Tuesday, December 29, 2009

REsolution


"Sleep" 
by
Egggod 

Μικρή πάνινη κούκλα, πεταμένη στου δωματίου τη γωνιά.
Σαν μαριονέτα με κομμένα τα σχοινιά της, σαν παιδικό πάρτι χωρίς παιδιά, μόνο τα φαγητά στους δίσκους. Σαν ένα μπιμπελό που δεν πετάς γιατί σου θυμίζει. Σαν κάτι που κάποτε ήταν κάτι μα τώρα είναι ένα τίποτα.
Έτσι ένιωθε εκείνο το πρωί.
Έσβησε το τσιγάρο του και ξεκίνησε να στρίβει καινούργιο. Το τοστ καμένο, τον παρακολουθούσε από το πιάτο στωικά, ξέροντας πως στα σκουπίδια θα κατέληγε μαζί με τα χαμόγελα της μέρας. Στο παράθυρο ένα γαμοσπούργιτο. Στο πάτωμα: ρούχα, βιβλία και ένα άδειο μπουκάλι. Να ξυριστώ, σκέφτηκε αλλά το έβγαλε από το μυαλό του, δεν ήθελε να παίξει με ξυράφια. Στον τοίχο κάτι φωτογραφίες κολλημένες έτσι, χύμα, με κολλητική ταινία, στραβές. Κάποιες έγχρωμες, όλες μαυρόασπρες, γκρίζες - γιατί δεν τις κατέβαζε δεν ήξερε να σου πει άμα ρωτούσες. Το σπίτι άδειο, κρύο. Έξω βρεγμένα παλτά και ομπρέλες, κλασική μουσική. Μέσα πιο ροκ, σηκώθηκε και πήγε μέχρι την κρεβατοκάμαρα, είχε να πατήσει εκεί πάνω από τρίμηνο, κοιμόταν στο σαλόνι, μπροστά στη τηλεόραση, ανάμεσα σε αποτσίγαρα και ποτήρια και πιάτα και αποφάγια από delivery αηδίες.
Κοίταξε τα σκονισμένα μαξιλάρια και το τσαλακωμένο σεντόνι. Από το ταβάνι, ένας βρώμικος ιστός. Δύο γυναικείες παντόφλες του κόψανε την φόρα και δεν μπήκε παραμέσα στο δωμάτιο. Είπε να ανοίξει το παντζούρι, να μπει φως.
Γύρισε την πλάτη του στο δωμάτιο και πήγε στον καθρέφτη του μπάνιου.
Σαν τζάμι ο καθρέφτης, δεν υπήρχε αντικατοπτρισμός, σαν παράθυρο στο έξω, κοίταξε και είδε πράσινους λόφους, σαν Σκωτία, σαν βιβλίο, κάτι φανταστικό, έριξε λίγο νερό στο πρόσωπο του και ο καθρέφτης έγινε πάλι καθρέφτης, κοίταξε τον εαυτό του στα μάτια αλλά όχι για πολύ.
Χτύπησε το τηλέφωνο.
"Ναι;"
"Γεια σας," μια θηλυκή φωνή, χαρμόσυνη.
"Γεια, ποιός-"
"Είστε ένας από τους εκατό τυχερούς που κέρδισαν μια τζάμπα πιστωτική," είπε το ρομπότ και εκείνος έκλεισε το τηλέφωνο.

Τις περισσότερες μέρες κοιμόταν ακόμα και με τα μάτια ανοιχτά. Έβλεπε όνειρα στο ξύπνιο του.  Έβλεπε
ότι τα είχε κάνει όλα σωστά. Είχε μια σούπερ δουλειά που του έδινε πολλά λεφτά, είχε ένα σκύλο και ένα καθαρό σπίτι, αυτοκίνητο και πολλούς φίλους. Έβλεπε ότι είχε μια γυναίκα δίπλα του, την γυναίκα της ζωής του. Έβλεπε ότι είχε παιδιά. Ένα αγόρι και ένα κορίτσι.
Έβλεπε
τον εαυτό του μπροστά σε έναν τεράστιο γκρεμό και τότε τα όνειρα σταματούσαν.

Άναψε τον θερμοσίφωνα και μετά τον ξέχασε, έκατσε στον καναπέ στο σαλόνι και έστριψε ένα καινούργιο τσιγάρο.

