Thursday, April 23, 2009

ΒΟΛΤΑ ΣΤΟΝ ΕΘΝΙΚΟ ΠΑΡΚΟΚΗΠΟ


Στο κέντρο της Αθήνας έχουμε έναν κήπο που τον λένε εθνικό.
Βέβαια δεν μοιάζει πολύ με κήπο γιατί είναι πολύ μεγάλος και θα το έλεγα πάρκο αντί για κήπο, ο μεγαλύτερος κήπος που έχω δει ποτέ είναι στο σπίτι μίας θείας μου στην Εκάλη που είχε και πισίνα, τώρα η θεία μου έχει πεθάνει και η πισίνα είναι γεμάτη φύλλα.
Βέβαια ούτε πάρκο μπορείς να το πεις, γιατί μετά θα ήταν το εθνικό μας πάρκο και θα γελάγανε μαζί μας οι Γερμανοί που το εθνικό μας πάρκο θα ήταν τόσο μικρό, κάτι κότες έχει μέσα και δύο γαϊδούρια. Και χελώνες. Ε, δεν το λες εθνικό πάρκο. Μπορεί να το έλεγες παλιά που είχε μέσα και κάτι λύκους, ψόφιους βέβαια αλλά πέρναγε για εθνικό πάρκο. Τους αλλοδαπούς δεν τους νοιάζει πώς το λέμε. Έχω ακούσει ότι οι πολύ πεινασμένοι πάνε και πιάνουνε τις πάπιες και τις χελώνες και τις βράζουνε λέει και τις τρώνε, αλλά εγώ δεν έχω δει ποτέ αλλοδαπό να κάνει κάτι τέτοιο, μπορεί να το έκανε κάποιος από δω που γουστάρει χελωνόσουπα.
Η ανιψιά ενός φίλου μου, είχε πάει και είχε αμολήσει εκεί πέρα το χελωνάκι της γιατί είχε αρχίσει και μεγάλωνε πολύ και δεν του έφτανε ούτε ένα μαρούλι τη μέρα. Μπορεί το χελωνάκι της να το έφαγε κανας πακιστανός. Και από κει που ήταν στα χάδια και στα όπα όπα το χελωνάκι, ξαφνικά βρέθηκε μέσα σε μία μεγάλη λίμνη με άλλα χελωνάκια και να γούσταρε και μετά στην κατσαρόλα ενός πακιστανού και να μην γούσταρε καθόλου. Χωρίς καβούκι κιόλας. Τα καβούκια από χελώνα λένε ότι κάνουν πολύ καλά μουσικά όργανα αλλά εγώ λέω πίπες. Γιατί να μην αγοράσεις το μπουζούκι σου από τον Νάκα; Που έχει και εγγύηση; Άσε που άμα είναι μικρή η χελώνα , το πολύ πολύ να φτιάξεις κανα μαντολίνο. Ή άμα είναι ΠΟΛΥ μικρή, να φτιάξεις καμιά καστανιέτα. Όχι, εκεί θες δύο χελωνάκια. Μαλακία.

Στον κήπο μέσα έχει και πάρα πολλά γατιά. Κάποια κοιμούνται δίπλα στα παγόνια και τα κουνέλια, άλλα πάνω σε δέντρα και μερικά κουρνιάζουν δίπλα στη λιμνούλα. Που και που, εμφανίζεται κάποιο μαλακισμένο παιδάκι και τα τρομάζει ή τα χτυπάει τα γατάκια, μπροστά στα μάτια των πασίχαρων γονιών του που θεωρούν ότι το να βασανίζει το μούλικο τους ένα ζωάκι, είναι δείγμα καλής κοινωνικής αφομοίωσης από μεριάς του, έλα κανακάρη μου να σου πάρω και μπαλόνι τώρα που είσαι τόσο καλός και υγιής, δες τι ωραία που κλωτσάει ο γιόκας μας γυναίκα, ναι άντρα μου, πάλι καλά που τον πρόλαβα εκείνο τον τελευταίο πίδακα σπέρματος και αντί να τον πιω κάθισα πάνω του.
Sorry αλλά κάτι παθαίνω όταν βλέπω μικρά παιδάκια να βασανίζουν/χτυπάνε ζωάκια. Να τα πλακώσω δεν μπορώ. Αυτό είναι δουλειά των γονιών. Τι να κάνω; Να βρίσω τους γονείς; Γραφικός θα γίνω και άμα μου πούνε και καμιά μαλακία, θα με πάνε και μέσα. Τα ζώα. Ή μάλλον, οι άνθρωποι. Καλύτερη βρισιά, μερικές φορές.

