Wednesday, June 24, 2009

Μικρό θερινό

Ένα παραλιακό κλαμπάκι με μεγάλο μπαλκόνι, σούρουπο. Κάτω ξύλο, νωπό από τους ανθρώπους που βουτάνε συνέχεια στην πισίνα. Ομπρέλες και καρέκλες άνετες, από μπαμπού. Ένα μεγάλο μπαρ με χαμηλά φωτάκια. Τώρα παίζει το Brothers in arms. Ο ήλιος σβήνει και η θάλασσα είναι λάδι, κάποιοι ακουμπάνε στα κάγκελα του μπαλκονιού και την χαζεύουν, κάποιοι φιλιούνται. Υγρασία.
Κάποιοι είναι με μαγιό, κάποιοι είναι ντυμένοι. Κάποιοι γελάνε δυνατά, παρασύρουν κι άλλους, ησυχάζουν. Τώρα ακούγεται το In the air tonight.
Στέκομαι και χαζεύω ομορφιά.
Μυρίζω την νύχτα
και σκέφτομαι
ξανά και ξανά μέχρι που δακρύζω
μέχρι που η σκέψη μου γίνεται τραγούδι, κύμα, κερί, ποτό στο χέρι μου.

Σκέφτομαι
τι ωραία
να ήταν έτσι το μετά.
Σκέφτομαι
ότι τους ξέρω όλους εδώ μέσα.

Ξεχάστηκα
και δεν σου είπα καλό καλοκαίρι.
Ξεχάστηκα
και δεν σου είπα
τόσα άλλα.

Ψιτ.


Καλό καλοκαίρι

;)

Monday, June 15, 2009

Edvard Munch


Την πήρα γραμμή πριν κάποιες μέρες.
Τη σκιά ντε. Δεν είμαι τρελός και να με συμπαθάς.
Κάτσε να ακούσεις μια στιγμή.
Άναψε τσιγάρο. Ή στρίψε τσιγάρο.
Καφεδάκι; Άσε ξέρω.
Κόκα Κόλα με παγάκια και μια φέτα λεμόνι, τώρα με τις ζέστες γαμάει.
Το 'χουμε;

Άκου.

Την πήρα χαμπάρι πριν κάποιες μέρες.
Ήταν ξημερώματα Κυριακής και το φως ήταν ασημενιογαλάζιο, ξέρεις ρε, αυτό που μόλις ξυπνάει η μέρα και αποτραβιούνται όλα, γίνονται αληθινά, με χρώμα. Εκείνη τη στιγμή που πλέον μπορείς να σβήσεις τη λάμπα απλά για να χαρείς το ημίφως, ξέρεις γιατί εμείς οι άνθρωποι ζούμε είτε σε φως είτε σε σκοτάδι, το ημίφως είναι σπάνιο και γιαυτό μαγικό. Ε, εκείνη την στιγμή που αλλάζει ο κόσμος και όλα είναι παγωμένα, ξύπνησα από κατούρημα και ανασηκώθηκα, έκανε ζέστη.
Και την είδα. Να στέκεται στη πόρτα του δωματίου, κρατημένη απ' την κάσα, το μισό της πρόσωπο μες το δωμάτιο, το υπόλοιπο αθέατο. Μια μορφή από σκέψεις και ήχους και μυρωδιές και κισσούς και γκρίζο, ακαθόριστο ντύσιμο, χρώματα που κυλιούνται το ένα μέσα στο άλλο σαν ζωντανός καμβάς, ένα αόριστο τίποτα το πρόσωπο και τα χαρακτηριστικά, δύο μάτια όμως από φωτιά. Την μία στιγμή ήταν εκεί, σχεδόν μελαγχολική και την επόμενη, τίποτα.
Την ξαναείδα, στο ξύρισμα. Πέρασε μπροστά από την ανοιχτή πόρτα της τουαλέτας, χάθηκε στον διάδρομο, άκουσα και κάτι σαν φόρεμα που σύρθηκε, μάζεψαν τα αρχίδια μου από τον τρόμο.
Μαλάκα, σου λέω τρόμο, οκ;
Οκ;
Όχι μαλακίες.
Από τον τρόμο που σε παραλύει και παγώνεις και ιδρώνεις λίγο στο μέτωπο και στα αυτιά και στον σβέρκο και θες να ρωτήσεις "Ποιος είναι εκεί;" αλλά δεν το ρωτάς γιατί, άμα σου απαντήσει κάτι; Ε, μαλάκα μου; Άμα σου απαντήσει κάτι; Οπότε κάθεσαι εκεί, ακίνητος, σαν λαγός μπροστά σε φώτα από αμάξι, ανίκανος να αναπνεύσεις. Και αφουγκράζεσαι.

