Monday, June 15, 2009

Edvard Munch


Την πήρα γραμμή πριν κάποιες μέρες.
Τη σκιά ντε. Δεν είμαι τρελός και να με συμπαθάς.
Κάτσε να ακούσεις μια στιγμή.
Άναψε τσιγάρο. Ή στρίψε τσιγάρο.
Καφεδάκι; Άσε ξέρω.
Κόκα Κόλα με παγάκια και μια φέτα λεμόνι, τώρα με τις ζέστες γαμάει.
Το 'χουμε;

Άκου.

Την πήρα χαμπάρι πριν κάποιες μέρες.
Ήταν ξημερώματα Κυριακής και το φως ήταν ασημενιογαλάζιο, ξέρεις ρε, αυτό που μόλις ξυπνάει η μέρα και αποτραβιούνται όλα, γίνονται αληθινά, με χρώμα. Εκείνη τη στιγμή που πλέον μπορείς να σβήσεις τη λάμπα απλά για να χαρείς το ημίφως, ξέρεις γιατί εμείς οι άνθρωποι ζούμε είτε σε φως είτε σε σκοτάδι, το ημίφως είναι σπάνιο και γιαυτό μαγικό. Ε, εκείνη την στιγμή που αλλάζει ο κόσμος και όλα είναι παγωμένα, ξύπνησα από κατούρημα και ανασηκώθηκα, έκανε ζέστη.
Και την είδα. Να στέκεται στη πόρτα του δωματίου, κρατημένη απ' την κάσα, το μισό της πρόσωπο μες το δωμάτιο, το υπόλοιπο αθέατο. Μια μορφή από σκέψεις και ήχους και μυρωδιές και κισσούς και γκρίζο, ακαθόριστο ντύσιμο, χρώματα που κυλιούνται το ένα μέσα στο άλλο σαν ζωντανός καμβάς, ένα αόριστο τίποτα το πρόσωπο και τα χαρακτηριστικά, δύο μάτια όμως από φωτιά. Την μία στιγμή ήταν εκεί, σχεδόν μελαγχολική και την επόμενη, τίποτα.
Την ξαναείδα, στο ξύρισμα. Πέρασε μπροστά από την ανοιχτή πόρτα της τουαλέτας, χάθηκε στον διάδρομο, άκουσα και κάτι σαν φόρεμα που σύρθηκε, μάζεψαν τα αρχίδια μου από τον τρόμο.
Μαλάκα, σου λέω τρόμο, οκ;
Οκ;
Όχι μαλακίες.
Από τον τρόμο που σε παραλύει και παγώνεις και ιδρώνεις λίγο στο μέτωπο και στα αυτιά και στον σβέρκο και θες να ρωτήσεις "Ποιος είναι εκεί;" αλλά δεν το ρωτάς γιατί, άμα σου απαντήσει κάτι; Ε, μαλάκα μου; Άμα σου απαντήσει κάτι; Οπότε κάθεσαι εκεί, ακίνητος, σαν λαγός μπροστά σε φώτα από αμάξι, ανίκανος να αναπνεύσεις. Και αφουγκράζεσαι.

Οι από πάνω που ξυπνάνε και χτυπάνε πόρτες.
Ησυχία.
Μια σταγόνα από την βρύση μπροστά μου, μέσα στη λιμνούλα που έχω κάνει για να ξυριστώ, το χέρι με το ξυράφι παγωμένο στον αέρα, στη πορεία προς το μάγουλο.
Πλιπ!
Ησυχία.
Ένα τηλέφωνο από μακριά.
Ησυχία.
Ένας αναστεναγμός από το σαλόνι.
Όχι, δεν μπορεί να μου συμβαίνει αυτόχριστέμουμαλάκαείμαισεταινία
Ανάσα δική μου, ηχηρή

Δύο δάχτυλα στην κάσα της πόρτας, γίνονται τρία, κάποιος κραδαίνει σιγά σιγά την κάσα, κοιτάω μέσα από τον καθρέφτη, τα μάτια μου δεν γίνεται να γουρλώσουν περισσότερο, είναι ανθρωπίνως αδύνατο να γουρλώσω πιο πολύ τα μάτια μου,
ένα μάτι με κοιτάει, η άκρη ενός προσώπου, μέσα στον καθρέφτη. Πίσω μου.

Κι' άλλη Κόκα Κόλα μήπως;
Που λες

αυτά ήταν τα δυο πιο χοντρά
έχουν υπάρξει κι άλλα.
Στον ύπνο κάτι τραβήγματα στο σεντόνι,
κάτι μαλακίες ορνιθοσκαλίσματα πάνω στη σκόνη ζωγραφισμένα, στα έπιπλα.
Είπα να βγω, να φύγω αλλά δεν βρίσκω τα κλειδιά μου. Οπότε εδώ μπάστακας. Αυτούς που ήθελα εδώ, δεν μπορούν να είναι. Το καρνέ με τα τηλέφωνα μίκρυνε πολύ με τα χρόνια κολλητέ. Φρόντισα και γω για αυτό.
Που να στα λέω.
Οπότε σήμερα το βράδυ έχουμε ματς.
Θα σκάσει σίγουρα μύτη η καριόλα.
Πάλι καλά που πέρασες-
Τι, φεύγεις;
Έλα ρε μην μαλακίζεσαι.
Είσαι στραβωμένος;
Ε, ξεκόλλα ρε μαλάκα, εντάξει είμαι κ γω μαλάκας αλλά-
Τώρα σοβαρά την κάνεις;

Ρε
πλιζ
μείνε
μην μαλακίζεσαι σου λέω έχω ανάγκη-
ρε
ξεκόλλα δεν την παλεύω λέμε-
αφού σου λέω την βλέπω τη σκιά ρε, για τρελό με έχεις;

Μην την κάνεις
ρε
ρε


Ησυχία.

Μόλις τελειώσω αυτές εδώ τις γραμμές,
θα σηκωθώ και θα ρωτήσω
"Είναι κανείς εδώ;"
Θα το κάνω δε γαμιέται

Άμα γουστάρει η γαμιόλα

ας μου απαντήσει.

1 comment:

Anonymous said...

μου απαντησε...