Στον κήπο -που μοιάζει πολύ με πάρκο- έχει και εντομίδια. Όχι έντομα. Τα έντομα, τα ξεχωρίζεις. Αράχνες, σφήκες, κουνούπια, σκνίπες, κατσαρίδες, μύγες, ακρίδες, πασχαλίτσες, αλογάκια της Παναγίας. Τα εντομίδια είναι αυτά που μόλις τα βλέπεις λες: "Ρε μαλάκα, ΤΙ ΣΚΑΤΑ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟ;;;". Ε, εντομίδιο είναι.
Και μετά συνήθως τρέχεις. Εκτός και αν σου έχουν κάνει λοβοτομή.
Γιατί να σου πω κάτι ρε φίλε;
Δεν παίζει, γαμώτοκέρατομουγαμώ, να κάθεσαι ωραία και ήσυχα με το βιβλιαράκι σου, κάτω από ένα όμορφο δεντράκι, χωρίς να πειράζεις κανέναν, δεν παίζει εκεί που κάθεσαι και απολαμβάνεις το βιβλίο σου, ξαφνικά να στην πέφτει έναν αεροπλανειδές εντομίδιο με εννιά φτερά, τέσσερα κεφάλια, είκοσι πόδια, τρία κεντριά από τα οποία το ένα είναι και το καυλί του, να σου κάθεται πάνω στην ολόλευκη σελίδα του βιβλίου σου βγάζοντας έναν ήχο μεταξύ βόμβου και τσιρίγματος μωρού και εσύ απλά να το διώξεις με το χέρι σου σαν να μην τρέχει τίποτα. Ειδικά όταν έχει το ΙΔΙΟ μήκος με την παλάμη σου. Ε, όχι αλλά δεν παίζει. Είναι το ΚΑΚΟ. Είναι ο Σατανάς και ο Βελζεβούλ και ο Χίτλερ και ο Αζαθόθ. Είναι η μαύρη ψυχή του Σύμπαντος, προσωποποιημένη. Είναι η Ανίτα Πάνια μαλάκα μου. Όχι, όχι. ΑΠΛΑ θα τρέξεις. Αν είσαι λίγο πιο θαρραλέος, θα του λιώσεις τα μυαλά μέχρι να γίνουν μία ομοιόμορφη χρωματιστή κηλίδα με το σώμα του, να μη ξεχωρίζει ούτε πόδι, ούτε προβοσκίδα, ούτε τίποτα. Η λεγόμενη, φρενήρης εντομομανία. Αυτή που χάνεις τελείως τα λογικά σου και μπαίνει στη μέση η επιβίωση. Που ουρλιάζεις το όνομα του Odin και ορμάς στη μάχη.
Και δε πα να 'ναι και το τελευταίο γαμοέντομο του είδους του.
Όχι.
Ο Θεός δεν εποίησε τα πάντα εν σοφία. Κάποια τα έφτιαξε στην απόλυτη μαστούρα. Την τέταρτη μέρα, έστριψε ένα τεράστιο τρίφυλλο και αφού πήρε κάμποσες γερές τζούρες είπε:"Μαλάκα, θα φτιάξω ένα είδος εντόμων που θα είναι μαζί και θηλαστικό και ερπετό και λίγο από Alien με τη Σιγκούρνεϊ Γουίβερ, που θα πετάει και θα κολυμπάει και θα σέρνεται, που θα μπορεί να ζει χωρίς κεφάλι και πόδια, που θα το ακούς να έρχεται από ένα χιλιόμετρο μακριά και θα τρέφεται με αμνιακό υγρό και αίμα περιόδου και το βράδυ θα λάμπει και θα ζυγίζει 800 γραμμάρια στην ενήλικη του μορφή, θα βγαίνει από αβγό και θα αυτοαναπαράγεται, και το έντομο αυτό θα το ονομάσω..... Φλιαχρτιίδοζγγκκοοκολεόπτερανακόντελεφζζγγιρίδα".
Η γιαγιά μου μου έλεγε πάντα, ότι και το πιο μικρό πλασματάκι έχει ψυχή.
Ναι, μόνο που αυτό την ψυχή του τη ρουφάει από τα θύματα του με ένα κεντρί που στάζει δηλητήριο.
Αυτά τα πλάσματα ανήκουν στη μεγάλη οθόνη. Να τα βλέπεις και να τους δίνεις και όσκαρ για τα άρτια εφφέ. Όχι να κάθονται πάνω στο βιβλίο σου την ώρα που διαβάζεις.

