Thursday, July 16, 2009

Sun


Κάθεσαι εκεί τόση ώρα, μουτρωμένη, μέσα στις σκιές και δεν μου μιλάς.
Να ανάψω το φως;
Δεν θες.
Εντάξει.

Τι είναι αυτό τώρα; Κλαις; Εγώ το έκανα αυτό; Έχω τέτοια δύναμη; Και βέβαια έχω, αφού και συ την ίδια δύναμη έχεις απάνω μου, στην έχω δώσει καιρό τώρα. Να έρθω δίπλα σου; Να κάνουμε ένα τσιγάρο μαζί, χωρίς να μιλάμε, δεν θα απλώσω χέρι, στο ορκίζομαι. Αλλά σε θέλω τόσο πολύ γαμώ την πουτάνα μου. Κάθε τσιγάρο μου κρατάει δευτερόλεπτα, μετά σβήνει, το ένα πίσω απ' τ' άλλο.
Έχω βάλει ζεστό νερό.
Άλλαξα και σεντόνια.
Είμαι λίγο ιδρωμένος, καίει η πόλη και περπάταγα όλη μέρα. Γύρναγα σαν χαζός, μπροστά σε βιτρίνες με πράγματα που θέλω να σου αγοράσω αλλά δεν στα παίρνω γιατί μετά θα σου θυμίζουν εμένα. Και ξέρω πόσο πονάει να με θυμάσαι.
Κοίτα τον καπνό πώς ταξιδεύει στο ταβάνι.
Άσε με να σε πιάσω λίγο. Να βάλω τα χέρια μου απάνω στα βυζιά σου.
Σε αηδιάζω.
Δεν αντέχω να το βλέπω αυτό στα μάτια σου. Θέλω να σε σκοτώσω. Θα σε κόψω σε μικρά κομματάκια και θα σε στραγγίξω στη μπανιέρα και μετά θα σε πετάξω μέσα σε πολλές σκουπιδοσακούλες για να μην πάρει χαμπάρι κανένας τίποτα. Είδες; Σκέφτομαι σαν δολοφόνος.

Τόσο οριακά μπορώ να με αναιρέσω, μέχρι να είμαι κάποιος άλλος.
Τι θες να είμαι καρδιά μου;

Ιππότης πάνω σε λευκό άτι, με χρυσή ασπίδα και σπαθί λαμπερό, θα σκοτώσω τους δράκους που σε φοβίζουν και ας φοβίζουν εμένα πιο πολύ.
Πατέρας και αδερφός, να σε σηκώνω όταν πέφτεις και να σε πειράζω.

Εραστής.
Φοβισμένος στην αρχή, μέχρι να αφεθείς, να νιώσω ασφάλεια, μέχρι να δω στα μάτια σου να ανεβαίνει λίγη απ' την φωτιά που καίει ανάμεσα στα πόδια σου.
Δεν θέλω να σε γαμήσω απόψε. Θέλω να κάνουμε έρωτα, να χαράξεις απάνω μου ποιήματα με τα νύχια σου. Να μας κοπεί η ανάσα όπως όταν μαθαίνεις κάτι πολύ σοβαρό, όπως όταν βλέπεις κάτι πολύ όμορφο. Να λαχανιάσω πάνω στον λαιμό σου, τα πόδια σου τυλιγμένα γύρω μου, να κοιμηθώ έτσι, μέσα σου.

Να ανάψω το φως; Λίγο, έτσι για να σε δω να κάθεσαι πάνω στον καναπέ μου με τα πόδια σου μαζεμένα στο στήθος.
Δεν θες.
Εντάξει.

Φεύγεις τώρα. Σε νιώθω που φεύγεις.
Καλά κάνεις. Να σου ζητήσω μία χάρη. Μην δυσανασχετείς, περίμενε να ακούσεις ντε. Δεν είναι τίποτα.
Μετά, αύριο, σε λίγο καιρό, θα κάθεσαι μόνη σου πάλι ένα βράδυ και θα καπνίζεις όπως τώρα. Ο αέρας που αναπνέεις θα σου βρωμάει, θα νιώθεις άσχημη, το δέρμα σου θα κολλάει, τα δάχτυλα σου θα πονάνε από το σφίξιμο. Θα τρέμεις. Ιδού η χάρη: θέλω να θυμάσαι τον ήλιο. Άκου τώρα τι είπα. Να εξηγηθώ και την κάνω κ γω.