Ξάπλωσε χαμηλά, αγκαλιά με τη γη, έγινε ένα με το χώμα, ήταν πάρα πολύ καλός στο κρυφτό, ποτέ δεν τον έβρισκαν, ήταν πάντα αυτός που φώναζε "Φτου, ξελευθερία!" και τον άκουγαν δύο γειτονιές πιο δίπλα, ξάπλωσε χαμηλά και χαλάρωσε την αναπνοή του, από πάνω του να περνούσες δεν θα τον καταλάβαινες. Μυρμήγκια περπατούσαν κοντά στο πρόσωπο του, τα χαλίκια σκληρά στα μάγουλα του, περίμενε την ευκαιρία για να τρέξει, να λυτρώσει τους χαμένους, να ελευθερώσει, να ελευθερωθεί.

Έμεινε εκεί ξαπλωμένος μια ζωή, δεν βγήκε ποτέ.

Τέλειωσε το τσιγάρο, η κάφτρα του έκαψε τα δάχτυλα, γέλασε μονάχος του.
Χτύπησε το κουδούνι, να μοιράσουν διαφημιστικά στη πολυκατοικία. Να τα αφήσουν στο γραμματοκιβώτιο, τους είπε.

Στάθηκε στον διάδρομο που ένωνε τα δωμάτια του σπιτιού.

Έχεις διαβάσει για αύριο;
Ναι, δεν είχαμε πολλά.
Αν και αυτό το τρίμηνο πας χάλια, σταματάς και πιάνεις δουλειά.

Λες και αυτό ήταν απειλή. Λες και τον ενδιέφεραν τα βιβλία και οι δέσμες και οι σπουδές.
Αυτός θα άλλαζε τον κόσμο ρε.
Αυτός δεν βγήκε ποτέ και τα υπόλοιπα παιδιά πήγανε σπίτια τους και βράδιασε και έμεινε εκεί κρυμμένος, ξαπλωμένος στο χώμα. Και οι λεύκες χιονίσανε απάνω του χνούδια εκατομμύρια και τον καλύψανε και έγινε κομμάτι του τοπίου.

Αυτός πολέμησε συνέχεια στη πρώτη γραμμή, μόνο και μόνο για να ξυπνήσει ένα πρωί χωρίς τσιγάρα για να δει ότι ποτέ δεν υπήρξε πόλεμος, ούτε πρώτη γραμμή ρε βλάκα, όλοι τα ίδια, παντρεύτηκαν και έκαναν παιδιά που τώρα παίζουν κρυφτό έξω και αυτός κάθεται και τα κοιτάζει πίσω από βρώμικα παράθυρα, αξύριστος. Πήρε ένα μισοτελειωμένο στυλό και έγραψε ένα μισοτελειωμένο παραμύθι.

Μια φορά και έναν καιρό
ζούσε κάπου μακριά ένα μικρό παιδί
που είχε μία κατάρα,
κάθε που προσπαθούσε να μιλήσει
οι λέξεις του γινόντουσαν αλυσίδες
και δένανε αυτόν και αυτούς που αγαπούσε
σε βυθούς σκοτεινούς με τέρατα
κάθε που προσπαθούσε να αγαπήσει
γινόταν η αγάπη του αγκάθια και τον γδέρνανε στο πρόσωπο
μέχρι που έγινε ένα κακάσχημο τέρας
από την αγάπη την πολλή
και μια μέρα-

Τελείωσε το στυλό.
Έστριψε ένα τσιγάρο και το άναψε και με τον ίδιο αναπτήρα άναψε ένα κερί.
Αποσύνδεσε τη φιάλη της γκαζόσομπας, άφησε το αέριο να φεύγει στον χώρο.
Πήρε μία συγκεκριμένη φωτογραφία από τον τοίχο, την δίπλωσε, την έβαλε στο πορτοφόλι του.
Έβαλε το αγαπημένο του καπέλο και το καφέ παλτό του, το ζεστό.

Φόρεσε ένα τεράστιο χαμόγελο και βγήκε έξω, στη κλασική μουσική.
Φόρεσε ένα τεράστιο χαμόγελο.