Όπως καταλαβαίνεις, όλα αυτά τα λέω ορμώμενος από την τελευταία μου βόλτα στο μέρος αυτό. Λιακάδα, άνοιξη και τα λοιπά. Ψηφιακή στο χέρι σαν κωλοτουρίστας, μπας και βγάλω το επόμενο εξώφυλλο του National Geographic, ένα σάντουιτς μαζί και λίγο κρασάκι, ποιητικορομαντική διάθεση ρε παιδί μου, την είδα Βύρωνας, ξέρω γω; Υπάρχει ένα σιντριβανάκι σε κάποια μεριά, με ένα ωραίο αγαλματάκι μιας τύπισσας που κρατάει ένα πυθαράκι μικρό και γύρω γύρω και από πάνω έχει τριαντάφυλλα. Λιμνούλα στα πόδια του σιντριβανιού, στο χρώμα το πράσινο της λειχήνας και της παρακμής, αυτό που σου βγάζει κάτι γκόθικ ρε παιδί μου και πέτρα και απίστευτες φωτοσκιάσεις και γενικά, να το εξώφυλλο μου. Καμερίτσα ανά χείρας, οι απαραίτητες ρυθμίσεις και αρχίζεις να ψάχνεις την τέλεια γωνία. Μία προοπτική που θα δώσει, κάτι που λένε οι φωτογράφοι μεταξύ τους, το τέλειο "κλικ". Και την βρίσκεις τη γωνία. Είσαι στο σωστό μέρος την σωστή στιγμή, η διάθεση σου είναι αυτή ενός ζωγράφου που συλλαμβάνει το τέλειο θέμα, την τέλεια ιδέα, είσαι έτοιμος να βάλεις την τελευταία πινελιά, να πατήσεις το κουμπί και να αποθανατίσεις το τέλειο, απλά λίίίγο ζουμ άουτ θέλει για το τέλειο καρέ-
Με μεγάλα κόκκινα γράμματα από μαρκαδόρο: ΡΕΑ ΣΟΥ ΓΑΜΩ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΟΥΤΑΝΑ ΤΗ ΜΑΝΑ ΣΟΥ.
Πάει το εξώφυλλο.
Ελπίζω αυτό να ήταν ένα μέρος που συχνάζει η Ρέα μεγάλε, γιατί αλλιώς μου γάμησες την καλύτερη φωτογραφία μου χωρίς λόγο.

Πάντως εκτιμώ τους ανθρώπους που βρίσκουν το σθένος να βρίζουν κάποιον με την μορφή γραμμένου συνθήματος, ειδικά σε μέρη που ξέρουν ότι θα το δεις αυτό που έχουν γράψει. Εγώ είμαι δειλός σε αυτά τα πράγματα. Μία φορά είχα χαράξει σε ένα παγκάκι την λέξη πουτάνα, αλλά επειδή το ύψιλον ήταν δύσκολο, μου είχε βγει ποχτάνα και μετά με έπιασαν ενοχές και με μερικές γραμμές το άλλαξα σε ποχθονδ έτσι ώστε να μην βγάζει κανένα νόημα. Καμία σχέση με το σύνθημα που είχα δει πάνω σε μία αρχαία πέτρα στου Φιλοπάππου: "ΚΑΡΓΙΟΛΑ ΛΙΑ ΘΑ ΤΟ ΜΕΤΑΝΙΟΣΕΙΣ"
Έτσι μου ερχότανε να τραβήξω μία γραμμούλα κάτω από το όμικρον. Να περάσει το μήνυμα στη καριόλα τη Λία.

Αυτά με την βόλτα μου στον εθνικό κήπο. Το μόνο μέρος (απ' όσο γνωρίζω) που μπορείς να παίξεις το "Βρες τη καπότα"
Πώς παίζεται: Βγαίνεις από το μονοπάτι με τον φίλο σου και τρέχεις ανέμελα μέσα στα δασάκια και τα δέντρα και τους θάμνους. Μετά πας σε μια γωνιά και μετράς πόσες χρησιμοποιημένες καπότες έχουν κολλήσει στα παπούτσια σου.

Όποιος έχει τις περισσότερες καπότες, προφανώς κερδίζει.
Απλό.

Wednesday, April 22, 2009

Η κρίση, ο Μήτσος και τα πάντα.


