στιγμή σκέφτηκε να τον αφήσει εκεί, για πάντα, να περιμένει, να τον πονέσει. Κάθισε γρήγορα, χωρίς να χαιρετίσει, τρέμοντας, χωρίς να τον κοιτάει στα μάτια. Έβγαλε τον καπνό της από την τσάντα, το κινητό, τα χαρτάκια, χριστέ μου το άρωμα του, τα φιλτράκια και τον αναπτήρα. Τον κοίταξε υπεροπτικά και στιγμιαία το μετάνιωσε, να τον φιλήσει προτιμούσε. 
"Είσαι όμορφη," της είπε και ο ιδρώτας της μέρας ήταν δικό του νέκταρ, αν της το ζητούσε θα του τον έδινε εκεί, στο καφενεδάκι. 





Περίμενε ώρες μόνη της.
Όταν πια βράδιασε, πήρε τον δρόμο του γυρισμού.
Το φόρεμα με τα ενοχλητικά τιραντάκια δεν το ξανάβαλε, το πέταξε στα σκουπίδια.
Την ασχήμαινε.

Sunday, September 20, 2009

ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΗ ΙΣΗΜΕΡΙΑ



"Ισημερία είναι το ημερονύκτιο κατά το οποίο έχουν ίση διάρκεια η μέρα και η νύχτα."

Το διάβαζε και το ξαναδιάβαζε στην οθόνη του υπολογιστή του, μπήκε στην ιστοσελίδα να το τσεκάρει, να το διασταυρώσει, να σιγουρευτεί. Γιατί οι δικές του νύχτες ήταν μακριές, μεγάλες, πολύ μεγαλύτερες από τη μέρα.
Κάτι γινόταν με τους πόλους της γης, ήταν σίγουρος. Κάπου στα δώδεκα του αλλάξαν, έγειρε ο πλανήτης προς τη λάθος μεριά, μεγάλωσε η σελήνη, βαρύνανε τα αστέρια, πύκνωσαν οι άνεμοι, σκούριασε ο ουρανός, τα ζώα τρελάθηκαν και ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα όλων αυτών για τα οποία ο άνθρωπος δεν μπορεί να κάνει τίποτα,
μεγάλωσαν οι νύχτες.
Όχι μόνο τον χειμώνα. Και το καλοκαίρι. Όλο το χρόνο.
Μπορεί απλά να άλλαξε αυτός.
Μπορεί να ήταν το ζώδιο του.
Πάντως οι νύχτες διεκδίκησαν το φως με τα χρόνια και κέρδισαν.


Κοιμόταν λίγες ώρες, με το που έπαιρνε να χαράζει ξάπλωνε στο κρεβάτι και σηκωνόταν μόλις έβρισκε την δύναμη να επιβληθεί στους εφιάλτες του. Διαφορετικά, έκλεινε τα μάτια του και παραδινόταν στον ανήλεο κινηματογράφο του μυαλού του, μικρά διαλείμματα ανάμεσα, μέχρι να συνηθίσουν τα μάτια του στο σκοτάδι της κρεβατοκάμαρας και μετά βουτιά στο επόμενο όνειρο. Και στο επόμενο. Μέχρι που άρχισε να μπερδεύει τι έβλεπε στον ανήσυχο ύπνο του και τι συνέβαινε στη ξυπνητή ζωή του. Μέχρι που άρχισε να μιλάει σε αυτούς που τον επισκέπτονταν, σαν να ήταν υπαρκτοί, υπαρκτές, υπαρκτά. Τα πλάσματα. Οι σκιές και οι αέρηδες οι γκρίζοι που μιλάγανε με βαθιές φωνές.
Τριγυρνούσε στη πόλη σαν φάντασμα, κυνηγημένος από φαντάσματα, έπινε για να τα πνίξει, να τα ξεκοιλιάσει αλλά το μόνο που κατάφερνε ήταν να αποδυναμώνει τον εαυτό του, να κάνει πιο εύκολο το έργο τους, να τον μασάνε και να τον τρελαίνουν με τα τραγούδια τους. Όταν γυρνούσε σπίτι προσπαθούσε να τα ξορκίσει, ζωγράφιζε τρομαχτικά πράγματα και όταν τελείωναν οι καμβάδες, ζωγράφιζε τους τοίχους. Τον ενοχλούσαν οι άνθρωποι που τον πλησίαζαν, οι φίλοι. Κυρίως γιατί οι φίλοι κοιμόντουσαν ήρεμους ύπνους.
Σταμάτησε να τους βλέπει και να τους μιλά.
Σταμάτησε να τρώει και να φροντίζει τον εαυτό του.
Έγινε γκρίζος.