Οι από πάνω που ξυπνάνε και χτυπάνε πόρτες.
Ησυχία.
Μια σταγόνα από την βρύση μπροστά μου, μέσα στη λιμνούλα που έχω κάνει για να ξυριστώ, το χέρι με το ξυράφι παγωμένο στον αέρα, στη πορεία προς το μάγουλο.
Πλιπ!
Ησυχία.
Ένα τηλέφωνο από μακριά.
Ησυχία.
Ένας αναστεναγμός από το σαλόνι.
Όχι, δεν μπορεί να μου συμβαίνει αυτόχριστέμουμαλάκαείμαισεταινία
Ανάσα δική μου, ηχηρή

Δύο δάχτυλα στην κάσα της πόρτας, γίνονται τρία, κάποιος κραδαίνει σιγά σιγά την κάσα, κοιτάω μέσα από τον καθρέφτη, τα μάτια μου δεν γίνεται να γουρλώσουν περισσότερο, είναι ανθρωπίνως αδύνατο να γουρλώσω πιο πολύ τα μάτια μου,
ένα μάτι με κοιτάει, η άκρη ενός προσώπου, μέσα στον καθρέφτη. Πίσω μου.

Κι' άλλη Κόκα Κόλα μήπως;
Που λες

αυτά ήταν τα δυο πιο χοντρά
έχουν υπάρξει κι άλλα.
Στον ύπνο κάτι τραβήγματα στο σεντόνι,
κάτι μαλακίες ορνιθοσκαλίσματα πάνω στη σκόνη ζωγραφισμένα, στα έπιπλα.
Είπα να βγω, να φύγω αλλά δεν βρίσκω τα κλειδιά μου. Οπότε εδώ μπάστακας. Αυτούς που ήθελα εδώ, δεν μπορούν να είναι. Το καρνέ με τα τηλέφωνα μίκρυνε πολύ με τα χρόνια κολλητέ. Φρόντισα και γω για αυτό.
Που να στα λέω.
Οπότε σήμερα το βράδυ έχουμε ματς.
Θα σκάσει σίγουρα μύτη η καριόλα.
Πάλι καλά που πέρασες-
Τι, φεύγεις;
Έλα ρε μην μαλακίζεσαι.
Είσαι στραβωμένος;
Ε, ξεκόλλα ρε μαλάκα, εντάξει είμαι κ γω μαλάκας αλλά-
Τώρα σοβαρά την κάνεις;

Ρε
πλιζ
μείνε
μην μαλακίζεσαι σου λέω έχω ανάγκη-
ρε
ξεκόλλα δεν την παλεύω λέμε-
αφού σου λέω την βλέπω τη σκιά ρε, για τρελό με έχεις;

Μην την κάνεις
ρε
ρε


Ησυχία.

Μόλις τελειώσω αυτές εδώ τις γραμμές,
θα σηκωθώ και θα ρωτήσω
"Είναι κανείς εδώ;"
Θα το κάνω δε γαμιέται

Άμα γουστάρει η γαμιόλα

ας μου απαντήσει.

Friday, June 12, 2009

Ψιθυριστά

Σε νυχτερινό ουρανό ορκιστήκανε
δύο ερωτευμένοι, δες τους
λευκολουσμένα μάρμαρα οι δυο τους σε παραλία έρημη
φεγγάρι ανίερο, πρόστυχο, ρυθμικό σαν κύμα
κρατάνε τα χέρια και χαμογελάνε μυστικά
φυσάει η άμμος γύρω τους
στέκονται εκεί και θα τρόμαζες αν στεκόσουν δίπλα
γιατί στο ασημένιο φως οι δυο τους
ρίχνουν μία μόνο σκιά
Στο αστέρι που ορκίζονται στέκει το βλέμμα ενός μεθυσμένου
ξαπλωμένος ανάσκελα πάνω σε σε ζεστές πλάκες, κάποια πλατεία, τριγύρω φασαρία
έχει κατουρηθεί λίγο γιατί το σώμα του έχει χαλαρώσει από το πολύ μεθύσι
φοβάται ότι θα πεθάνει ξαπλωμένος εκεί, τριγύρω ένα πάρτυ, τι ειρωνικό
θέλει να μιλήσει αλλά δεν μπορεί
οπότε
ατενίζει τον ουρανό και το βλέμμα του φυλακίζεται από ένα αστέρι
και λέει μέσα του
άμα είναι να σβήσω ας με σβήσει το φως αυτό εκεί πάνω
και αν κοιμηθώ σε παρακαλώ αστεράκι μου
κάνε τους μαλάκες τους φίλους μου να με πάνε σπίτι μου χωρίς να σκοτωθούμε.
Τον μεθυσμένο αυτόν τον αγαπάει εδώ και καιρό μια κοπελιά που τώρα είναι ξαπλωμένη και ονειρεύεται να τον φιλάει
το δωμάτιο της μυρίζει λεβάντα, γεμάτο φωτογραφίες και βιβλία, στην άκρη, σε μια γωνιά, ένα αρκουδάκι.
Το αρκουδάκι είναι δώρο από έναν παλιό εραστή
όλο λέει να το πετάξει αλλά μία γλύκα μέσα της, σώζει κάθε φορά το αρκουδάκι από τον αφανισμό.
Αφανισμένη και εκείνη, αφημένη στα όνειρα, θα πεθάνει σε λίγα λεπτά με τον σεισμό που έρχεται, στην κηδεία της ο μεθυσμένος θα κλάψει πολύ, χωρίς να είναι σίγουρος γιατί, ήταν απλά μία φίλη, όχι κάτι ιδιαίτερο.