Tuesday, December 15, 2009

ΑΙΩΝΕΣ ΠΡΙΝ -ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ


"unwelcome"
by
Egggod 

Κάθισε μπροστά στο δέντρο το στολισμένο, κρυφά, αιώνες πριν.
Δεν υπήρχαν δώρα στη βάση του, λεφτά δεν υπήρχαν και ο άγιος Βασίλης δεν υπήρχε. Το εννιάχρονο μυαλό του τα ήξερε όλα αυτά πολύ καλά. Το δέντρο ντυμένο με πλαστικές μπάλες, φτηνές και ξεφτισμένες, η γυαλάδα τους θαμπή. Μία σειρά από φωτάκια, τα πιο πολλά σβηστά, χαλασμένα. Στην κορυφή ένα αστέρι μισοσπασμένο, κολλημένο με μονωτική ταινία, της μάνας του γλυπτική. Κάθισε κρυφά, πολύ αργά για να είναι ξύπνιος αλλά τα τελευταία βράδια δεν κοιμόταν και πολύ. Τα ουρλιαχτά από το δωμάτιο των γονιών του, του κρατούσαν συντροφιά καλύτερα και από τους πιο ζεστούς εφιάλτες. Οι μέρες περνούσαν γκρίζες. Ο πατέρας του στο ταξί, να λείπει από το σπίτι όσο περισσότερο του επέτρεπε η θυμωμένη αγανάκτηση του, η μάνα του στις φίλες για καφέ, μαγείρεμα και κρυφή ζωγραφική. Η μάνα του ζωγράφιζε κρυφά σε μικρά μπλοκ που τα κρατούσε μέσα στο μαύρο κομοδίνο, στη κουζίνα, έπιπλο της γιαγιάς. Όταν οι γονείς του έλειπαν, πήγαινε και άνοιγε το συρτάρι, έβγαζε τα μπλοκ κάτω από τα τραπεζομάντιλα και χάζευε τις ζωγραφιές της μάνας του. Τοπία με γεφυράκια και ποτάμια και χιόνια και λουλούδια, κάστρα και ένα σκύλος, δέντρα και θάλασσες. Χάζευε τα ταξίδια της μάνας του, αυτός μικρός ακόμα δεν είχε ανακαλύψει τα δικά του. Εννιά χρονών ταξιδιώτης εν αναμονή.

Δεν είναι ότι δεν του έδιναν προσοχή. Είναι που κάπου στη πορεία κατάλαβε, ένιωσε, ότι κάποια παιδάκια γεννιούνται από έρωτα και κάποια παιδάκια γεννιούνται από το σεξ. Χωρίς να ξέρει να πει την λέξη, το κατάλαβε. Κανείς από τους γονείς του δεν σήκωσε χέρι πάνω του. Κάποιες φορές, πιο μεγάλος, ευχήθηκε να το είχαν κάνει.
Πήγαινε στο σχολείο, γυρνούσε, έκανε τα μαθήματα του, η μάνα του στην κουζίνα ή σε κάποια φίλη, το φαγητό έτοιμο, Άγγελε να φάς, να δεις τηλεόραση και μετά ύπνο, πλύνε τα δόντια σου, εγώ θα 'μαι στην Βάσω, άμα δεις τον πατέρα σου να του πεις να πληρώσει τα κοινόχρηστα, θα μας κόψουν το πετρέλαιο.
Τον έλεγαν Άγγελο. Και αυτός ζωγράφιζε, με το μολύβι του έφτιαχνε αγγέλους, υπέγραφε Άγκελλος. Του άρεσε να φτιάχνει φτερά, είχε δει ένα πλαστικό άγγελο σε μια βιτρίνα και τον ήθελε, να τον βάλει στο δέντρο, λεφτά δεν υπήρχαν, έφτιαξε έναν χἀρτινο στο σχολείο και τον κρέμασε μαζί με τις πλαστικές μπάλες.

Σ' αρέσει μαμά;
Μιλάω στο τηλέφωνο.
Αιώνες πριν, κάθισε ξημερώματα μπροστά στο δέντρο το στολισμένο, κρυφά. Ο Άγγελος και το δέντρο.

Μεγάλωσε και έμεινε μόνος του από τα δεκαοχτώ. Δουλειά σε συνεργείο. Μία τρύπα στο Κουκάκι, δύο δωμάτια όλα κι όλα. Αυτάρκης, μόνος. Δύο φίλους καλούς, πολύ ποτό, σκλάβος στο μπουκάλι, να το ταξίδι του, το βρήκε επιτέλους, το αλκοόλ. Η μάνα του είχε τη ζωγραφική, αυτός το μπουκάλι, ο πατέρας του το ταξί. Μιλούσε και με τους δύο αραιά, το τυπικό τηλέφωνο του μήνα. Ζωγράφιζε αγγέλους, τα βράδια καθόταν στο τραπεζάκι και λέρωνε τα λερωμένα χέρια του με χρώματα, τα νύχια του μαύρα από τις μηχανές. Αγόραζε μπλοκ και από συνήθεια τα έκρυβε μέσα στο σπίτι, κάτω από το μονό κρεβάτι, πίσω πίσω, στον τοίχο κοντά. Από πάνω του έμενε μια τριαντάχρονη πουτάνα, η Γεωργία, ολοκάτσαρα μαλλιά καστανά και πλούσια βυζιά, χαρακωμένο πρόσωπο. Καμιά φορά πίνανε μαζί στο σπίτι της, όταν έκανε πολύ κρύο για να δουλέψει. Καμιά φορά πηδιόντουσαν και όταν την έπαιρνε ο ύπνος μέσα σε ροχαλητά που μυρίζανε ουίσκι, ο Άγγελος έπαιρνε το μπλοκ του από κάτω, ξανανέβαινε σιωπηλά και κρυφά την ζωγράφιζε, καθώς κοιμόταν.
Του άρεσε να ζωγραφίζει αγγέλους.

