Sunday, March 29, 2009

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΜΟΥ


Η παρακμή.
Μία όμορφη λέξη. Τι γευστικός τρόπος να περιγράφεις κάτι.
Σαν
ενδοβολή
ή
εξωυποκειμενικότητα
ή
μετείκασμα.
Σαν τις λέξεις που λέμε και γεμίζει το στόμα μας και μας αρέσει να τις λέμε αυτές τις λέξεις γιατί ποιος δεν θέλει να έχει γεμάτο στόμα γενικά;
Σαν να λες "Σε γράφω στο πέος μου ρε!"
Δε μετράει. Κάτι θέλει, κάτι λείπει, λείπει το κλείσιμο των χειλιών γύρω από το 'π', ναι, σίγουρα- αλλά μετά θέλει ένα 'ου' να φύγει ο περισσότερος αέρας, στο 'τσ' να τελειώσει και το εκπνοϊκό απόθεμα και στο 'α' πλέον, να φύγει και η ψυχή, να έχεις πει αυτό που θες χωρίς περιτροπές και ανασχηματισμούς και μπλαμπλαμπλα.
ΠΟΥΤΣΑ
Γιατί εκεί σε γράφω μεγάλε, όχι σε έναν ανατομικό όρο που θα δεις αναρτημένο σε κάποιον πίνακα κάποιας ιατρικής σχολής. Όχι. Δεν σε γράφω εκεί.
Στην καραπουτσακλάρα μου σε γράφω.
Βλέπεις, τις μικρές αλλά σημαντικές διαφορές;
Και κάθεσαι και μου αναλύεις πώς αυτό έλεγες αλλά άλλο εννοούσες.
Πότε θα δώσεις την πρέπουσα σημασία στον λόγο και στις λέξεις; Όχι, όχι μην με μπλέκεις, άλλο λέω, δεν το πάω φιλολογικά ή γραμματικά ή συντακτικά ή δεν ξέρω γω τι σκατά, και ποιός είμαι αυτός που θα μιλήσει και 'γω άσχετος είμαι.
Μιλάω για τις λέξεις, έστω και αν πραγματολογικά αυτή τη στιγμή, γράφω για τις λέξεις.
Πες διέγερση.
Όχι σοβαρά.
Πες
διέγερση.
Οκ;

Και τώρα πες κάβλα. Βάλε και 'γ'. Γκάβλα. Βάλε και παρήχηση. (ν-άηχο)Γκάβλα. Πες γκάβλα ρε μαλάκα μου. Και μη ντρέπεσαι.
Γιατί κάποιες λέξεις δεν είναι λέξεις μόνο. Γιατί και γω γουστάρω να σε καταλαβαίνω, όχι να σε μαντεύω. Δεν γουστάρω να σε μαντεύω, θέλω να σε μαθαίνω. Θέλω να μου καταθέτεις, όχι να μου κρύβεις. Και θέλω και συ να θέλεις. Δώσε βάση στο τι λες.
Να λες 'και' αντί για 'αλλά'.
Να λες 'εγώ' και να μην εννοείς 'εμείς'.
Να λες 'αρχίδια' και να εννοείς 'ξεγνοιασιά'.

Το 'χεις μέχρι εδώ;
Τέλεια.
Πάμε στο επόμενο επίπεδο. Σκέψου πως οι λέξεις μπαίνουνε σε σειρά και ανάμεσα τους παίζουν ανάσες και ανάμματα τσιγάρων και άσχετα κινητά που χτυπάνε, εσύ είσαι ο μαέστρος, πρέπει να διευθύνεις αυτό το θείο πράγμα που λέγετε λόγος, δημιουργείς αγορίνα μου, ΕΠΙκοινωνείς και αναλύεσαι, παραθέτεις και αυτοεπιβεβαιώνεσαι, μιλάς και ο άλλος νιώθει, ο λόγος σου είναι το πώς θα σε εκλάβω εγώ.
Κοινώς το τι λες, είναι η ταυτότητα σου.
Κοινώς

ΔΙΑΛΕΞΕ ΤΙΣ ΓΑΜΗΜΕΝΕΣ ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ ΣΟΥ ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΓΙΑΤΙ ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΚΟΒΟΥΝ
Δεν πρέπει πριν από όλη αυτή την υπέροχη συμφωνία, ο μαέστρος να μελετήσει και λίγο; Κάθε κονσέρτο δεν θέλει και κάποιον συντονισμό;
Να μη λες 'κοίτα τι έκανες'. Να λες 'που είναι η σκούπα ρε να σε βοηθήσω να τα μαζέψεις, μαλάκα μαντάρα τα κανες'.
Να μη λες 'ξέρω τι σου λέω' αλλά να λες 'εσύ τι νομίζεις ρε'.
Να λες 'παραδίνομαι'αντί για 'παραδώσου'.
Να μη λες 'παρτο πίσω αυτό που είπες'. Να λες 'μίλα μου ρε, μίλα μου'.

