Thursday, May 21, 2009

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΑΙ ΕΛΕΝΗΣ βοήθεια μας

Το δωμάτιο είναι κλουβί και οι δυο τους θηρία. Λιοντάρια, αρσενικό και θηλυκό, δύο σκιές μπροστά σε μία λάμπα ακουμπισμένη στο ξύλινο πάτωμα. Δίπλα έχει πέσει το σεντόνι, κάλτσες και ρούχα, δίπλα στη λάμπα έχουν πέσει και προσχήματα και δικαιολογίες και ταυτότητες. Έχουν πέσει όλες οι καθώς πρέπει μάσκες και έχουν μείνει μόνο αυτές των ζώων, ξέρεις αυτές που είναι πολύ θαμμένες και που όλοι οι άνθρωποι φοράνε και ας λένε το αντίθετο και ας γράφουνε βιβλία και ας το πιστεύουν στις προσευχές τους το βράδυ. Όλοι έχουν μια ζωομασκούλα.
Έτσι και οι δυο τους τώρα.
Είναι θηρία. Έχουν τσακωθεί και το αίμα τους κοχλάζει, το αίμα τους είναι βενζίνη, κάθε άγγιγμα ένα αναμμένο σπίρτο.
Ξεκίνησε αυτός προς το τέλος του τσακωμού. Την πλησίασε και την πήρε απαλά πάνω του, το κεφάλι της στο στήθος του, αγκαλιά μετά από την φουρτούνα. Στην αρχή εκείνη ήταν κλειδωμένη, το σωματάκι της ένας κόμπος σφιχτοδεμένος, από αυτούς που λύνονται μόνο με φιλιά. Άρχισε να της τα δίνει και τα χείλη της ήταν πέτρινα και αυτό τον θύμωσε. Επέμεινε. Μπήκε το πείσμα της στη μέση και γύρισε το πρόσωπο της σε μία προσπάθεια να διατηρήσει την αξιοπρέπεια του θυμού της. Λογική που καταρρέει. Σιγά, σιγά, με κάθε φιλί. Άρχισε να ανταποκρίνεται, έβαλε το χέρι της ανάμεσα στα πόδια του, το χέρι τρέμει, όχι μόνο από κάβλα αλλά και από νεύρα. Το ίδιο συμβαίνει και με την ανάσα του. Εκείνος πάει να μιλήσει και αυτή, σχεδόν τον χαστουκίζει, του αρπάζει το στόμα με τα δάχτυλα της, σχεδόν τον γρατζουνάει, βίαια, θυμωμένα, μη μιλάς. Τώρα τα δόντια τους χτυπάνε μεταξύ τους, τα χείλια ματώνουν, θέλει να την φάει, να την αγαπήσει, να την τιμωρήσει, εκείνη το νιώθει και προσπαθεί πολύ για να μην παραιτηθεί.
Την γδύνει και λίγο πριν της βγάλει το σουτιέν, εκείνη ξαναθυμώνει. Σηκώνεται και στέκεται μπροστά του, βράζει και είναι υγρή. Κοιτάζονται, αυτός βγάζει τη μπλούζα του, τον χαστουκίζει και το μετανιώνει αμέσως, όχι δεν το μετανιώνει, να πάει να γαμηθεί ο μαλάκας. Το χαστούκι τον πονάει, το μάγουλο του καίει και μόλις περνάει ο πόνος, έρχεται ο θυμός. Σηκώνεται. Εκείνη πισωπατάει. Η λάμπα στο πάτωμα. Δύο θηρία. Την αρπάζει και την πετάει πάνω στο κρεβάτι, εκεί που πριν από λίγο την αγκάλιαζε, τώρα την πλακώνει με το βάρος του και εκείνη σιχαίνεται τον εαυτό της που της αρέσει τόσο πολύ. Τον γρατζουνάει στη πλάτη καθώς της δαγκώνει τον λαιμό, δεν τον νοιάζουν τα σάλια που κρέμονται από το στόμα του, τώρα φοράει άλλη μάσκα. Της βγάζει το σουτιέν, αυτός είναι μόνο με το παντελόνι που του το ξεκουμπώνει τώρα εκείνη, σκληραίνει αυτός και βογκάει, της τραβάει με δύναμη το σλιπάκι με τα λουλουδάκια και το ύφασμα την πονάει στο εσωτερικό των μηρών της, την γδέρνει. Ξεκίνησε το δωμάτιο να μυρίζει σώματα και ιδρώτα, τα χνώτα τους μυρίζουν και οι μασχάλες και των δύο αχνίζουν από κάβλα.
Τον έχει στο χέρι της και τον κοιτάει με υπεροχή, σχεδόν χαμογελάει, αυτός παλεύει για να μην παραδοθεί, τον πονάει όσο χρειάζεται για να τον κάνει να θυμάται. Τι να θυμάται; Κάτι αρχαίο, κάτι που έχει να κάνει με την Άρτεμη αλλά δεν είναι σίγουρος, δεν τον νοιάζει, δεν μπορεί να σκεφτεί καθαρά. Σπρώχνει αλλά εκείνη δεν είναι έτοιμη. Τον κατεβάζει από τους ώμους και τα μαλλιά και τον ταΐζει με το νέκταρ της, με το εσωτερικό της, τα πόδια της στην πλάτη του, τα χέρια της στο σεντόνι, βλέπει στο ταβάνι κάτι περίεργα σχήματα και νομίζει πως είναι ζωγραφιές, όλα είναι ζωγραφιές, τα πάντα τελικά είναι μια ζωγραφιά σκέφτεται και βουρκώνει και γελάει και έχει καβλώσει τόσο πολύ που θέλει να είναι γυμνή για πάντα.
Φιλιούνται. Της δίνει να δοκιμάσει από τον εαυτό της. Πετάγεται από το κρεβάτι και το βάζει ανάμεσα τους.
Τώρα στέκονται λαχανιασμένοι και κοιτάζονται, δύο λιοντάρια, το σεντόνι δίπλα στη λάμπα.
Προσπαθεί να την πλησιάσει και εκείνη τον αποφεύγει. Αυτός σπρώχνει το κρεβάτι και την στριμώχνει στον τοίχο, σκαρφαλώνει αυτή απάνω στο ιδρωμένο στρώμα σε μία απόπειρα επίθεσης και εκεί, την πιάνει. Τυλίγονται, γλιστράει μέσα στη κόκκινη θάλασσα της, αρχίζει να της μιλάει, τώρα τον αφήνει να μιλήσει, τώρα έχει ανάγκη να τον ακούσει.

Ένα.

Ξαναγίνονται δύο, πολλή ώρα μετά, πολύ μετά τον οργασμό τους.

Τι ωραίος που θα ήταν ο κόσμος αν οι άνθρωποι εγαμιόσαντο πιο πολύ.

Χρόνια πολλά στους Κώστηδες και στις Ελένες.

1 comment:

ceralex said...

ok! Βοήθειά μας! Θα κρατήσω αυτή την υπέροχη φράση...Τι ωραίος που θα ήταν ο κόσμος αν οι άνθρωποι εγαμιόσαντο πιο πολύ...

Άντε να υγειαίνουμε!
Φιλιά!