Sunday, February 22, 2009

ΜΗΝΥΜΑ ΣΕ ΜΠΟΥΚΑΛΙ


Αγαπητέ/ ή

είμαι καλά.

Στην περίπτωση που έχεις βρει αυτό το μπουκάλι αιώνες μετά, σε μία παγωμένη γη με εξαφανισμένο το ανθρώπινο είδος και εσύ είσαι ο τελευταίος άνθρωπος, μαλακία. Μακάρι να είχες βρει κάτι καλύτερο να διαβάσεις. Sorry.
Στην περίπτωση που απλά είσαι σε κάποια παραλία και το βρήκες να επιπλέει ανάμεσα σε φύκια και πλαστικά κουτάκια, καλή φάση. Μάζεψε το και πέτα το.

Είναι μαλακία να ρίχνει ο κόσμος μπουκάλια στη θάλασσα.

Όπα
Όπα

περίμενε.

Άκου εδώ πρώτα.

Τρία νέα που θα σου αλλάξουν τη ζωή.

- Έμαθα ότι οι γάτες ΜΠΟΡΟΥΝ να αντέξουν σε συνθήκες υψηλής πίεσης. Όντως τα κόκαλα τους είναι απόλυτα ελαστικά. Αυτό δεν σημαίνει ότι τους αρέσουν οι συνθήκες υψηλής πίεσης. Ειδικά όταν κοιμούνται σε μέρη που δεν πρέπει (όπως μέσα σε μια πατσαβουριασμένη κουβέρτα) και οι συνθήκες υψηλής πίεσης είναι ο κώλος μου που κάθεται απάνω στα κοιμισμένα κεφαλάκια τους.
Επίσης
έμαθα ότι τα νύχια της γάτας περνάνε μέσα από οποιοδήποτε ύφασμα. ΟΠΟΙΟΔΗΠΟΤΕ.
Έχω πειραματιστεί με τζην, δέρμα, βαμβακερό απλό, βαμβακερό με φόδρα, βαμβακερό κάτω από τζην, λινό, σιδερένια πανοπλία του 1123, το δέρμα του Χουλκ, την στολή του Iron Man και τον παρθενικό υμένα της Χιονάτης.
Όταν κάθεσαι πάνω στο κεφάλι μιας κομισμένης γάτας, μία πατσαβουριασμένη κουβέρτα είναι ριζόχαρτο για τα νύχια της.

-Επιτέλους
ο ανθρώπινος οργασμός είναι υπερεκτιμημένος. Υπάρχει ένα είδος πιθήκου στη νότια Αμερική που ο οργασμός του -σε αρσενικά και θηλυκά ανεξαιρέτως- κρατάει δύο μέρες.




Δύο μέρες.





Ότι τι;


Φαντάσου να γυρνάς ντοκιμαντέρ και να βρεις επιτέλους μέσα στη ζούγκλα ένα ζευγάρι και εκεί που πατάς το rec ο αρσενικός ξεκινάει να χύνει.
Και περιμένεις.
Και κάποια στιγμή σου τελειώνει η κασέτα.
Και μετά βραδιάζει.
Και σε τρώνε τα πανθήρια.
Και δεν γυρίζεται ποτέ το ντοκιμαντέρ.
Γι' αυτό δεν έχει βγει ντοκιμαντέρ για αυτό το είδος.


-Με λίγο υπομονή
με λίγο κατανόηση
μπορείς που και που
με λίγο ζεν μπαρούφες
και με λίγο αυτοπαπαρίαση
να πείσεις τον εαυτό σου
να γράφεις τελείως στα αρχίδια σου τη λογική
και να αφήνεις το κόκκινο δαιμονάκι να τα γαμάει όλα
που και που
λέμε τώρα.
Αλλά έλα που ο ύπνος της λογικής κάτι γεννάει.

Έλα ρε.

Πωω κόλλησα.

Ο Γκόγια νομίζω το 'χε πει.

"Ὁ ύπνος της λογικής γεννάει...."

Κόλλησα.
Α, ναι.
Τέρατα.