Σε απασχολεί η κρίση ε; Άχου το μωρέ.
Τι κρίση; Να τα πάρουμε από την αρχή; Έτσι για χαβαλέ;

Πρωτόγονοι άνθρωποι. Είπαμε αρχή. Απλά, βασικά πράγματα.
Πρώτη εμφάνιση κοινωνικών ομάδων με κίνητρο το κυνήγι. Ανάπτυξη δεξιοτήτων προς βελτίωση της καθεαυτής διαδικασίας και όχι μόνο. Καλύτερα εργαλεία, καλύτερα όπλα, καλύτερο και περισσότερο κρέας. Ανακαλύπτονται οι λέξεις "εκπαίδευση"και "μαζί".
Για του λόγου το αληθές: Μαζί σκοτώσουμε μαμούθ πιο καλά. Μόνος μου, με γάμησε τις προάλλες.
Ανακάλυψη της λέξης "ομάδα".
Πρώτο κυνήγι ως ομάδα, ενθουσιασμός το βράδυ στη σπηλιά, γυναίκες αύριο θα κυνηγήσουμε σαν ομάδα, το 'χουμε το γαμομαμούθ και άλλα τέτοια. Πλήρης αποτυχία. Γιατί;
Γιατί σε ένα κρίσιμο σημείο της διαδικασίας (όλη η ομάδα ανεβασμένη σε ύψωμα, από κάτω το μαμούθ να περνάει, άρτια τοποθετημένος βράχος που περιμένει να σπρωχτεί πάνω στο κεφάλι του τριχωτού γίγαντα) ο Μήτσος είπε δυνατά "ΤΩΡΑ" και καπάκια ο Μπάμπης είπε "Όχι! Όχι, τώρα!" και όλοι σάστισαν και τους πήρε χαμπάρι το μαμούθ και πάτησε και δύο από αυτούς για τη πλάκα του. Πίσω στη σπηλιά με μούρες κατεβασμένες, ξενερωμένες οι θηλυκές με τα πεινασμένα μωρά στην αγκαλιά.
"Αυτό που λέω εγώ!" είπε ο Μήτσος.
"Μπα" είπε ο Μπάμπης.
Του άνοιξε το κεφάλι, κάπως άγαρμπα, ο Μήτσος και όλοι το βουλώσανε. Γιατί;
Γιατί κατάλαβαν ότι η λέξη "ομάδα" πάει μαζί με την λέξη "αρχηγός". Και αρχηγός είναι
α) ο πιο ικανός
β) ο πιο ικανός και δυνατός μαζί
Τελεία.
Σημείωση ότι μέχρι τότε, δεν υπήρχε οικογένεια. Δεν υπήρχε ζευγάρι ή αντρόγυνο. Τα μικρά τα μεγάλωναν όλοι μαζί, τα θήλαζαν όλες μαζί, τα τάιζαν όλοι μαζί. Οι άντρες τεκνοποιούσαν και κυνηγούσαν. Οι γυναίκες μάζευαν καρπούς και μεγάλωναν τα μικρά. Και ράβαν και καμιά κάλτσα.
ΞΑΦΝΙΚΑ λοιπόν, η ομάδα έχει αρχηγό. Καλή φάση, τον έχουμε ανάγκη τον αρχηγό, θα μας φέρει κρέας και δέρματα γιατί το έχει μελετήσει το θέμα ρε παιδί μου, είναι και δυνατός. Θα ακούμε τον Μήτσο σε ό,τι λέει. Εμείς τι έχουμε;
Εγώ είμαι καλός στο να ράβω παπούτσια μάγκες, να μην μας τρυπάνε τα αγκάθια και ουρλιάζουμε στη μέση του πουθενά εκεί που κυνηγάμε το μαμούθ και μας παίρνει χαμπάρι το μαμούθ και μας κάνει σπλατ σπλατ.
Εγώ είμαι καλός στο να ζωγραφίζω τα τοιχώματα της σπηλιάς μας, να γυρνάμε ρε παιδί μου το βράδυ και να χαλαρώνει ο νους μας.
Εγώ είμαι καλός στο άναμμα της φωτιάς.
Εγώ είμαι καλός...αλλά και η Σούλα είναι καλή στο να μαγειρεύει. Να βάζουμε αυτή να φτιάχνει τις ομελέτες και την Ευανθία να την αφήσουμε να μας πλέκει τα δέρματα, που το γουστάρει κιόλας και άμα τραγουδάει ενώ πλέκει, είναι και χαρά Θεού και ξεκινάει κι αλλιώς η μέρα.
Ομάδα.
Το βράδυ που πέσανε για ύπνο, συρθήκανε στο πλευρό του Μήτσου τρεις θηλυκές. Μία όμως, πήγε και διπλάρωσε τον Σώτο, τον ζωγράφο και κούρνιασε στο πλάι του. Μία άλλη πήγε στον Λευτέρη τον παπουτσά και μία άλλη, πλάγιασε πάνω στο στέρνο του Μανώλη του τοξοκατασκευαστή.
Ανακάλυψη της λέξης "γούστο" και παραπλεύρων εννοιών όπως "αισθητική", "προτίμηση" και "κλικ". Το πήρε χαμπάρι αυτό ο Μήτσος ο αρχηγός και κατάλαβε. Και είπε στην ομάδα την άλλη μέρα:"Από δω και στο εξής κάθε άντρας μία γυναίκα, τα παιδιά τους ευθύνη τους, όλοι οι υπόλοιποι βοηθάμε. Δεν είμαστε ομάδα πια, είμαστε η πιο γαμάτη συμμορία στο λεκανοπέδιο και το όνομα μας θα είναι......κοινωνία!"
"Μαλακία όνομα"είπε κάποιος στο βάθος αλλά δεν τον άκουσε ο Μήτσος.