Και μία νύχτα, σταμάτησε να κοιμάται.  
Πρώτα πέσανε τα χέρια του, στη θέση τους φύτρωσαν δύο χέρια από σκοτεινό αέρα.
Μετά τα πόδια, ο κορμός και το κεφάλι τελευταίο.
Μέσα από απλές, απαρατήρητες για τους άλλους διαδικασίες αλλά και για τον ίδιο απροσδιόριστες,
σε μία νύχτα που ήταν κατά πολύ μεγαλύτερη από τη μέρα που προηγήθηκε,
έγινε ο ίδιος νύχτα.


Και έτσι μπόρεσε να ξεκουραστεί.
Να κοιμηθεί σαν νύχτα που ήρεμα ονειρεύεται την αυγή. Σιωπηλά. Γαλήνια.

Tuesday, September 15, 2009

Ρινοκερόδεντρο


Τσαλάκωσε το κουτάκι της μπύρας με δυσκολία, είπε "αργκ" και το πέταξε στο νερό. Με κοίταξε με το ένα φρύδι σηκωμένο και γελάσαμε, ήταν γελοίος αλλά το έπαιζε καλά. Έτσι έκανε πάντα, από τότε που τον πρωτογνώρισα. Μεγάλωνε τις αντιδράσεις του σε μικρά μονόπρακτα υπερβολής, τραγικές εκφράσεις και ξεκαρδιστικές γκριμάτσες.
Η παραλία ήταν άδεια. Ξημερώματα, Λαύριο, σε έναν κρυμμένο ορμίσκο, τα πάντα γύρω μολυβένια.
"Μαλάκα θα το μαζέψεις αυτό," του είπα.
"Ναι, όντως," είπε με αστεία φωνή και σηκώθηκε παίζοντας το ξενερωμένο παιδάκι που το έχουν μαλώσει, τίναξε από πάνω του την άμμο και πήγε να σηκώσει το κουτάκι της μπύρας. Τον παρακολούθησα καθώς απομακρυνόταν. Ψηλός, λεπτός με μακριά μαλλιά. Σαν σκιάχτρο ο άτιμος, σαν ακρίδα με αρβύλες. Φορούσε πάντα φαρδιά παντελόνια - σκισμένα τζιν ή υφασμάτινα με τσέπες - φαρδιές μπλούζες με συγκροτήματα και είχε τα μαλλιά του πάντα λυτά. Ακόμα και όταν έτρωγε. Πράγμα που μου την βάραγε πάρα πολύ και του το είχα πει άπειρες φορές. Δεν άντεχα να τον βλέπω να τρώει τις ίδιες του τις τρίχες. Πάντα μου έλεγε: "Δικές μου είναι, τι πρόβλημα έχεις εσύ;" ενοχλημένος. Δεν μάζευε τα μαλλιά του γιατί νόμιζε ότι είχε μακρύ λαιμό. Είχε δίκιο. Το πρόσωπο του ήταν όμορφο όμως. Συμμετρικό, οβάλ, με λεπτή μύτη και πεταχτά ζυγωματικά. Λίγο μεγάλο κούτελο αλλά το έσωζαν τα μάτια του που ήταν μολυβένια, σαν το ξημέρωμα γύρω μας.