Ο ύπνος της λογικής γεννάει τέρατα.


Αυτά ξένε.
Αθήνα 2009 κ.τ.λ.κ.τ.λ.

Τώρα πέτα το μπουκάλι και άι γαμήσου.

Tuesday, February 10, 2009

Αποτυπώματα


Περπάτησα λίγο μέχρι την άκρη της αμμουδιάς.
Οι άλλοι είχανε φύγει μπροστά οι μαλάκες, βιαζόντουσαν να πάνε στο χωριό να πάρουνε τσιγάρα, να γυρίσουμε να βάλουμε τα μακαρόνια στο κατσαρολάκι, οι γκόμενες περιμένανε να τους πάμε τα υλικά, ελεύθερο κάμπινγκ.
Σε ένα νησάκι έξω απ' την Κέρκυρα, δύο χιλιόμετρα από το χωριό, με το ένα του ψιλικατζίδικομανάβικο και τη μία του ταβέρνα. Πλενόμασταν όλοι μαζί με μία μάνικα που είχαμε βρει σε ένα χωράφι, με κάνουλα και απ' όλα, κρατάγαμε ο ένας την μάνικα στον άλλον. Τα βράδια ανάβαμε φωτιά και παίζαμε κιθάρα και παίζαμε μαλακίες κάτω απ' τα αστέρια και κοιμόμαστε μέσα σε βρώμικα σλίπιν μπαγκς, το πρωί μας ξυπνάγανε οι σκίουροι στις σακούλες, επισκέπτες από το κοντινό δασάκι.
Στο οποίο χέζαμε κιόλας.
Τον Α. τον τσίμπησε τσούχτρα την πρώτη μέρα. Γέλαγα σαν χαζός κανά μισάωρο. Τον τσίμπησε σε δέκα πόντους νερό.
Φτιάχναμε καστράκια για τον Σ. , ο οποίος έπαιρνε φόρα και τα διέλυε με το κεφάλι του, έκανε κανονική βουτιά στην άμμο σου λέω ο τύπος, σαν δούρειος ίππος από διήγημα του Πρέσφιλντ. "Νταντάχ" τις λέγαμε εκείνες τις επιδρομές στα ανυπεράσπιστα αμμοκαστράκια μας.
"Μαλάκες, ο Σ. ετοιμάζεται για Νταντάχ"
Και μας φαινόταν τόσο αστείο, γέμιζε η άμμος από τα γέλια μας.
Γυμνοί το περισσότερο της μέρας.

Περπάτησα λίγο μέχρι την άκρη της αμμουδιάς, εκεί που ξεκινούσε το νερό, ο ήλιος έσβηνε σε μολυβένια σεντόνια πέρα στον ορίζοντα, είχαμε πάει για προμήθειες, ιερή αποστολή και εμείς οι άντρες οι σταυροφόροι.
"Άμα ξεχάσουμε τίποτα μας γάμησε η Κ."
Και δώστου γέλια. Προχωρήσανε μπροστά και κοντοστάθηκα λίγο στην άκρη του νερού, στην άκρη της γης, στάθηκα τελοσπάντων ανάμεσα σε δύο άκρες και χάζεψα. Πέρα. Μακριά.

Σαν να με χάϊδεψε ο άνεμος στο σβέρκο, σαν να ανασάλεψε η άμμος κάτω από το βάρος μου, σαν να με γλύκανε το κύμα. Ήρθαν τα χρώματα και φτιάξανε στο μυαλό μου μία κουβέρτα, κολλήσανε απάνω της τα γέλια των φίλων από το βάθος, γέμισε το στήθος μου από

........

και είπα μεμιάς

"Ουφ"

"Άντε ρε" φωνάζουν οι κάφροι από μακριά.
Πάω να τους βρω.

Τα πόδια μου θα μείνουν για λίγο αποτυπωμένα.
Μέχρι αύριο θα έχουν χαθεί σίγουρα.
Γιατί είπα τώρα για τα πόδια μου;

Κάτι για το βλέμμα μου ήθελα να πω.

Α, ναι.