Και περάσανε μερικά εκατομμύρια χρονάκια. Αλλάξανε ΚΑΠΟΙΑ βασικά πράγματα όπως οι αναπτήρες και τα σακουλάκια που βάζεις μέσα τρόφιμα και τα windows 7. Άλλαξε και κάτι άλλο πιο σημαντικό. Η αξιολόγηση του αρχηγού. Μετά αμφισβητήθηκε η ανάγκη ύπαρξης του. Κάποιοι που πιστεύουν ότι μπορούμε να ζούμε σαν σφήκες είπαν μέσα στο πέρασμα της ιστορίας ότι δεν χρειάζεται αρχηγός. Ότι μπορούμε όλοι να λειτουργούμε συλλογικά, με μία συνείδηση, με έναν στόχο, με μία λογική. Δεν βρέθηκε κάποιος να εξηγήσει σε αυτούς, ότι τα έντομα και τα θηλαστικά ανήκουν σε διαφορετική σελίδα του wikipedia.
Ότι δεν πρέπει να αμφισβητούμε την ανάγκη ύπαρξης ενός ηγέτη αλλά τον τρόπο ανάδειξης του. Την ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ του.
Και έτσι ανέβηκαν πάνω σε θρόνους "αρχηγοί" που δεν ήταν ούτε ικανοί, ούτε δυνατοί. Αλλά τι περίεργο, πάντοτε είχαν δύναμη. Δύναμη που -τι παράξενο- τους την έδιναν πάντα οι άλλοι. Και είπανε αυτοί οι αρχηγοί:"Ομάδα; Α, όχι, όχι. Μικρές υποομάδες, εύκολα διοικήσιμες, άνετες στην αντιμετώπιση τους και ξεχωριστές. Υποτακτικοί!"
"Ναι αρχηγέ;"
"Φτιάξτε πολλές υποομάδες."
"Ναι αρχηγέ"

Σε ποια ανήκεις εσύ; Για να σε προλάβω, αν πιστεύεις ότι δεν ανήκεις σε καμία, ότι δεν φέρεις ταμπέλα, είσαι ήδη στην ομάδα "Δεν ανήκω πουθενά". Αρκετά φιλελεύθερη ταμπέλα, πιο χωνεύσιμη από την "Αυτό που πιστεύω εγώ γιατί αλλιώς σου γάμησα". Σε δύσκολους καιρούς (σου θυμίζει τίποτα;), οι διάφορες/άπειρες υποομάδες, ενώνονται σε μία που ονομάζεται "Δεν αντέχω άλλο". Στην Γαλλία, πέσανε κεφάλια όταν έγινε αυτό. Αίμα. Ένστικτο.
Δυστυχώς, όταν είσαι με το δρεπάνι στο χέρι και κόβεις κεφάλια, με το τούβλο στο χέρι και σπας βιτρίνες, με το πουλί στο χέρι και κατουράς άλλες ταμπέλες, δεν βλέπεις καθαρά. Δεν αναγνωρίζεις τους ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΕΣ.
Είναι αυτοί που περιμένουν να κοπάσει η ομάδα "Δεν αντέχω άλλο" για να συρθούν στον θρόνο. Γιατί θρόνος κολλητέ, θα υπάρχει. Forever. Αλλά εσύ δεν τους βλέπεις. Φωνάζεις "κάτω ο θρόνος", "κάτω ο Μήτσος ο μαλάκας". Και έρχεται ο Περιμένων και σου λέει ότι θα ανέβει στον θρόνο για να μην υπάρχει ο θρόνος, έλα μωρέ σε καταλαβαίνω, μήπως αν τον πούμε "έδρα"νιώσεις καλύτερα, εγώ μαζί σου είμαι.
Και χαλαρώνεις. Κάποια στιγμή.
Ξαναγυρνάς στην υποομάδα σου. Στην ταμπέλα σου.
Κοινώς στην ταυτότητα που ξέρεις και γνωρίζεις, στην ασφάλεια σου.

