Wednesday, August 05, 2009

Δεν θα σας πω καλό χειμώνα...

Και που λες....

αν με ρωτούσες μήνες πριν για τον θυμό θα σου 'λεγα άλλα.
Πως είναι απόλυτα δικαιολογημένος.
Πως έτσι προστατεύω εγώ τον εαυτό μου και άμα γουστάρεις.
Το καλύτερο φυσικά το ξέρεις, ε;
(Ε, φυσικά, αφού με ξέρεις.)
Έτσι είμαι και θα το δεχτείς.

Κάτσε να στο ξαναπώ-

Έτσι είμαι και θα ΜΕ δεχτείς.

Το οποίο οφείλω, σαν τελευταίο ποστ του καλοκαιριού, να το βάλω στο μικροσκόπιο
και σαν καλός αβγοθεός που σέβεται τον εαυτό του
να πνιγώ με τα γαμημένα τσόφλια.

ΕΤΣΙ ΕΙΜΑΙ
το οποίο φυσικά προϋποθέτει την κατανόηση του πως είμαι.
Στοπ.
Εεεμμμ,,,χμμμμ,,,,,
Παίζει πρόβλημα ήδη (γαμωτοστανιόμου δεν περάσαμε καν τις πρώτες δύο λέξεις ο μι φι τζι)
Αλλά πάει στο διάολο γιατί εμπεριέχει μία -έστω και διαστρεβλωμένη- αλήθεια.

ΚΑΙ
Και όχι μόνο.
Βλέπε : όχι μόνο αυτό, άκου και το καλύτερο, ετοιμάσου γιατί θα γουστάρεις, επιπλέον, ρούφα και σκάσε.

ΘΑ ΜΕ ΔΕΧΤΕΙΣ

Χμμμμ. Ίσως αν.....αν βάζαμε αυτό εδώ.....έτσι.....και μετά πειράζαμε αυτό ώστε να εννοούμε......ναι......έτσι ωραία.......και μετά κάναμε μία ωραία υπόκλιση, ένα βήμα πίσω να φαίνεται καλά......ναι....
Χμμμμ, τότε θα ήταν κάτι σαν

Έτσι είμαι και βοήθα με να την παλέψω.

Έτσι είμαι και βοήθα με να την παλέψω.

Καλύτερο ακούγεται.
Αν το είχα πει εξ αρχής
θα ήταν όλα αλλιώς. Ευτυχώς περίμενα.

Και εδώ ακριβώς έρχεται και το καλύτερο.
Το πιο γλυκό τσόφλι από όλα.
The golden tsofli.

Έτσι είμαι και βοήθα με να την παλέψω
γιατί εσύ με έκανες.

Γύρισε την πλάτη και έφυγε.
Και για πρώτη φορά
δεν έτρεξα από πίσω.
Γύρισα και απομακρύνθηκα και γω.

Δύο άντρες που περπατάνε πλάτη πλάτη, σαν καθρέφτης.
Ο ένας είναι γέρος.

Δεν θα σας πω καλό χειμώνα.

Αν και πολύ θα γούσταρα να σας την έσπαγα και με την τσιρχιτή μου φωνή να σας πω:
πάρτε τα. Είμαι ο πρώτος που το λέει! Πρόλαβα.

Σ' αυτούς που γνώρισα από εδώ μέσα.
Σ' αυτούς που ήξερα από πριν.

Καλό γαμημένο καλοκαίρι γαμώ τον αντίχριστο μου γαμώ.
Όλο αυτό με αγάπη και χαμόγελο οφ κορς

egggod.

Saturday, August 01, 2009

Ρένυ


Τον λέγανε Rainbow.
Οι περισσότεροι τον φωνάζανε Ρένυ.
Τον γέννησε μία καστανόχρωμη σκυλίτσα πίσω από την καφετέρια με τα πλατάνια στα Θέρμα. Ένα μελί μπαστάρδεμα από λυκόσκυλο και κόπρο, με γαλάζια μάτια. Το πιο χαρούμενο σκυλί του πλανήτη.
Ίσως να φταίγανε γι' αυτό και τα ντουμάνια από το κάμπινγκ.