Το ξέχασα κάπου εκεί.

Να σεργιανάει.

Tuesday, February 03, 2009

A+N+G+E+R


Σε ένα ξερό χωράφι, ήλιος να καίει το χώμα, να χορεύουν οι αναθυμιάσεις της γης, να ιδρώνει το σώμα της, να εξατμίζεται στον ουρανό, γύρω φίδια και ακρίδες να κρύβονται σε όποια σκιά βράχου ή θάμνου θα τους παραχωρήσει το περαστικό σκυλί ή το ιδρωμένο κορακοπούλι.
Σε ένα τέτοιο χωράφι θα πάω να τον βρω.
Θα 'χω μαζί μου ένα μαχαίρι, ίσα με είκοσι πόντους λάμα. Παλιά το είχαμε στον τοίχο, ήτανε λέει παραγγελιά, τώρα το κλέψανε. Αυτό θα 'χω μαζί μου.
Θα συναντηθούμε όπως στα γουέστερν που έβλεπα μικρός, ο ένας απέναντι στον άλλο, τα πόδια ανοιχτά στο ύψος των ώμων, σκόνη στα πόδια μας, τα μαλλιά μας θα ανεμίζουν μέσα στα μάτια μας, θα μασάμε και οι δύο από ένα φύλλο στάχι, το γάμησα.
Θα συναντηθούμε τέλος πάντων.
Θα 'μαστε δίδυμοι, χάριν σεναρίου.
Θα κοιτάξουμε ανατολικά και θα δούμε τσακάλια να ροκανίζουν κόκαλα κοκκινωπά.
Θα κοιτάξουμε δυτικά και θα δούμε μαλλιά πιασμένα σε ξερόκλαδα, να ανεμίζουν σαν κορδέλες από δώρα αγγέλων.
Θα κοιταχτούμε.

Το δάχτυλο που χτύπησα το πρωί στη γωνιά της πόρτας και ακόμα δεν είχα πιει καφέ.
Τα κρύα πατώματα.
Τις άδειες ντουλάπες.
Τα άδεια τασάκια, οι φίλοι μαζεύονται αλλού.
Τη γάτα μου που με βρίζει άμα την πλακώνω όταν κοιμάμαι. Τη βρίζω και γω. Δε μου μιλάει μετά. Δεν πειράζει. Μιλάνε τα φυτά. Και το τζάκι. Και καμιά φορά και το χαρτί της τουαλέτας. Δεν θα το πάω παραπέρα, απλά θα πω ότι αν έχεις όρεξη να μιλάς, πιάνεις τις πιο ενδιαφέρουσες συζητήσεις με τα άψυχα αντικείμενα. Τα βράδια. Κυρίως μετά από αλκοόλ. Μου τη σπάει να με διακόπτουν οι πόρτες και ο καναπές. Ο καναπές λέει πολλές μαλακίες.
Το πίνακα που υποσχέθηκα.
Και που τώρα που τον τέλειωσα, πρέπει να τον κάψω.
Και δεν το 'χω κάνει αυτό για κανέναν.
Αλλά θα το κάνω. Για μένα.
Το μαυράκι στον σβέρκο μου που δεν το φτάνω μόνος μου.
Τη ξεκούρδιστη μου κιθάρα.
Τα πινέλα μου που σκουριάσανε και τα 'χα πάρει καινούργια ρε πούστη μου.
Όλα τα θέλω που φόρτωσα σε ένα περαστικό κοκόρι. Είναι νεκρό από το βάρος, κάπου στην εθνική.

Θα τα δει όλα στο βλέμμα μου. Και αυτά και άλλα που δεν σου λέω τώρα.

Α θα σφαχτούμε σου λέω με τον τύπο.

Και καλά τσαμπουκάς.

Βασικά για να μη σου λέω μαλακίες, ούτε μαχαίρι ούτε τίποτα, κάνα playstation θα παίξουμε.
Και το χωράφι έτσι για πλάκα το είπα.

Τι άλλα;

Α, ναι.
Γαμώτοκέρατομουτοτράγιογαμώ.