Στάθηκε για λίγο με τη πλάτη του σε μένα να κοιτάει τον ορίζοντα και μίλησε χωρίς να γυρίσει.
"Άμα μπορούσες να είσαι οπουδήποτε, που θα διάλεγες να είσαι; Αυτή τη στιγμή."
Σκέφτηκα να του πω πως θα ήθελα πολύ να μην είμαι αλλά μου φάνηκε υπερβολικό, μετά από ένα ολόκληρο βράδυ συζήτησης και ποτού. Αρκετό μελό για ένα βράδυ.
"Εδώ με σένα."
Με μούτζωσε χωρίς να γυρίσει.
"Έλα ρε σοβαρά." Αυτό το έλεγε πάντα με παράπονο όταν τον ξενέρωνα στα μικρά ονειροταξιδάκια που γούσταρε τόσο να με τραβάει, από τότε που ήμασταν παιδιά. Πού θα ήθελα να είμαι, ποια θα παντρευόμουν, τι αμάξι, τι σπίτι, τι πλανήτη, τι φαγητό. Ήθελε πάντα να τον ακολουθώ. Και φυσικά το έκανα.
"Σε ένα καράβι κάπου, δεν με νοιάζει που, πάντως μεγάλο ταξίδι," είπα σοβαρά, όπως μου ζήτησε. Ήρθε και κάθισε δίπλα μου. Είχε όρεξη. Έβαλε τα μαλλιά του πίσω απ' τ' αυτιά.
"Αφού δεν γουστάρεις την θάλασσα ρε," μου είπε και μου έδωσε το μονόφυλλο που μονοπωλούσε τα τελευταία λεπτά.
"Γι' αυτό."
"Δηλαδή ακόμα και στην φαντασίωση σου, θα ήσουνα κάπου που ξενερώνεις. Ωραίος ρε."
"Ευχαριστώ."
"Να σε ρωτήσω κάτι;"
"Όχι."
"Την παλεύεις;"
"Εσύ τι συμπέρασμα βγάζεις μετά από τόσες ώρες κουβέντας;"
Δεν απάντησε. Δεν γούσταρε να βλέπει ότι δεν είμαι καλά. Μάλλον επειδή ήμουν μεγαλύτερος, σύνδρομο μικρού αδερφού και τα λοιπά.
"Σε καράβι ε;"
"Μμμ."
"Ιστιοφόρο;"
"Μμμ."
"Πειρατής;"
"Τζακ φακιν Σπάροου."
"Τζόνι φακιν Ντεπ. Τι ηθοποιάρα ρε μαλάκα."

Παύση. Ποτέ δεν ένιωθα άβολα όταν δεν μιλάγαμε. Οι σιωπές μας ήταν απλά άλλος ένας τρόπος να επικοινωνούμε. Μικροί, μπαίναμε στο σπιτάκι που είχαμε φτιάξει από ξύλα, πάνω σε ένα μεγάλο πεύκο στη γειτονιά μας και αράζαμε χωρίς να μιλάμε. Ξαπλώναμε και κοιτάζαμε τον ουρανό και τα κλαδιά του δέντρου. Καμιά φορά βάζαμε μουσική.
Του έδωσα το τσιγάρο.
"Κοίτα εκείνον τον κορμό, μοιάζει με ρινόκερο," είπε με βραχνιασμένη φωνή. Άνοιξε το ψυγειάκι και έβγαλε κι άλλη μπύρα. Κοίταξα. Δεν έμοιαζε με ρινόκερο, περισσότερο με ξεβρασμένο κορμό έμοιαζε, ένας λευκός κορμός δέντρου με τις ρίζες του να ορθώνονται στον ουρανό σαν δαιμονικά καβλιά-
Γέλασα.
"Τι;"
Πάντα ήθελε να ξέρει οτιδήποτε αστείο θα μπορούσα να σκέφτομαι, ανά πάσα ώρα και στιγμή, ακόμα και αν δεν μπορούσα να του εξηγήσω.
"Τι ρε; Πες. Έλα πες."
"Με σένα γελάω."
"Γαμιέσαι."
Πέταξε μία πέτρα στο νερό. Δεν την άκουσα να πέφτει. Περίεργο-
"Τουλάχιστον, νιώθεις καλύτερα," είπε και γύρισε να με κοιτάξει. Τον κοίταξα και γω. Είχε σκουλήκια στις κόγχες των ματιών του και τα μαλλιά του κρέμονταν από το πρόσωπο του σαν νεκρές κλωστές, χόρευαν στον άνεμο σαν φίδια.
"Που πήγες;" τον ρώτησα και η φωνή μου έτρεμε λίγο. Δεν φάνηκε να το προσέχει. Σηκώθηκε και με την κίνηση, κάποια από τα σκουλήκια ξεκόλλησαν από το πρόσωπο του και έπεσαν γύρω από τα πόδια του. Ακούστηκαν σαν σταφύλια.
"Έλα ρε μην μασάς, ξέρεις που θα με βρεις. Τα λέμε κάθε πρωί και κάθε βράδυ και σε κανέναν υπνάκο στο ενδιάμεσο, τι άλλο θες; Να τα φτιάξουμε;" και άρχισε αμέσως τους θεατρινισμούς. Μου γύρισε την πλάτη και αγκάλιασε τον εαυτό του έτσι που να βλέπω τα χέρια του, σαν να τον κρατάει κάποια γκόμενα, έκανε ότι φιλιέται παθιασμένα.
Χαμογέλασα. Μίλησε χωρίς να γυρίσει πάλι και η φωνή του ήταν αλλουνού, αρχαία, σαν πέτρες που παρασύρονται από το κύμα.
"Όλα είναι όπως πρέπει. Δες το."
Και χάθηκε.

