Thursday, April 16, 2009

ΟΝΕΙΡΟ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΟΝΕΙΡΟ


Αυτά είναι τα λίγα που θυμάμαι.

Δοκίμασα να χορέψω σε ξένες φωτιές δίπλα. Πετάχτηκαν καρβουνάκια μικρά μικρά και χώθηκαν στα παπούτσια μου και 'κει που χόρευα, με τσουρούφλισαν τα άτιμα. Κάθισα κάτω να βγάλω τα φθαρμένα απ' τον χορό παπούτσια και οι γύρω άρχισαν να γελάνε. Ω, μα πόσο πληγώθηκε η υπερηφάνεια μου τότε. Τι γελάτε βρε κακόμοιροι; Τσαντίστηκα και γω και την έκανα. Τους άφησα εκεί, γύρω απ' την ζεστή φωτιά, τα γέλια τους στα αυτιά μου μέχρι που ήρθε το ξημέρωμα και η φωτιά δεν φαινόταν ούτε στον ορίζοντα.
Τι περίεργο συναίσθημα.
Να μην σε έχει ακολουθήσει κανείς.
Ακόμα και αυτοί που χορεύανε μαζί σου. Μαζί μου.
Δε γαμιέται.
Στο πλάι μου ήταν συνέχεια και ας μην ήρθαν.

Έφτασα σε ένα τιτάνιο χάσμα, μεγάλο άνοιγμα στη γη σαν χαμόγελο θεού θαμμένου. Το φως του ήλιου δεν έφτανε στον πάτο του γκρεμού και γω στο χείλος του, να ατενίζω την απέναντι μεριά. Που να πάω τώρα; Πίσω; Τζάμπα δρόμος. Μπροστά; Θα σκοτωθώ το δίχως άλλο. Ας φτιάξω μια φωλιά εδώ, σαν αετός, σαν ερημίτης, να κράζω τα όρνια που αράζουν τριγύρω και τους σκορπιούς που θέλουνε να μασουλήσουν τα ρούχα μου. Μάζεψα κλαράκια και θάμνους και κοτρόνια και έφτιαξα ένα ψεύτικο καταφύγιο, σαν ερημίτης απ' την Βίβλο. Έμεινα εκεί μέσα και τα γένια μου μακρύναν, τα μαλλιά μου κρύψανε το πρόσωπο μου. Ένα βράδυ με πανσέληνο, είδα στην απέναντι μεριά μία φωτιά να ανάβει. Τριγύρω κόσμος και τραγούδια, χορός. Βρε, πώς μ' αρέσει ο χορός. Με το που έκανα να βγω από το χαμοσπιτάκι μου, να σταθώ όρθιος να δω πιο καλά τι γίνεται, πέφτει αυτό κάτω, διαλύθηκε το μπάσταρδο σαν πύργος από τραπουλόχαρτα. Τι να κάνω; Να το ξαναχτίσω; Τζάμπα κόπος. Απέναντι περνάνε καλά και ακούγεται. Βλέπω μορφές να κουνιόνται γύρω από τις ζεστές φλόγες. Μπροστά και ό,τι γίνει.
Έπεσα μέσα στο μαύρο.
Σαν κάτι να με πήγε απέναντι, θαρρώ πως δύο τεράστιες φτερούγες φύτρωσαν για λίγο στη πλάτη μου και έφτασα στον προορισμό μου. Δεν είμαι σίγουρος, μπορεί και να ήταν τα μανιτάρια που έτρωγα τόσο καιρό στην έρημο.
Μπορεί και να μην υπήρχε χάσμα, ξέρω γω;