Όταν ήταν ενός χρόνου ο Ρένυ, ένας βλάκας Γερμανός πάτησε την μάνα του ξεπαρκάροντας το τζιπ του. Τι ηλίθιος τρόπος για να πεθάνει ένα σκυλί. Ο Ρένυ ήταν από πάνω της καμιά ώρα και κούναγε την ουρά του. Δεν είχε καταλάβει. Μονάχα όταν την πήρανε να την πετάξουν, έβγαλε ένα παραπονιάρικο λυγμό, γεμάτα σπίθες τα γαλάζια μάτια του. Ανεπίσημα τον ανέλαβε ο κυρ Χρήστος, που είχε την καφετέρια.

Ανεπίσημα, γιατί ο ο Ρένυ δεν άνηκε σε κανέναν.

Το όνομα του το πήρε από ένα πολύχρωμο μαντήλι που του έδεσε κάποιος στον λαιμό. Αν τον φώναζες, κολλούσε δίπλα σου και δεν έλεγε να φύγει. Μέχρι να τον φωνάξει κάποιος άλλος δηλαδή. Οι κοπέλες τρελαίνονταν μαζί του και ο μπάσταρδος το ήξερε. Τους έκανε τσαλίμια και νάζια, σηκωνόταν στα πισινά του πόδια και τις αγκάλιαζε, σερνόταν στο χώμα και τον χάιδευαν στη κοιλιά, δάγκωνε την άκρη απ' τις φούστες τους και έτρωγε ότι του έδιναν. Αυτό το σκυλί σου ορκίζομαι, έπαιρνε αγάπη όλη μέρα.
Τριγυρνούσε από το πρωί στο μέρος που σταματούσε το λεωφορείο του δήμου. Όποιος ήθελε να πάει στα ιαματικά λουτρά ή στις βάθρες, κατέβαινε εκεί. Ο Ρένυ αμέσως ξεχώριζε τις παρέες με νέα παιδιά και τις διπλάρωνε. Δώσ' του αγκαλιές και χάδια και παιχνίδια και φωτογραφίες, τους έπαιρνε από πίσω ο Ρένυ όπου και αν πήγαιναν. Πολλές φορές κατέληγε στο κάμπινγκ, σύντροφος σε κάποιο ζευγάρι με σκηνή ή σε παρέα με κιθάρες. Μπορεί και να έμενε με αυτούς που είχε διαλέξει για μέρες. Ανέβαινε μαζί τους στις επικίνδυνες βάθρες και τα βράδια ξάπλωνε μαζί τους στην αμμουδιά, δίπλα στις φωτιές που άναβαν. Τα αυτιά του είχαν ακούσει όλες τις γλώσσες του κόσμου, τραγούδια από κάθε γωνιά του πλανήτη.

Τους χειμώνες που η Σαμοθράκη ερήμωνε, κοιμόταν στο μαγαζί του κυρ Χρήστου. Πήγαινε μαζί του για ψώνια και τον συντρόφευε στις βόλτες του, η ουρά του αεικίνητη, το βλέμμα σταθερά σπινθηροβόλο, δύο γαλάζιες φωτιές, ο κυρ Χρήστος του μιλούσε και ο Ρένυ άκουγε. Δεν κυνηγούσε γάτες. Πολλοί τον είχαν δει να κοιμάται αγκαλιά με κάμποσες. Μάλιστα, όταν μεγάλωσε αρκετά, προστάτευε τις παλιοκαραβανόγατες από τα κοπρόσκυλα που τριγυρνούσαν εκεί γύρω. Ήταν ο ήρωας τους. Ε, ρε γέλια με τις γριές γάτες που καθόντουσαν ατάραχες και έτρεχε ο Ρένυ για να καθαρίσει. Όταν τα βρίσκαν σκούρα, χωνόντουσαν ανάμεσα στα πόδια του.
Περίεργο πλάσμα αλήθεια. Χαμογελούσε κιόλας. Τίναζε τα αυτιά του για να διώξει τις μύγες και τα αυτιά του παρέσερναν το σώμα του σε έναν αστείο χορό, τα μπροστινά πόδια να αναπηδάνε ελαφρά, ρυθμικά, τα νύχια του πάνω στο τσιμέντο ζεμπέκικο.