Και σε απασχολεί η κρίση. Φταίει το σύστημα, η κοινωνία, το όζον και οι πολικές αρκούδες, φταίει το κατεστημένο και η άρχουσα τάξη, φταίνε οι μπάτσοι και οι αναρχικοί και οι αριστεροί και οι δεξιοί και οι emo και η γαμημένη Βάνα Μπάρμπα, φταίει το aids και τα μεταλλαγμένα, φταίει ο Μπους και ο Χίτλερ και να τι είμαστε, σκατοφάρα είμαστε όλοι, ο άνθρωπος ποτέ δεν θα ξεμπλέξει, φταίει ο Λιακόπουλος και οι τράπεζες.

Και δεν κάθεσαι μία
ΜΙΑ
γαμημένη στιγμή να σκεφτείς ότι
το να πιστεύεις ΠΑΝΤΑ ότι φταίει κάτι ΕΞΩ από εσένα
-κάτι ανυπολόγιστο ή συγκεκριμένο, δεν έχει σημασία-
σε φέρνει ΠΑΝΤΑ στην ίδια θέση ανά τους αιώνες.
Δεν μπορώ να κάνω τίποτα. Είμαι ανήμπορος.
ΚΑΙ ΑΥΤΟ ΚΑΠΟΙΟΝ ΣΥΜΦΕΡΕΙ
Δεν ξέρω να σου πω ποιον ρε κολλητέ. Αλλά ξέρεις τι; Δεν έχει και σημασία. Μπορεί να είναι ο Μπους και οι Ιλλουμινάτοι, οι μασώνοι ή οι εξωγήινοι. Δεν έχει σημασία.
Δεν είσαι τα πράγματα σου και δεν είσαι τα χρώματα που φοράς. Δεν είσαι καν οι φίλοι σου, γιατί και αυτούς τους διάλεξες για άλλους λόγους που δεν σου είναι και μάλλον δεν θα σου γίνουν ποτέ, ξεκάθαροι. Δεν είσαι το σεξ που κάνεις, ούτε η μυρωδιά του χνώτου σου. Δεν είσαι η φορολογική σου δήλωση, η γειτονιά που μένεις και το αμάξι που οδηγείς. Δεν είσαι η ταμπέλα που σου φόρεσες.

Μανάρι μου, την ταμπελίτσα την φόρεσες για να κάνεις το πιο φυσιολογικό πράγμα στην γη. Να ανήκεις σε μία ομάδα. Μόνο που η ομάδα που ανήκεις, είναι φτιαγμένη για άλλα πράγματα. Δεν είναι του Μήτσου η ομάδα. Δεν είναι η ομάδα "μαζί". Είναι η ομάδα "μόνος". Έτσι λέγεται η συμμορία σου. Και δε πα να 'χεις όλα τα δίκια του κόσμου. Και η μητέρα Τερέζα, σε ομάδα ήτανε. Η δικιά της συμμορία λεγότανε "Σώζω γιατί αγαπώ".
Κανείς δεν εξετάζει ότι δεν πρέπει να υπάρχει ΕΞ ΑΡΧΗΣ λόγος για σωτηρία από ΚΑΤΙ. Εμείς σώζουμε, εσείς τι κάνετε; Εμείς είμαστε γιατροί χωρίς σύνορα. Εμείς είμαστε greenpeace και εμείς βουδιστές και χορτοφάγοι.

Μην νιώθεις ενοχές για την ταμπέλα σου. Απλά να ξέρεις γιατί την φοράς.
Για αρχή.
Γιατί μετά έρχονται τα δύσκολα. Μετά, πρέπει να ξεβολευτείς και να την αλλάξεις. Να σταματήσεις να κατηγορείς.
Να συγχωρέσεις μάνα και πατέρα που στην φόρεσαν. Αν είσαι ορφανό, τον εαυτό σου που την δανείστηκε.