Πλησίασα το ξέφρενο πανηγύρι.
Κάποιοι με όργανα τραγούδαγαν τραγούδια.
Κάποιοι πηδούσαν πάνω από τις φλόγες και άλλοι χορεύανε τριγύρω, σηκώνοντας σκόνη. Άλλοι έκαναν έρωτα μες τις σκιές. Μία κοπελιά με μακριά κόκκινα μαλλιά με πλησίασε, φορούσε ένα αραχνοΰφαντο φόρεμα, στα πόδια της δερμάτινα πέδιλα. Με πήρε από το χέρι και με πήγε στις σκιές. Με χτένισε, ξύρισε την μπλεγμένη γενειάδα μου και έπλυνε το πρόσωπο μου με κρυστάλλινο νερό. Ανέβηκε πάνω μου και μου είπε το όνομα της. Μου είπε ότι είναι δική μου. Κάναμε έρωτα πάνω στο χώμα. Κοιμήθηκα πάνω σε στέρνο μυρωδάτο, απαλό, το ένα της βυζί στη παλάμη μου, να μου θυμίζει ότι ονειρεύομαι.
Το πρωί ξύπνησα από τον καυτό ήλιο και βρήκα μόνο τις στάχτες της βραδινής φωτιάς.
Κανένας τριγύρω.
Αυτή τη φορά είχαν φύγει όλοι οι άλλοι. Εγώ είχα μείνει σταθερός, τα πάντα γύρω μου κινήθηκαν.
Και με αφήσανε
όχι πίσω
αλλά εκεί. Και αυτό είναι κάτι.

Μετά από καιρό, έφτασα σε μία λίμνη, στην όχθη κόσμος μαζεμένος σε κύκλο. Πλησίασα και τους είδα να στέκονται πάνω από μία τρύπα στη γη. Μέσα, ένα εφτάχρονο αγοράκι γυμνό να κλαίει. Ένας παπάς διάβαζε κάτι ακατάληπτα, δίπλα του ένα νέο αγόρι κρατούσε ένα λάβαρο με έναν σταυρό απάνω. Νομίζω πως ήταν σταυρός. Ένας γέρος έσκυψε και μου ψιθύρισε στ' αυτί: "Μπες μέσα και κάνε το να σκάσει, άντε παλικάρι μου και θα μείνουμε εδώ όλη μέρα όπως πάει." Τώρα με κοιτάζανε όλοι. Γέροι και γριές, κοπέλες και αγόρια με σπυριά, όλοι ντυμένοι στα μαύρα, όλοι περιμένανε κάτι από εμένα. Να μπω στην τρύπα.
Και μπήκα.
Με μιας το ξανθομάλλικο αγοράκι πιάστηκε απ' τα πόδια μου και άρχισε να ουρλιάζει, όλοι κάλυψαν τα αυτιά τους. Δεν έπαιρνε από λόγια. Το χάιδεψα, το φίλησα, πήγα να ξεκινήσω να του λέω ένα παραμύθι, μου πέταγε πέτρες, με κάρφωνε με τα πρησμένα του ματάκια, το λαρύγγι του πληγωμένο από τα ουρλιαχτά.
Το έπνιξα με τα χέρια μου.
Τα τύλιξα στο λαιμουδάκι του και έσφιξα μέχρι που έπεσε ησυχία. Αμέσως, το πλήθος σκόρπισε.
Που πάτε όλοι; Δεν θα σκεπάσει κανείς την τρύπα τουλάχιστον; Την σκέπασα εγώ, με τα χέρια μου, έπεσε σκοτάδι όταν είχα τελειώσει. Μπήκα στη λίμνη να πλυθώ μα από την κούραση, κοιμήθηκα, βυθίστηκα σε μαυροβελούδινα νερά.

Ξύπνησα δίπλα σου.
Ακόμα ακίνητος έχω κάτσει ο βλάκας και κατουριέμαι κιόλας.
Είναι που έχεις το γόνατο σου στα σκέλια μου και τα δάχτυλα σου στα μαλλιά μου. Η ανάσα σου, μου ζεσταίνει τον λαιμό, αργή, κοιμισμένη ανάσα.
Ξημερώνει.
Τι νύχτα!

Και όσο υπέροχα ηδονικό και αν φαντάζει όλο αυτό το ψηφιδωτό μέσα στο κεφάλι μου,
δεν θα 'θελα να το ξαναζήσω.
Ξημερώνει.
Και αυτό είναι κάτι.

2 comments:

Lee said...

Το τελος της αθωότητας?

EggGod said...

Ξέρω γω;
Τέλος σίγουρα για πολλά.
Αθωότητας....χμμμ. Μπααα. Δεν νομίζω.