Στα εικοσιεφτά του, πήρε στο σπίτι του το καναρίνι της Γεωργίας, εκείνην τη βρήκανε σε ένα πεζοδρόμιο νεκρή από πρέζα. Στην κηδεία της ήταν τρεις άνθρωποι. Ο Άγγελος ζωγράφιζε το καναρίνι τα βράδια, το έβγαζε από το κλουβί του και αυτό καθόταν στη πλάτη της πολυθρόνας και τον κοιτούσε, του μιλούσε με μικρά, παραπονιάρικα τιτιβίσματα. Του άρεσε να ζωγραφίζει φτερά. Τις Κυριακές, έπαιρνε τα μπλοκ του και τα χρώματα και πήγαινε και ζωγράφιζε τα πουλιά στα πάρκα, στις πλατείες. Περιστέρια, σπουργίτια, κίσσες. Ζωγράφιζε ανθρώπους που του τραβούσαν την προσοχή, τους έβαζε φτερά στις πλάτες, ονόμαζε τα έργα του "Άγγελοι στο πάρκο", "Άγγελοι στο λεωφορείο".

Κάθε Χριστούγεννα, έβγαζε από το πατάρι ένα μικρό, πλαστικό δέντρο, το στόλιζε με ζωγραφισμένους αγγέλους και το έβαζε κοντά στο παράθυρο. Το καναρίνι που έζησε μαζί του για πέντε χρόνια, πάντα πήγαινε και καθόταν στην κορυφή του δέντρου, άραζε εκεί πολλή ώρα, έτσι ο Άγγελος δεν έβαζε ποτέ άστρο, άφηνε τη θέση κενή για τον Βανγκώ το καναρίνι. Το είχε ονομάσει έτσι από τον αγαπημένο του ζωγράφο, είχε και ένα βιβλίο με ζωγραφιές του, κρυμμένο και αυτό μαζί με τα μπλοκ κάτω από το κρεβάτι, είχε γεμίσει εκεί ο χώρος από πίνακες και μπλοκ, ζωγραφιές που μάζευαν σκόνη με τα χρόνια.
Στα τριάντα του προσπάθησε να παντρευτεί. Ακόμα στο συνεργείο, σταθερή δουλειά, στα λάδια και στις μηχανές μια ζωή αλλά ήταν καλός, δεν μιλούσε πολύ, έπινε πολύ, δεν ενοχλούσε κανέναν, δύο φίλοι καλοί και ποτό και ζωγραφική και η Κική.
Η Κική είχε μανάβικο, συνομίλικη, κοντή με λεπτό σώμα, μικρά βυζιά και αγγελικό πρόσωπο. Είχε ένα παιδί από ένα μαλάκα που την είχε παρατήσει, τον Στάθη. Όταν άρχισαν να πρωτοβγαίνουν, ο Άγγελος τους ζωγράφιζε συχνά και τους δύο. Με φτερά, αγκαλιά, η Κική με το παιδί, σαν την Θεία οικογένεια, αγκαλιά. Η Κική γυμνή. Την ζωγράφιζε πάντα όταν κοιμόταν, το σπέρμα του πάνω στα σεντόνια. Πίνανε και οι δύο τους και γελάγανε πολύ, περισσότερο εκείνη γελούσε και έκανε έρωτα σαν μανία της φύσης, του άρεσε αυτό του Άγγελου, ξυπνούσε τα μισοσβησμένα κάρβουνα που είχαν  στεριώσει μέσα του από τότε με το δέντρο με τα χαλασμένα φωτάκια και τις πλαστικές μπάλες. Προσπάθησε να την παντρευτεί, εννοώντας ότι μάζεψε λεφτά και πήρε ένα μεταχειρισμένο δαχτυλίδι αλλά τον πρόλαβε εκείνη και του είπε ότι θα παντρευόταν έναν τύπο που είχε μια εφημερίδα, πολλά λεφτά.