Δεν είμαι καν οι σκέψεις μου, να λες στον εαυτό σου το βράδυ. Ακούς;
Είμαι κάτι άλλο, κάτι που δεν έχω καν μυριστεί, ούτε στο νυχάκι του. Κάτι που είναι τόσο τέλειο και απλό που μου τη σπάει αλλά που και που, το μυρίζομαι. Να γίνεις καλύτερος. Τι είσαι ρε; Σκουπιδιάρης; Λογιστής; Ηθοποιός; Ζωγράφος; Να γίνεις ο καλύτερος. Για σένα πρώτα.
Χαμογέλα με γαλήνη το πρωί ρε. Θα το πιάσουν και οι γύρω και τσουπ! έχεις μία καινούργια συμμορία, αμέσως αμέσως.
Φτιάξε ρε τη δική σου συμμορία στη δουλειά σου.
Θα φτιάξω και γω τη δική μου.
Και ο ξάδερφος μου τη δικιά του.
Και η κοπέλα μου το ίδιο.

Ε, κάποια στιγμή που θα πάει. Θα συναντηθούν σε κάποια πεδιάδα όλες οι συμμορίες μαζί. Και θα 'χουν όλες το ίδιο όνομα.
Αγάπη είσαι ρε.
Πάρτο χαμπάρι.

Και έχει να γίνει τότε μια γιορτή.
Ρώτα τον Μήτσο τον Νεάτερνταλ, να σου πει.

Τα 'χει ζήσει.

Thursday, April 16, 2009

ΟΝΕΙΡΟ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΟΝΕΙΡΟ


Αυτά είναι τα λίγα που θυμάμαι.

Δοκίμασα να χορέψω σε ξένες φωτιές δίπλα. Πετάχτηκαν καρβουνάκια μικρά μικρά και χώθηκαν στα παπούτσια μου και 'κει που χόρευα, με τσουρούφλισαν τα άτιμα. Κάθισα κάτω να βγάλω τα φθαρμένα απ' τον χορό παπούτσια και οι γύρω άρχισαν να γελάνε. Ω, μα πόσο πληγώθηκε η υπερηφάνεια μου τότε. Τι γελάτε βρε κακόμοιροι; Τσαντίστηκα και γω και την έκανα. Τους άφησα εκεί, γύρω απ' την ζεστή φωτιά, τα γέλια τους στα αυτιά μου μέχρι που ήρθε το ξημέρωμα και η φωτιά δεν φαινόταν ούτε στον ορίζοντα.
Τι περίεργο συναίσθημα.
Να μην σε έχει ακολουθήσει κανείς.
Ακόμα και αυτοί που χορεύανε μαζί σου. Μαζί μου.
Δε γαμιέται.
Στο πλάι μου ήταν συνέχεια και ας μην ήρθαν.

Έφτασα σε ένα τιτάνιο χάσμα, μεγάλο άνοιγμα στη γη σαν χαμόγελο θεού θαμμένου. Το φως του ήλιου δεν έφτανε στον πάτο του γκρεμού και γω στο χείλος του, να ατενίζω την απέναντι μεριά. Που να πάω τώρα; Πίσω; Τζάμπα δρόμος. Μπροστά; Θα σκοτωθώ το δίχως άλλο. Ας φτιάξω μια φωλιά εδώ, σαν αετός, σαν ερημίτης, να κράζω τα όρνια που αράζουν τριγύρω και τους σκορπιούς που θέλουνε να μασουλήσουν τα ρούχα μου. Μάζεψα κλαράκια και θάμνους και κοτρόνια και έφτιαξα ένα ψεύτικο καταφύγιο, σαν ερημίτης απ' την Βίβλο. Έμεινα εκεί μέσα και τα γένια μου μακρύναν, τα μαλλιά μου κρύψανε το πρόσωπο μου. Ένα βράδυ με πανσέληνο, είδα στην απέναντι μεριά μία φωτιά να ανάβει. Τριγύρω κόσμος και τραγούδια, χορός. Βρε, πώς μ' αρέσει ο χορός. Με το που έκανα να βγω από το χαμοσπιτάκι μου, να σταθώ όρθιος να δω πιο καλά τι γίνεται, πέφτει αυτό κάτω, διαλύθηκε το μπάσταρδο σαν πύργος από τραπουλόχαρτα. Τι να κάνω; Να το ξαναχτίσω; Τζάμπα κόπος. Απέναντι περνάνε καλά και ακούγεται. Βλέπω μορφές να κουνιόνται γύρω από τις ζεστές φλόγες. Μπροστά και ό,τι γίνει.
Έπεσα μέσα στο μαύρο.
Σαν κάτι να με πήγε απέναντι, θαρρώ πως δύο τεράστιες φτερούγες φύτρωσαν για λίγο στη πλάτη μου και έφτασα στον προορισμό μου. Δεν είμαι σίγουρος, μπορεί και να ήταν τα μανιτάρια που έτρωγα τόσο καιρό στην έρημο.
Μπορεί και να μην υπήρχε χάσμα, ξέρω γω;