Όσο και να χτυπιέσαι ότι σε μαύρο μέσα βουλιάζεις και ότι βάρυναν τα πόδια σου απ' την πίσσα, κάποτε κυλίστηκες σε αμμουδιά και γέλασες. Κάτω από ήλιο μανιακό, θεού δύναμη ή φύσης δώρο. Ήλιο που ψήνει τα αβγά μέσα στα τσόφλια τους.

Να θυμάσαι τον ήλιο και να χαμογελάς.
Και εμένα ξέχασε με.

Εμένα μου αρκεί για τα επόμενα λεπτά να κάτσω δίπλα σου στο σκοτάδι, να καπνίζουμε σιωπηλοί και ας σε θέλω τόσο πολύ

που πονάω στο στήθος.

Δεν θα ανάψω το φως μάτια μου γλυκά.
Εν γνώση μου σήμερα,
θα κοινωνήσω λίγο από το σκοτάδι σου.

Έτσι ντε.
Χαμογέλα μου λίγο.

Saturday, July 04, 2009

κράτα με


by egggod


Κουρασμένος.
Ένας γεράκος 82 χρονών, μαλλιά αραιά, μέχρι τους ώμους. Το δέρμα του είναι σαν πάπυρος, με κηλίδες και φλέβες σαν ζωγραφιστές, με σημάδια και σκόνη από φιλιά. Το σπίτι του στους Αμπελόκηπους ένα μαυσωλείο, γεμάτο με βιβλία, παλιά έπιπλα και φωτογραφίες, μικρό σπίτι, φωλιά σπουργιτιού.
Τρία δωμάτια όλα και όλα, στην πολυκατοικία πάντα τον λέγανε τρελό, ποιητής ήτανε και ζούσε μόνιμα με δανεικά. Τα βιβλία του δεν πούλησαν ποτέ, στο καφενείο έλεγε αυτός χαριτολογώντας ότι η ποίηση δεν χωράει πια στα συρτάρια του κόσμου, κουνούσαν το κεφάλι οι ταξιτζήδες που είχε για παρέα, σταματούσαν εκεί για έναν γρήγορο καφέ και για να πούνε τα αθλητικά τους, τους άκουγε ο γέρος και μελαγχολούσε, άμα του δίνανε σημασία έλεγε και αυτός καμιά κουβέντα.

Συνήθως κάθεται στο μπαλκονάκι του που το έχει γεμίσει με φυτά. Γαρδένιες και γαρύφαλλα και γεράνια και μία βουκαμβίλια που κουρεύει συχνά γιατί του κάνουνε φασαρία και κάθε φορά της ζητάει συγγνώμη και τσακ, της κόβει λίγο από το σώμα της. Διαβάζει, σπάνια γράφει πια. Μία φορά την εβδομάδα πάει για ψώνια, με μία σύνταξη που ξέμεινε από δουλειές που έκανε στη ζωή του, δουλειές άσχετες που τον μάθανε τόσα πολλά. Τρώει λιτά.
Κοιμάται λίγο πια.
Ο ύπνος του έχει όνειρα από την παιδική του ηλικία.

Μία Νατάσα σε σχολικό θρανίο. Το χαμόγελο της που τον έκανε να ασχοληθεί με την ποίηση. Ένα σκυλί, τον Μπλάκι, που είχε για δεκαπέντε χρόνια.

Τι έρχεστε; λέει και ξαναλέει όταν ξυπνάει, σαν να μιλάει στα όνειρα, λες και αυτά ακούνε. Σηκώνεται να φτιάξει καφέ.

"Να σηκωθώ να φτιάξω καφεδάκια;"
"Να μείνεις να κάνουμε έρωτα."

Πού το είπε αυτό;
Σε ένα στριμωγμένο τραπεζάκι πάνω, φωτογραφίες σε κορνίζες αλλά και μόνες, τσαλακωμένες, στηριγμένες πάνω στις άλλες, με τις κορνίζες. Φίλοι που γελάνε. Συγγενείς και ένα μωρό, οι γονείς του και το σπίτι στη Σαλαμίνα. Ο Μπλάκι και μία παρέα διακοπές στην Σαμοθράκη, το πρώτο αμάξι και ο Διονύσης ο ζωγράφος να βάζει την γλώσσα του στο αυτί της Βασιλικής, Βουλιαγμένη '65.