Ένα καλοκαίρι ο Ρένυ ερωτεύτηκε τη Ρενάτα. Ρένυ και Ρενάτα. Ήταν θέαμα οι δυο τους. Εκείνη στα 35 της, είχε έρθει στα Θέρμα και είχε στήσει πάγκο με πέτρες που είχε μαζέψει από όλο τον κόσμο. Τις έφτιαχνε σε κρεμαστά και βραχιόλια και τις πουλούσε. Είχε κατσαρά, πυροκόκκινα μαλλιά μέχρι τη μέση, δέρμα λευκό σαν γάλα και πράσινα μάτια. Με το που την είδε ο Ρένυ, έτρεξε στην αγκαλιά της, της έγλειψε τα δάχτυλα των ποδιών και τα χέρια, του φίλησε εκείνη την μουσούδα και αυτό ήταν.
Αχώριστοι.
Το πρωί δίπλα της στον πάγκο. Το μεσημέρι για μπάνιο στην παραλία. Το βράδυ στην σκηνούλα στο κάμπινγκ, την χάζευε που έπινε χασίσι και χανόταν, το χέρι της μπλεγμένο στο τρίχωμα του, του τραγουδούσε Σμυρνιώτικα και παραδοσιακά, ακούγανε μαζί τον αέρα της Σαμοθράκης να τους λέει παραμύθια. Κάποιες φορές, τον έβαζε μέσα στην σκηνή και κοιμόντουσαν αγκαλιά. Κάποιες φορές εκείνη έκλαιγε σιωπηλά και ο Ρένυ της έγλειφε τα δάκρυα.
Στο τέλος εκείνου του καλοκαιριού, ήρθε στο νησί ένας μουσάτος με μηχανή και έκανε φασαρία, χαστούκισε την Ρενάτα μπροστά σε κόσμο, ο Ρένυ πήγε να τον φάει. Εκείνη του έδεσε ένα πετράδι στο μαντήλι σφιχτά, του φίλησε τα αυτιά με δύναμη, σχεδόν τον πόνεσε. Ύστερα ανέβηκε στη μηχανή του τύπου και εξαφανίστηκε. Για κάνα μήνα ο Ρένυ τριγυρνούσε στα μέρη που υπήρχε ακόμα η μυρωδιά της. Μετά ξανάρθε ο χειμώνας και επέστρεψε στον κυρ Χρήστο.
Ο κυρ Χρήστος ήταν κοντά στα εξήντα. Είχε δύο παιδιά κάπου στο εξωτερικό που δεν του μιλούσαν και μια γυναίκα στο χώμα. Είχε ζήσει πολλά ο κυρ Χρήστος, χοντρός με ηλιοκαμένο πρόσωπο και τεράστιο μουστάκι. Κάθε καλοκαίρι σέρβιρε τα πλήθη των τουριστών που έρχονταν στο νησί, παρατηρούσε τις παρέες που έρεαν σαν ποτάμι μπρος πίσω, έβλεπε πώς άλλαζε ο κόσμος και οι συνήθειες του, εκείνος όμως έμενε σταθερός και ανεκτικός. Το μόνο που άλλαξε ήταν το όνομα της καφετέριας. Πάνω σε μια ξύλινη ταμπέλα, έβαλε έναν ζωγράφο που έμενε στο κάμπινγκ να του ζωγραφίσει ένα ουράνιο τόξο και από κάτω έγραψε με μεγάλα γράμματα "Καφετέρια Rainbow".
Αργότερα το ουράνιο τόξο έγινε σύμβολο των ομοφυλόφιλων, του είπε κάποιος. Δεν την άλλαξε την ταμπέλα. Αυτοί που ήξεραν, ήξεραν.
"Μπα, γύρισες;" έλεγε στον σκύλο όταν επέστρεφε από μακρά απουσία. Έπιανε τον τόνο της φωνής του ο μικρός διαβολάκος και ξάπλωνε καταγής, τα μπροστινά πόδια πάνω στη μουσούδα, τα μάτια παραπονεμένα. Και φυσικά τον κέρδιζε στην στιγμή τον κυρ Χρήστο.