Πλησίασα το ξέφρενο πανηγύρι.
Κάποιοι με όργανα τραγούδαγαν τραγούδια.
Κάποιοι πηδούσαν πάνω από τις φλόγες και άλλοι χορεύανε τριγύρω, σηκώνοντας σκόνη. Άλλοι έκαναν έρωτα μες τις σκιές. Μία κοπελιά με μακριά κόκκινα μαλλιά με πλησίασε, φορούσε ένα αραχνοΰφαντο φόρεμα, στα πόδια της δερμάτινα πέδιλα. Με πήρε από το χέρι και με πήγε στις σκιές. Με χτένισε, ξύρισε την μπλεγμένη γενειάδα μου και έπλυνε το πρόσωπο μου με κρυστάλλινο νερό. Ανέβηκε πάνω μου και μου είπε το όνομα της. Μου είπε ότι είναι δική μου. Κάναμε έρωτα πάνω στο χώμα. Κοιμήθηκα πάνω σε στέρνο μυρωδάτο, απαλό, το ένα της βυζί στη παλάμη μου, να μου θυμίζει ότι ονειρεύομαι.
Το πρωί ξύπνησα από τον καυτό ήλιο και βρήκα μόνο τις στάχτες της βραδινής φωτιάς.
Κανένας τριγύρω.
Αυτή τη φορά είχαν φύγει όλοι οι άλλοι. Εγώ είχα μείνει σταθερός, τα πάντα γύρω μου κινήθηκαν.
Και με αφήσανε
όχι πίσω
αλλά εκεί. Και αυτό είναι κάτι.

Μετά από καιρό, έφτασα σε μία λίμνη, στην όχθη κόσμος μαζεμένος σε κύκλο. Πλησίασα και τους είδα να στέκονται πάνω από μία τρύπα στη γη. Μέσα, ένα εφτάχρονο αγοράκι γυμνό να κλαίει. Ένας παπάς διάβαζε κάτι ακατάληπτα, δίπλα του ένα νέο αγόρι κρατούσε ένα λάβαρο με έναν σταυρό απάνω. Νομίζω πως ήταν σταυρός. Ένας γέρος έσκυψε και μου ψιθύρισε στ' αυτί: "Μπες μέσα και κάνε το να σκάσει, άντε παλικάρι μου και θα μείνουμε εδώ όλη μέρα όπως πάει." Τώρα με κοιτάζανε όλοι. Γέροι και γριές, κοπέλες και αγόρια με σπυριά, όλοι ντυμένοι στα μαύρα, όλοι περιμένανε κάτι από εμένα. Να μπω στην τρύπα.
Και μπήκα.
Με μιας το ξανθομάλλικο αγοράκι πιάστηκε απ' τα πόδια μου και άρχισε να ουρλιάζει, όλοι κάλυψαν τα αυτιά τους. Δεν έπαιρνε από λόγια. Το χάιδεψα, το φίλησα, πήγα να ξεκινήσω να του λέω ένα παραμύθι, μου πέταγε πέτρες, με κάρφωνε με τα πρησμένα του ματάκια, το λαρύγγι του πληγωμένο από τα ουρλιαχτά.
Το έπνιξα με τα χέρια μου.
Τα τύλιξα στο λαιμουδάκι του και έσφιξα μέχρι που έπεσε ησυχία. Αμέσως, το πλήθος σκόρπισε.
Που πάτε όλοι; Δεν θα σκεπάσει κανείς την τρύπα τουλάχιστον; Την σκέπασα εγώ, με τα χέρια μου, έπεσε σκοτάδι όταν είχα τελειώσει. Μπήκα στη λίμνη να πλυθώ μα από την κούραση, κοιμήθηκα, βυθίστηκα σε μαυροβελούδινα νερά.

Ξύπνησα δίπλα σου.
Ακόμα ακίνητος έχω κάτσει ο βλάκας και κατουριέμαι κιόλας.
Είναι που έχεις το γόνατο σου στα σκέλια μου και τα δάχτυλα σου στα μαλλιά μου. Η ανάσα σου, μου ζεσταίνει τον λαιμό, αργή, κοιμισμένη ανάσα.
Ξημερώνει.
Τι νύχτα!

Και όσο υπέροχα ηδονικό και αν φαντάζει όλο αυτό το ψηφιδωτό μέσα στο κεφάλι μου,
δεν θα 'θελα να το ξαναζήσω.
Ξημερώνει.
Και αυτό είναι κάτι.