"Ποιος νίκησε μωρέ;" λέει στον αέρα. "Κανείς δεν νίκησε, ούτε ο χρόνος, ούτε κανείς. Η ζωή έχει το πάνω χέρι και περιμένουμε, σταμάτα να γκρινιάζεις. Περίμενε."
Δεν γράφει πια. Τέλειωσε η ποίηση μέσα του χρόνια πριν.
Αλλά την βλέπει ακόμα ο γέρος.
Αυτή είναι η κατάρα του.

Είχε στα πόδια της ακόμα κρέμα, την είχε απλώσει μετά το μπάνιο, μπροστά του γυμνή, Ξυλόκαστρο. Απόγευμα και το δωμάτιο του ξενοδοχείου σ' ένα βαθύ γαλάζιο βυθισμένο. "Σε πειράζει που είναι φτηνό;"
"Κράτα με."
Η μυρωδιά αστραπής στον ουρανό, βρεγμένη άμμος, καλοκαιρινή καταιγίδα, οι δύο τους μοναχικοί θεοί σε ένα δωμάτιο στο Ξυλόκαστρο, αγκαλιάζονται για πάντα στο παράθυρο και χαζεύουν την γκρίζα, ήρεμη θάλασσα. Καταιγίδα θα έρθει.

Βρέχει και αυτός στέκεται σε μία πλατεία μικρή, ακίνητος, το βλέμμα του στο πεζοδρόμιο, είναι στο δωμάτιο, τότε, παλιά. Μια κοπέλα τον ρωτάει αν θέλει βοήθεια, γιατί στέκεται στην βροχή; Την κοιτάζει και του έρχεται να την αγκαλιάσει, να της μεταφέρει εκείνη την ομορφιά, εκείνο το ποίημα που δεν έγραψε αλλά το έχει όλο μέσα του, ντροπή, τι θα πει ο κόσμος; Ένας γέρος αγκαλιάζει μια κοπελιά. Ντροπή.
Τις πρωινές ώρες ντρέπεται. Όταν δεν έχουν ξυπνήσει οι υπόλοιποι, ακούει την ησυχία και τα λιγοστά αυτοκίνητα, σε λίγο θα ξεκινήσει ο χαμός, το σπίτι στη Σαλαμίνα, γυμνά κορμιά. Ντρέπεται που το μυαλό του ταξιδεύει σαν έφηβου.
Κάθε δεκαπέντε ανάβει ένα τσιγάρο. Μαζί με τον καφέ.

"Να μην έρθεις σπίτι μέχρι να έρθουμε να σε πάρουμε" του 'πε η μάνα του το '46. Δεκαεννιά χρονών. Την κοίταζε βουρκωμένος και εκείνη έκανε πως δεν το βλέπει. Του 'φτιαχνε πράγματα βιαστικά για να πάρει μαζί του. "Και άμα δεν έρθουμε σε πέντε μέρες να πας στη θεία Ασπασία. Να σε κρύψει."
Και τον κοίταξε.
Δεν μίλησε, σφιγμένο το πρόσωπο της από τον πόνο.
Και του έβαλε στο χέρι ένα πακέτο με τσιγάρα.
"Ἑίσαι άντρας τώρα."

Κάθε δεκαπέντε κάνει ένα τσιγάρο και ας τον βρίζει ο Ευθύμης, ο γιατρός.

Τώρα τελευταία σκέφτεται το σπίτι στην Σαλαμίνα, από χρόνια πουλημένο. Θα μαζέψει την σύνταξη και θα νοικιάσει ένα ταξί, θα πάρει και ένα τετράδιο και ένα μπουκάλι κρασί και θα πάει να μπει μέσα. Θα πάρει και την παλιοπαρέα και τον Μπλάκι μαζί και τους γονείς του και θα κάνει γλέντι.
Ε, ρε ένα γλέντι.
Θα είναι και η Νατάσα εκεί και θα χαμογελάει.

Ναι θα το κάνει. Θα πάει στη Σαλαμίνα, δεν θα κρατήσει λεφτά για να γυρίσει.








"Τι σκέφτεσαι;...Μελαγχόλησες."
"Τίποτα."

"Κράτα με."