Λένε

ότι είμαστε αστρόσκονη
Στον ώμο ενός τεράστιου θεού
περπατάει ο γίγαντας και εμείς χορεύουμε στις δονήσεις
πόση σημασία μπορεί να έχει κάποιος, ΕΝΑΣ, που νιώθει κάτι;
Κάποιος που αγαπάει
κάποιος που πονάει
τι σημασία έχει;

Λένε

ότι είμαστε σκιά πλασμένη να ανασαίνει
πνοή δαιμόνων ή καπρίτσιο κάποιας ανώτερης νοημοσύνης
και όμως δακρύζουμε και χέζουμε
σαν να έχει σημασία, οι μικρές φωνούλες μας υψώνονται και γρατζουνίζονται όταν θυμώνουμε και κλαίμε και γελάμε και αγκαλιάζουμε και χτυπάμε ρυθμικά το πόδι όταν περιμένουμε στη στάση.

Θα σου πω τι θα κάνω
θα βάλω τα χέρια μου μέχρι μέσα στον ζωμό, όχι πολύ μη με ρουφήξει
θα πιάσω τα μαλλιά αυτουνού που κοιμάται στο αμνιακό υγρό
και θα τα τραβήξω, θα σηκώσω το βάρος από τις τρίχες, να πονέσει, να ξυπνήσει
να ανοίξει τα μάτια του και να με δει, θριαμβευτή να τον κοιτάζω

Κάπου, κάποτε, κάποιος μου ψιθύρισε πριν κοιμηθώ
δεν ήταν η μάνα μου, ούτε ο πατέρας μου, ήμουν μικρός
μου είπε
όλα καλά

Αστρόσκονη να την φυλακίσεις
με δάκρυα, να φτιάξεις λάσπη
να χτίσεις σπιτάκια και ανθρωπάκια από αστρόσκονη
να είναι ίδια και τόσο ζωντανά με εσένα
που κοιτάς ψηλά και ορκίζεσαι

σε ουρανούς νυχτερινούς

Wednesday, June 10, 2009

Ένα τζιτζιμπλίνι στα άστρα



Σαν πανσέληνος να έρχεσαι ματάκια μου γλυκά. Που και που, όποτε το θυμάσαι, να 'χω και γω την ηρεμία να μπορώ να κοιτάξω πάνω, να δω φεγγάρια και να θυμηθώ άστρα, από αυτά τα σκατά που περπατάω εδώ κάτω.
Να τα λέμε που και που.
Άλλωστε
με είδες να κάνω έρωτα
να χέζω
να την παίζω μόνος μου
να γελάω
να κλαίω
να κοιμάμαι
να τραγουδάω
να χορεύω

Πάω πάσο
Εκεί που πήγες και χώθηκες μωρή δεν σε φτάνω
δεν είναι κάτω απ' τον καναπέ εκεί που πήγες ζωή μου
ποιο γαμημένο μπαλάκι κυνήγησες
Πάω πάσο
Αν κρίνω σωστά
είσαι σε καλά, γνώριμα χέρια τώρα

ΡΕ!
ΑΚΟΥΤΕ ΕΚΕΙ ΠΑΝΩ ΑΝΑΘΕΜΑΤΙΣΜΕΝΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΔΥΟ

ΣΑΣ ΑΓΑΠΩ ΡΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕ
ΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕ
ΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕ
ΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕ
ΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕ
ΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕ
ΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕ
ΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕ
ΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕ
ΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕ
ΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕ
ΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕ
ΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕ
ΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