Δεν πρόλαβα να του φωνάξω και εκείνη έβαλε το χέρι της στον ώμο μου και με τράβηξε πάνω της, στο στέρνο της.
Η μυρωδιά της ήταν η θάλασσα και η άνοιξη και το χώμα.
Το χέρι της μου χάιδεψε τα μαλλιά, ήταν γερασμένο και απαλό. Θύμωσα και αποτραβήχτηκα, άναψα τσιγάρο χωρίς να την κοιτάω. Σκούπισα τα μάγουλα μου σαν κακομαθημένο κωλόπαιδο, η κίνηση του να σκουπίζεις τα δάκρυα σου είναι από μόνη της εξευτελιστική, σαν να επιβεβαιώνεις ότι
-πονάς-
είσαι αδύναμος.
"Τι είναι;" με ρώτησε και οι δύο λέξεις αυτές είχαν μέσα όλο το νοιάξιμο του κόσμου.
"Τίποτα, όλα καλά."

Σε κάτι διακοπές, είχα ανέβει σε ένα βράχο για να βουτήξω στο νερό, το βλέμμα της απάνω μου σαν κουβέρτα και ας έκανε την αδιάφορη, μιλώντας με τους υπόλοιπους μεγάλους, καθισμένη στην παραλία.
"Άμα χτυπήσεις θα φας και ξύλο," μου φώναξε μισοαστεία, μισοσοβαρά. Οι υπόλοιποι γελάσανε. Τους άκουγα από κει που ήμουν, το βλέμμα της απάνω μου. Κάποιος της είπε να με αφήσει, αλλά πώς θα μπορούσε; Η βουτιά μου πρέπει να κράτησε για κείνη ώρες, ήμουν στον αέρα ούτε δευτερόλεπτο, το ύψος μικρό.
Με το που βγήκα στην επιφάνεια την κοίταξα, την αναζήτησα. Με είχε δει; Είχε δει τι είχα καταφέρει;

"Όλα καλά."
Πώς διάολο να πω ψέματα;
"Όλα σκατά."
"Ε, και;" με ρώτησε.
Την κοίταξα. Δεν έπρεπε. Είχα καιρό να την δω και μερικές φορές, αυτούς που δεν βλέπεις τους συγχωρείς πιο εύκολα και ας μην έχουν φταίξει σε τίποτα. Άμα τους κοιτάς θυμάσαι τον αδικαιολόγητο σου θυμό. Θυμάσαι τους λόγους που σε κάνουν μικρό. Δεν μπόρεσα να της μιλήσω. Ποτέ δεν χρειάστηκε, μου είπε το βλέμμα της.
Σηκώθηκε και μπήκε στο ήρεμο νερό μέχρι τα γόνατα.