Βλέπεις;
Σαν ζωγραφική. Σαν τέχνη. Σαν αχνιστός κύκλος πάνω στο τραπεζάκι που έχει γίνει από ζεστό ποτήρι με καφέ. Αντανακλάει πάνω του τη μέρα και είναι σαν δαχτυλιδάκι από μαγική φωτιά, ένας μικρός κύκλος που αχνίζει πάνω στο τραπέζι και συ είσαι εκεί και τον χαζεύεις και σκέφτεσαι να μην ανοίξεις τηλεόραση γιατί οι τηλεοράσεις αντηχούν στοιχειωμένα στα άδεια σπίτια και μετά θυμάσαι ότι ωχ, δεν είναι άδειο το σπίτι γιατί είμαι εγώ μέσα χα, χα μήπως δεν υπάρχω, χασμουρητό, καλημέρα.
Βλέπεις;
Όλο αυτό θα μπορούσα απλά να στο είχα πει με τρεις λέξεις.
Στάμπα από καφέ.
Μία γαμημένη στάμπα από καφέ δεν μπορείς καν να περιγράψεις.
Πώς μιλάς τόσο απλά για αυτά που νιώθεις;
Τόσο αβίαστα;

Να λες 'δεν έχω την ίδια άποψη' αντί για 'δεν καταλαβαίνεις αυτό που λέω'. Γιατί αν ο άλλος δεν καταλαβαίνει, μάλλον εσύ δεν εξήγησες καλά.
Ρε μ' ακούς;

ΦΦΦφ.

Να βάζεις μέσα στη μαγιά και άλλες λέξεις, καινούργιες.
Φροντίδα.
Συναίσθηση.
Και άμα θες να λες 'μαλάκα' να μη λες 'κολλητέ'.
Ξέρεις τι εννοώ
έλα εκείνο με το...έλα μωρέ πες το...

την παράνοια του ουρανού

α, μπράβο αυτό. Περιέγραψε το ρε. Με λέξεις, απλές, όπως τις νιώθεις.

παράτα με

έλα ξεκόλλα

ΦΦφφφφ

Η παράνοια του ουρανού

Βρεγμένος λόφος στο κέντρο της Αθήνας, μυρίζει χώμα και πέτρες και χορτάρι, η πόλη πιάτο, μόλις έχει ξεκινήσει να ανάβει τα φωτάκια της σαν καραβάκι χριστουγεννιάτικο, από τη μία μεριά, από τον Πειραιά, έρχεται χρυσαφί χρώμα και κόκκινο και μαύρο και νύχτα. Χύνεται όλη αυτή η παλέτα μέσα σε ένα γκρίζο μπλε κάπου πάνω από την Ακρόπολη και πέρα μακριά, προς τα βόρεια, γαλάζιο. Από τη μία μεριά νυχτώνει και από την άλλη υπάρχει ακόμα φως. Επειδή έχει βρέξει, βάλε σε όλο αυτό, ακριβώς στο κέντρο ένα ουράνιο τόξο. Πάνω ψηλά, ΣΤΟ ΙΔΙΟ ΠΛΑΝΟ, το φεγγάρι που ξεπροβάλλει μέσα από σύννεφα, αχνό, απογευματινό, όχι πολύ καθαρό. Και όλο αυτό να κινείται. Ανάβεις τσιγάρο και το κοιτάς να αλλάζει, να γεννάει και να σκοτώνει και σιγά σιγά να σβήνει. Και μετά τη θέση του, όλου αυτού του πίνακα, να τη παίρνει ένας νυχτοφωτισμένος, αστροσπαρμένος καμβάς.
Παρανοείς.
Εξ ου και η παράνοια του ουρανού.

Οκ;

Είδες ρε; Κάπως έτσι και με τα υπόλοιπα.

Δε με χέζεις;

Γιατί ρε άδικο έχω;

Με

ποιόν

σκατά

μιλάω

τόση ώρα

έλεος.

Το κόβω.