Κάπου στα τρία του χρόνια, η μεριά του λυκόσκυλου υπερίσχυσε και ο Ρένυ έγινε γομάρι, αυτό που λέμε σκύλαρος. Ο λαιμός του πάχυνε, ψήλωσε το σώμα του, μάκρυναν τα πόδια του, βάθυνε το γαλάζιο των ματιών του. Βάθυνε και το γάβγισμα του. Ο κυρ Χρήστος του άλλαξε το μαντήλι με ένα καινούργιο, φροντίζοντας να ξαναράψει απάνω το πετράδι της Ρενάτας. Το μελί του χρώμα, τον έκανε να μοιάζει με μικρή αρκούδα. Παιδιά από οικογένειες τουριστών ανέβαιναν στην ράχη του και εκείνος κουνώντας την ουρά του, τα πήγαινε μικρές βόλτες, πάντα μέσα στο πεδίο ορατότητας των γονιών.
Και όσο και αγαθός και να ήταν αυτός ο μικρός γίγαντας, δεν θα ήθελες να τον νευριάσεις για οποιονδήποτε λόγο.
Από τις πιο γνωστές ιστορίες με τον Ρένυ, είναι αυτή με τον βλάκα και το πλαστικό μπουκάλι. Αν βρεθείς στη Σαμοθράκη, ρώτα να στην πουν. Περιλαμβάνει έναν βρεγμένο Ρένυ που τινάχτηκε χαρωπά δίπλα σε έναν χοντρό οικογενειάρχη. Ο οποίος έκρινε σωστό να πετάξει στο κεφάλι του σκύλου ένα μπουκάλι νερού γεμάτο.
Ρώτα πόσοι χρειάστηκαν για να ξεκολλήσουν τον σκύλο από το στήθος του ξαπλωμένου βλάκα.
Ρώτα πόσο μεγάλος ήταν ο λεκές από κάτουρο στη βερμούδα του χοντρού.

Θα μπορούσε να σου πει την ιστορία ο κυρ Χρήστος, αλλά δεν είναι πια στη Σαμοθράκη. Μια μέρα ήρθε στο νησί η κόρη του από την Γερμανία. Αγκαλιαστήκανε, τα είπανε για πολλές ώρες και στο τέλος με βαριά καρδιά ο γέρος, αποφάσισε να πάει να μείνει μαζί της. Με τα εγγόνια του. Ήταν και η υγεία του που τον απασχολούσε, δεν είχε κανέναν.
Ο Ρένυ θα καταλάβαινε.
Στο λιμάνι πριν μπει στο καράβι, ο κυρ Χρήστος πήρε αγκαλιά τον σκύλο και έκλαψε σαν μικρό παιδί. Όλοι το θυμούνται.
Πώς να ξεχάσουν τον σκύλο που με το ζόρι τον κρατούσαν να μην μπει στο πλοίο, το γάβγισμα του να αναστατώνει τους τουρίστες και τους λιμενικούς.
Και μετά.
Που βούτηξε στο νερό, σε άνισο κυνήγι του μεγάλου πλοίου.
Και μετά.
Που έμεινε στην παραλία τρεις μέρες, κάθε πλοίο που ερχόταν το υποδέχονταν με χαρούμενα γαβγίσματα και μετά γύριζε πίσω στην παραλία, περιμένοντας χωρίς φαΐ για το επόμενο.
Κάποια στιγμή ο Ρένυ γύρισε στην καφετέρια. Ο δήμος έκανε διαγωνισμό, άλλαξε η διεύθυνση του μαγαζιού αλλά την ταμπέλα δεν την πείραξαν. Όταν έφυγε ο κυρ Χρήστος, ο Ρένυ ήτα έξι χρονών.