Μακριά, μία νότα κόκκινο στο πεντάγραμμο του ορίζοντα. Αυγή. Δροσιά.
Η παραλία έρημη ξανά. Την ανταγωνίστηκε το μέσα μου καθώς έσβηνα το τσιγάρο. Πήγα να σηκωθώ και δεν με κράτησαν τα πόδια μου. Κοίταξα τον ρινόκερο κορμό και μου φάνηκε σαν να κουνήθηκε.
"Θα μπω στο νερό ξανά, να φύγω, να βγω σε άλλη παραλία," είπε.
"Ε, καν' το, τι περιμένεις;"
"Την αυγή."
"Να περιμένω μαζί σου;"
"Ναι και άμα κρυώσεις, κάψε με. Δανείσου μερικά από τα δαιμονικά καβλιά μου."
"Μαλάκα."

Ξάπλωσα πίσω. Ο ρινόκερος δεν ξαναέβγαλε άχνα. Η άμμος μαλακή.
Το κρεβάτι μου άμμος.
Ξύπνησα τυλιγμένος με το σεντόνι, σαν δράκος γύρω μου, ανάμεσα στα πόδια μου, σφιγμένος στον λαιμό μου, υγρός, ιδρωμένος δράκος. Ποιος είναι αυτός ο άγιος που σκοτώνει δράκους στα εικονίσματα; Ο άγιος Γεώργιος νομίζω. Μας έλειψες το βράδυ άγιε, σκέφτηκα και έκανα να σηκωθώ.

Ζαλίστηκα και με στήριξε με το δεξί της χέρι. Κρατούσε ακόμα το ποτό της στο άλλο, η μουσική έκανε το στομάχι μου να δονείται, όχι ευχάριστα, όχι όπως όταν ακούς να σου λένε σ' αγαπώ για πρώτη φορά.
"Θες να φύγουμε;" με ρώτησε πάνω από την μουσική, το στόμα της στο αυτί μου κολλημένο. Μπορεί να περνούσαμε καλά, δεν θυμάμαι, η παρέα χαμένη σε χορό, η νύχτα προχωρημένη. Βγήκαμε στα σοκάκια του κέντρου, Ψυρρή, μεθυσμένος για τα καλά εγώ, στηριζόμουν επάνω της, δεν παραπονιόταν και ας μην άντεχε το βάρος μου.
Είχε φεγγάρι, δεν θυμάμαι, σωριάστηκα σε ένα πεζούλι να βρω την ανάσα μου, να σταματήσει να γυρίζει ο κόσμος, περίμενε λίγο της είπα και χαμογελούσε. Την τράβηξα πάνω μου, στην αγκαλιά μου.
"Ζέχνεις αλκοόλ," μου είπε ψεύτικα πειραγμένη.
"Κι' εσύ. Μ' αγαπάς λίγο;"

Δεν θυμάμαι τι μου απάντησε.
Ήρθα εδώ να δω την αυγή αλλά δεν θυμάμαι πώς. Κάποιος ήταν εδώ πριν από λίγο αλλά δεν θυμάμαι. Η θάλασσα έχει αγριέψει και ήλιος μάλλον δεν θα φανεί, σύννεφα έχουν φυτρώσει παντού ψηλά, υπόσχονται καταιγίδα. Καλύτερα.
Να φουσκώσει και η θάλασσα, να ξυπνήσω και εγώ από αυτόν τον γαμημένο εφιάλτη.
Να την κάνει και το ρινοκερόδεντρο για άλλες παραλίες που μου έχει πρήξει τα αυτιά.
Να πάει στο διάολο κι' αυτό και τα δαιμονικά καβλιά του.

Sunday, September 13, 2009

Είναι κάτι άνθρωποι
πανέμορφοι
τους μισώ τόσο που τους αγαπώ και ας μην τους ξέρω
σαν δέντρα μέσα σε ομίχλη με κρεμασμένα απάνω τους ημερολόγια
δίπλα σε λίμνες
δίπλα σε αεροπλάνα
που μιλάνε λίγο αλλά αληθινά.

Και κάτι άλλοι άνθρωποι
που ντύνονται σε μαύρα
και ενώ να ζωγραφίζουν θέλανε
μένουν μουγκοί και η σιωπή τους κόβει σαν πολυκαιρισμένο γυαλί που βρίσκεις σε κάποια παραλία
σιωπή που τους τάισα με το χάλκινο μου κουτάλι

Και κάτι άνθρωποι που με ξέρουν από τότε που δεν με ήξερα εγώ.
Αυτοί είναι οι πιο επικίνδυνοι.

