Saturday, July 04, 2009

κράτα με


by egggod


Κουρασμένος.
Ένας γεράκος 82 χρονών, μαλλιά αραιά, μέχρι τους ώμους. Το δέρμα του είναι σαν πάπυρος, με κηλίδες και φλέβες σαν ζωγραφιστές, με σημάδια και σκόνη από φιλιά. Το σπίτι του στους Αμπελόκηπους ένα μαυσωλείο, γεμάτο με βιβλία, παλιά έπιπλα και φωτογραφίες, μικρό σπίτι, φωλιά σπουργιτιού.
Τρία δωμάτια όλα και όλα, στην πολυκατοικία πάντα τον λέγανε τρελό, ποιητής ήτανε και ζούσε μόνιμα με δανεικά. Τα βιβλία του δεν πούλησαν ποτέ, στο καφενείο έλεγε αυτός χαριτολογώντας ότι η ποίηση δεν χωράει πια στα συρτάρια του κόσμου, κουνούσαν το κεφάλι οι ταξιτζήδες που είχε για παρέα, σταματούσαν εκεί για έναν γρήγορο καφέ και για να πούνε τα αθλητικά τους, τους άκουγε ο γέρος και μελαγχολούσε, άμα του δίνανε σημασία έλεγε και αυτός καμιά κουβέντα.

Συνήθως κάθεται στο μπαλκονάκι του που το έχει γεμίσει με φυτά. Γαρδένιες και γαρύφαλλα και γεράνια και μία βουκαμβίλια που κουρεύει συχνά γιατί του κάνουνε φασαρία και κάθε φορά της ζητάει συγγνώμη και τσακ, της κόβει λίγο από το σώμα της. Διαβάζει, σπάνια γράφει πια. Μία φορά την εβδομάδα πάει για ψώνια, με μία σύνταξη που ξέμεινε από δουλειές που έκανε στη ζωή του, δουλειές άσχετες που τον μάθανε τόσα πολλά. Τρώει λιτά.
Κοιμάται λίγο πια.
Ο ύπνος του έχει όνειρα από την παιδική του ηλικία.

Μία Νατάσα σε σχολικό θρανίο. Το χαμόγελο της που τον έκανε να ασχοληθεί με την ποίηση. Ένα σκυλί, τον Μπλάκι, που είχε για δεκαπέντε χρόνια.

Τι έρχεστε; λέει και ξαναλέει όταν ξυπνάει, σαν να μιλάει στα όνειρα, λες και αυτά ακούνε. Σηκώνεται να φτιάξει καφέ.

"Να σηκωθώ να φτιάξω καφεδάκια;"
"Να μείνεις να κάνουμε έρωτα."

Πού το είπε αυτό;
Σε ένα στριμωγμένο τραπεζάκι πάνω, φωτογραφίες σε κορνίζες αλλά και μόνες, τσαλακωμένες, στηριγμένες πάνω στις άλλες, με τις κορνίζες. Φίλοι που γελάνε. Συγγενείς και ένα μωρό, οι γονείς του και το σπίτι στη Σαλαμίνα. Ο Μπλάκι και μία παρέα διακοπές στην Σαμοθράκη, το πρώτο αμάξι και ο Διονύσης ο ζωγράφος να βάζει την γλώσσα του στο αυτί της Βασιλικής, Βουλιαγμένη '65.

"Ποιος νίκησε μωρέ;" λέει στον αέρα. "Κανείς δεν νίκησε, ούτε ο χρόνος, ούτε κανείς. Η ζωή έχει το πάνω χέρι και περιμένουμε, σταμάτα να γκρινιάζεις. Περίμενε."
Δεν γράφει πια. Τέλειωσε η ποίηση μέσα του χρόνια πριν.
Αλλά την βλέπει ακόμα ο γέρος.
Αυτή είναι η κατάρα του.

Είχε στα πόδια της ακόμα κρέμα, την είχε απλώσει μετά το μπάνιο, μπροστά του γυμνή, Ξυλόκαστρο. Απόγευμα και το δωμάτιο του ξενοδοχείου σ' ένα βαθύ γαλάζιο βυθισμένο. "Σε πειράζει που είναι φτηνό;"
"Κράτα με."
Η μυρωδιά αστραπής στον ουρανό, βρεγμένη άμμος, καλοκαιρινή καταιγίδα, οι δύο τους μοναχικοί θεοί σε ένα δωμάτιο στο Ξυλόκαστρο, αγκαλιάζονται για πάντα στο παράθυρο και χαζεύουν την γκρίζα, ήρεμη θάλασσα. Καταιγίδα θα έρθει.