Εγώ συνάντησα τον σκύλο, όταν ήταν πια δεκαπέντε. Τουλάχιστον είκοσι από τα σκυλιά του νησιού πρέπει να ήταν παιδιά του. Το τρίχωμα του είχε κιτρινίσει σε σημεία και μαδούσε χωρίς να ξαναφυτρώνει. Το μαντήλι στον λαιμό του, ένα ξεθωριασμένο, χιλιομπαλωμένο κουρέλι αλλά το πετράδι ακόμα εκεί. Αιματίτης ήταν. Πανέμορφο.
Το ένα του μάτι, είχε σχεδόν ασπρίσει από τον καταρράκτη. Το άλλο όμως, το καλό, γεμάτο σπίθες, ιστορίες, περιπέτειες και αγάπη. Μου έκανε μεγάλη εντύπωση το πώς συμπεριφέρονταν στον σκύλο οι ντόπιοι. Ήταν το τοτέμ τους, στο ορκίζομαι. Τον ακουμπούσαν και τον χάιδευαν σε κάθε ευκαιρία, σαν κάτι ιερό. Εκείνος απλά κουνούσε λίγο την ουρά, τα χρόνια που σηκωνόταν στα πισινά του πόδια περασμένα.

Μοιράστηκα μαζί του ένα ηλιοβασίλεμα. Ήμουν καθισμένος στα βότσαλα της παραλίας στα Θέρμα. Ξεπρόβαλε μέσα από τις σκιές και ήρθε και κάθισε ακριβώς δίπλα μου, σχεδόν ακουμπώντας με. Του χάιδεψα το κεφάλι και την πλάτη, μούγκριζε κουρασμένος. Του μίλησα για μένα και τα χαζά προβλήματα μου.
Όταν το μοβ στον ουρανό χάθηκε εντελώς και ξύπνησε η νύχτα, ο Ρένυ σηκώθηκε με κόπο και με σκούντηξε.
"Τι θες ρε;"
Κοίταξε τριγύρω. Την θάλασσα, την παραλία, το βουνό πίσω μας. Μετά κάρφωσε το καλό του μάτι πάνω μου. Έμεινε ακίνητος. Κάτι μου έλεγε ο μπάσταρδος. Έστριψε αργά το σώμα του και χάθηκε στο σκοτάδι.

Απ' όσο ξέρω, δεν τον ξαναείδε κανείς. Δεν βρέθηκε ποτέ το σώμα του. Κάποιοι λένε ότι πήγε πάνω, στις ιερές πηγές, ψηλά στις απόκρημνες βάθρες με τους καταρράκτες για να πεθάνει. Δεν ξέρω, αλήθεια.

Ξέρω πως κάτι μου είπε σε κείνα τα δευτερόλεπτα.
Ξέρω πως κάτι μου άφησε, δίπλα μου στην παραλία.

Άμα με ρωτήσεις, θα σου πω πως το πετράδι που φοράω στον λαιμό μου το αγόρασα.

να

Να βρεθώ εκεί στα δέντρα.
Να μου δώσει την μαγική δύναμη για λίγο, κάποιος θεός ή δαίμονας ή...
Να σταθώ σιωπηλός μέσα στις σκιές. Το νυχτερινό φεγγάρι
να γράφει ασημένιες φλέβες πάνω στα πάντα,
να γίνεται το δάσος βωμός από ασήμι και ένα ρυάκι ηχηρό
να είναι η καρδιά αυτού του σώματος από φύλλα που με κρύβουν,
να χαζέψω ταπεινά μια θεά χθόνια που λούζεται, φύλλα κολλημένα στη λευκή της ράχη,
να μοιάζουν με δαγκωματιές από εραστή,
να τις είχα κάνει εγώ αυτές τις πληγές.

Να με καταραστεί η θεά που την είδα να λούζεται,
να με κάνει ελάφι και
να με κυνηγήσει,
να νιώθω πανικό
να χτυπάει στα ζωώδη μηνίγγια μου και το δέρμα μου
να ιδρώνει τρέχοντας, το μάτια μου τρελαμένα
να ψάχνουν για στροφές σωτήριες,
να παραπατώ και
να πέφτω,
να είναι από πάνω μου εκείνη αφρισμένη, τα μάτια της πυρκαγιές μέσα στο δάσος.

Να ξέρω πως θα με φάει,
να ξέρω το τέλος, θυσία στο έδαφος και στα στοιχεία,
να μην με νοιάζει.

Για μια στιγμή
να την κοιτώ, την ύστατη στιγμή και ας έρθει μετά σκοτάδι.
Να την κοιτώ και
να ξέρει

πως βασιλιάς της είμαι.