Μικρά μου συννεφάκια καληνύχτα.

Friday, September 11, 2009


"DESPAIR"
by
Egggod


Δεν μπορώ να σκεφτώ ούτε ένα πράγμα που
θα με οδηγούσε να πω σε έναν άνθρωπο
ότι τον μισώ.
Ακόμα και όταν θέλω να το πω, ντρέπομαι.
Όταν μου το λένε
ντρέπομαι πιο πολύ.
Σκέφτομαι πως ίσως έχω κάτι που να αξίζει μίσος.


Thursday, September 10, 2009

Χαλασμένα βλέφαρα


"EVERFLY"
by
Egggod



Παράθυρο, καφές, πρωινή τελετουργία.
Πρώτα στο παράθυρο με τα μαλλιά να είναι μπλεγμένα σαν φίδια, το γαμημένο το παντζούρι έχει χαλάσει χρόνια τώρα και αρνούμαι να το φτιάξω, παθαίνω τενοντίτιδα κάθε φορά που θέλω να δω φως. Δεν ανοίγει με τίποτα. Κάθε πρωί οι ίδιες κινήσεις. Με τσίμπλες στα μάτια, να αγκομαχώ να ανοίξω το χαλασμένο παντζούρι. Αυτή η λέξη δεν μ' αρέσει, θα ήθελα τα παντζούρια να λέγονται πέπλα. Ή βλέφαρα.
Τις περισσότερες φορές, αφήνω το παντζούρι κλειστό και ανάβω λάμπα, ας έχει έξω λιακάδα.
Μετά καφεδάκι. Φραπέ το καλοκαίρι, νες το χειμώνα. Με πέντε κουταλιές ζάχαρη και ας έχει η οικογένεια μου ιστορικό ζαχάρου.

Κάτι μέσα σε όλη την τελετουργία με χαλάει. Με αποδυναμώνει. Για μισό λεπτό-

Όχι είναι λάθος. Όλο είναι λάθος.

-
"Βγήκα στην αυλή και κοίταξα τις τριανταφυλλιές μου χτες. Η κόκκινη φαίνεται άρρωστη. Έφαγα πρωινό κάτω από το πλατάνι και μετά ζωγράφισα μέχρι το απόγευμα. Με λερωμένα από μπογιές χέρια, ετοίμασα ένα σάντουιτς και το άφησα πάνω στον πάγκο της κουζίνας να το φάνε οι μύγες. Το σούρουπο ήταν παγωμένο. Άναψα το τζάκι και έκαψα τον καμβά που δούλευα όλη μέρα. Ζέστανε λίγο, οι φλόγες πήραν τα χρώματα και τα πήγανε στον ουρανό, να τα πάρει άλλος να τα κάνει καλύτερο πίνακα. Δεν με πείραξε, χάρηκα. Τη νύχτα χτύπησε το τηλέφωνο αλλά δεν το πρόλαβα. Ήμουν στη ντουζιέρα, είχα αφήσει να τρέχει καυτό νερό πάνω μου, μέχρι που άρχισε να παγώνει και αυτό. Σαν το σούρουπο. Παγωμένο νερό σαν σούρουπο. Σαν λυκόφως. Μου 'ρθε να τραγουδήσω κάτι την ώρα που ξάπλωνα. Νομίζω πως ήταν νανούρισμα. Ένιωσα βλάκας. Είπα να ζωγραφίσω άλλον πίνακα την επόμενη. Σήμερα δηλαδή."

Σήμερα το πρωί-
το παράθυρο το ξέχασα ανοιχτό. Κοιμήθηκα με ανοιχτό παράθυρο. Γέμισε σκόνη το δωμάτιο από τον νυχτερινό αέρα. Σηκώθηκα με μπλεγμένα μαλλιά και τα έκανα όλα ανάποδα. Έκλεισα το παντζούρι χωρίς κανέναν κόπο. Γλίστρησε στις ράγες του σαν νερό και με απομόνωσε.