Βρέχει και αυτός στέκεται σε μία πλατεία μικρή, ακίνητος, το βλέμμα του στο πεζοδρόμιο, είναι στο δωμάτιο, τότε, παλιά. Μια κοπέλα τον ρωτάει αν θέλει βοήθεια, γιατί στέκεται στην βροχή; Την κοιτάζει και του έρχεται να την αγκαλιάσει, να της μεταφέρει εκείνη την ομορφιά, εκείνο το ποίημα που δεν έγραψε αλλά το έχει όλο μέσα του, ντροπή, τι θα πει ο κόσμος; Ένας γέρος αγκαλιάζει μια κοπελιά. Ντροπή.
Τις πρωινές ώρες ντρέπεται. Όταν δεν έχουν ξυπνήσει οι υπόλοιποι, ακούει την ησυχία και τα λιγοστά αυτοκίνητα, σε λίγο θα ξεκινήσει ο χαμός, το σπίτι στη Σαλαμίνα, γυμνά κορμιά. Ντρέπεται που το μυαλό του ταξιδεύει σαν έφηβου.
Κάθε δεκαπέντε ανάβει ένα τσιγάρο. Μαζί με τον καφέ.

"Να μην έρθεις σπίτι μέχρι να έρθουμε να σε πάρουμε" του 'πε η μάνα του το '46. Δεκαεννιά χρονών. Την κοίταζε βουρκωμένος και εκείνη έκανε πως δεν το βλέπει. Του 'φτιαχνε πράγματα βιαστικά για να πάρει μαζί του. "Και άμα δεν έρθουμε σε πέντε μέρες να πας στη θεία Ασπασία. Να σε κρύψει."
Και τον κοίταξε.
Δεν μίλησε, σφιγμένο το πρόσωπο της από τον πόνο.
Και του έβαλε στο χέρι ένα πακέτο με τσιγάρα.
"Ἑίσαι άντρας τώρα."

Κάθε δεκαπέντε κάνει ένα τσιγάρο και ας τον βρίζει ο Ευθύμης, ο γιατρός.

Τώρα τελευταία σκέφτεται το σπίτι στην Σαλαμίνα, από χρόνια πουλημένο. Θα μαζέψει την σύνταξη και θα νοικιάσει ένα ταξί, θα πάρει και ένα τετράδιο και ένα μπουκάλι κρασί και θα πάει να μπει μέσα. Θα πάρει και την παλιοπαρέα και τον Μπλάκι μαζί και τους γονείς του και θα κάνει γλέντι.
Ε, ρε ένα γλέντι.
Θα είναι και η Νατάσα εκεί και θα χαμογελάει.

Ναι θα το κάνει. Θα πάει στη Σαλαμίνα, δεν θα κρατήσει λεφτά για να γυρίσει.








"Τι σκέφτεσαι;...Μελαγχόλησες."
"Τίποτα."

"Κράτα με."

6 comments:

pandiony said...

ΝΤΡΟΠΗ!

pandiony said...

καλημέρα..
αυτό το συναίσθημα μαζί με τις ανασφάλιες και τη ζήλια είναι καταστροφή καλέ μου, και φαίνεσαι τόσο όμορφος!
ψάχνω σχοινί να σου πετάξω..

EggGod said...

Κάτσε να ξεμπλέξω πρώτα με αυτό που πνίγομαι...

Καλώς ήρθες.

Μιχάλης said...

Ἡ ζωή δέν εἶναι πάντοτε δίκαια. Ἔχει τούς λόγους της γιά αὐτό…

Eric Draven said...

Α ρε φίλε....

EggGod said...

Μιχάλης: Ναι και επίσης η ζωή τον παίρνει. Όχι πλάκα κάνω. Καλώς ήρθες.

Eric: Ρε μαν...χαθήκαμε. Και κείνον τον καφέ....:)
Δεν μπορεί να βρέχει για πάντα ε; ΕΛΑ ΟΜΩΣ ΠΟΥ ΤΟ ΧΕΙ ΓΑΜΗΣΕΙ Κ ΔΕΝ ΛΕΕΙ ΝΑ ΣΚΑΣΕΙ ΛΙΓΟ ΗΛΙΟΣ.
ΛΟΛ ΛΕΜΕ