Και είμαι τόσες ώρες καθισμένος μπροστά στο καβαλέτο.
Και δεν μου βγαίνει τίποτα.
Μου 'ρχεται να τραγουδήσω κάτι αλλά είμαι βραχνιασμένος από τα ουρλιαχτά. Και ενώ είναι πρωί, είναι σούρουπο. Και αφού είμαι ντυμένος γιατί είμαι γυμνός;

Ξέρεις τι λέω;
Θα 'θελα οι καμβάδες να πουλιόνται ζωγραφισμένοι και γω να τους σβήνω.
Να γεμίσω το σπίτι μου με άδεια κάδρα, να τους βάζω και τίτλο. Και επιτέλους να σταματήσω να υπόσχομαι-

Όχι είναι λάθος, είναι όλο λάθος.

-
Θα πάρω το πινέλο μου
με κινήσεις που πονάνε
θα λατρέψω την επιφάνεια που ζωγραφίζω
είναι για μένα,
δίπλα στο ανοιχτό παράθυρο
μέσα σε ένα ζεστό πρωινό
με μία κούπα καφέ να περιμένει.
Και ας είναι νύχτα τα χρώματα μου.

Και ας τρέμει το χέρι μου απ' τον φόβο.

Tuesday, September 08, 2009

Σελίδα


Ήρθε ο Σεπτέμβρης φορώντας γάντια στα χέρια, του κήπου γάντια, λερωμένα.
Με ακούμπησε στον ώμο και με λέρωσε, όχι με χώμα, με αίμα.
Μικραίνουν οι μέρες, ο ήλιος κρύβεται νωρίς και πόσο μου ταιριάζει.
Γεια σου μου είπε ο Σεπτέμβρης και με λέρωσε.

Θα αφήσω τους λύκους είπα και θα μπλεχτώ μέσα στους εξημερωμένους σκύλους.
Να παίζω, να γελώ και να αράζω, να κυλιέμαι.
Μα πάνω στο παιχνίδι κατά λάθος, γεύτηκα αίμα. Και τα θυμήθηκα όλα μονομιάς. Κοκκίνισε η μουσούδα μου. Να βρεις δικό σου βράχο να ουρλιάζεις, αυτός είναι δικός μου, πρόλαβα και τον κατούρησα πολύ πριν έρθεις εσύ.
Όχι, δεν αστειεύομαι. Αυτή τη φορά δείχνω τα δόντια μου από ανάγκη.
Φύγε.

Σε μια βαρκούλα ξύλινη, μικρή, να μπούμε μέσα, θα τραβήξω εγώ κουπί μην κουραστείς.
Κουράστηκα εγώ, για δες.
Μείνε.
Θα βουτήξω εδώ που είμαστε, όχι μην σηκώνεσαι να με χαιρετήσεις. Θα κάνω πως είναι καλοκαίρι και πως το αίμα γύρω μας είναι νερό. Θα πάω στο βυθό να σου φέρω ένα κοχύλι.
Έφυγες. Φτου.

Είναι ήρεμη τώρα η θάλασσα. Η βάρκα έχει χαθεί στον ορίζοντα και εγώ έχω κουραστεί να κολυμπάω.
Δεν μ' αρέσει το νερό.
Βυθίζομαι.

Γη.
Κάπου βαθιά μου υπάρχουν κάτι παιχνίδια πολύχρωμα.
Κάπου στο σπίτι μου υπάρχει η αγαπημένη μου γωνιά, εκεί τα βγάζω και χάνομαι με τις ώρες.
Τι ανόητος μπόμπιρας. Με λερωμένα γόνατα και τσίμπλες.
Πρέπει να πάει στο σούπερ μάρκετ ο μπόμπιρας, να πάρει ψωμί του τοστ και γάλα και χαρτί τουαλέτας.

Μπαίνει ο χειμώνας γοργά, ο Σεπτέμβρης μυρίζει αίμα.
Ο μπόμπιρας πρέπει να πάει σούπερ μάρκετ.
Να του βάλω το αδιάβροχο.
Να του μάθω να λέει ευχαριστώ.

Να του μάθω και να λέει αντίο.

Πιο μετά, να του μάθω να λέει σ' αγαπώ.

Λες και ξέρω.