Σ' αρέσει;
Μιλάω στο τηλέφωνο.
Αιώνες πριν, κάθισε μπροστά στο δέντρο και προσευχήθηκε κρυφά, να τον ακούσουν μόνο οι πλαστικές οι μπάλες και το αστέρι με την μονωτική ταινία.

Πουτάνες, ποτό, πολύ ποτό, το 'χε βρει το ταξίδι του από παλιά. Η μάνα του είχε τη ζωγραφική, εκείνος το μπουκάλι.
Δεν πήγε στη κηδεία του πατέρα του, πέθανε κάπου στη Γερμανία όπου ήταν με την δεύτερη γυναίκα του. Μετά από κάνα χρόνο, έφυγε και η μάνα του, εγκεφαλικό. Στα τριανταοχτώ του. Της πήγε ζωγραφιστά λουλούδια και ένα ασημένιο αστεράκι, τα 'βαλε δίπλα στο καντηλάκι, να μυρίζουν όμορφα.
Πήρε σύνταξη νωρίς.
Και ξαφνικά βρέθηκε να έχει πολύ χρόνο. Μπήκε στο εργαστήρι ζωγραφικής του δήμου του, πενηντατεσσάρων πια. Η καθηγήτρια τον γνώρισε με κάποιους που ήξεραν κάποιους που ήξεραν από ζωγραφική, του ζήτησαν να δουν δουλειά του. Κατέβασε ενάμιση μπουκάλι μέχρι να βρει το θάρρος να βγάλει κάτω από το κρεβάτι όλα τα έργα που είχε κάνει. Πάνω από διακόσια. Τους τα πήγε όλα.

Η έκθεση έγινε Χριστούγεννα. Η γκαλερί είχε στην είσοδο ένα τεράστιο δέντρο, λευκό με κόκκινες μπάλες που αστράφταν και στην κορφή ένα αστέρι, λαμπερό, πανάκριβο. Φορούσε το γκρίζο του κοστούμι, λίγο κοντό, ένιωθε άβολα. Κόσμος χάζευε τις ζωγραφιές του, την Γεωργία που κοιμόταν και την Κική αγκαλιά με τον Στάθη, τα πουλιά και τον Βανγκώ, τους ανθρώπους με φτερά και τα τοπία, τους ουρανούς του.
Ξεκόλλησε από τη κοσμοσυρροή και πήγε και στάθηκε μπροστά στο δέντρο, ένα ποτήρι στο χέρι του, τα μάτια του υγρά. Ήρθε και στάθηκε δίπλα του η ιδιοκτήτρια της γκαλερί.

"Πανέμορφο δεν είναι; Στοίχισε μία περιουσία κύριε Άγγελε, άστε τα."

Χάζεψε το δέντρο, τις κόκκινες μπάλες, το αστέρι εκεί ψηλά.
Αιώνες πριν, κάθισε μπροστά σε ένα δέντρο, κρυφά τα ξημερώματα. Οι γονείς του ήταν μέσα, κοιμόντουσαν, το σπίτι σιωπηλό, το πάτωμα κρύο και οι πυτζάμες του λεπτές.
Εννιά χρονών μεγάλος.
Χαμογελώντας μυστικά, συνομωτικά, κοίταξε το αστέρι με την μονωτική ταινία και προσευχήθηκε.
Δεν ήξερε που, δεν υπήρχε θεός, το ήξερε αυτό από μικρός, εννιά χρονών μεγάλος. Προσευχήθηκε σε όποιον άκουγε.

Ήθελε χρώματα και ένα μπλοκ όπως η μάνα του.
Και ένα BMX.
Και ένα σκυλάκι και ένα τηλεκατευθυνόμενο.
Και να 'ναι οι γονείς του αγαπημένοι πολύ.

Αιώνες πριν ο Άγγελος, λάτρεψε ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο, φθαρμένο ήταν, μια ντροπή, με θαμπές μπάλες και χαλασμένα φωτάκια και ένα γκρεμισμένο αστέρι στη κορφή. Μέχρι που πέθανε, γνωστός ζωγράφος στα γηρατειά του, ομορφότερο δέντρο δεν αντίκρισε ποτέ του.

Friday, December 04, 2009

BRAIN DAMAGE


by Egggod


Σε τιρκουάζ. 
Πάνω σε βρώμικο καναπέ από στάχτες και τσιπς και τσαλακωμένα καλύμματα, ψάχνω το τηλεκοντρόλ για να δυναμώσω την γαμημένη την ένταση γιατί παίζει κομματάρα, το Hearing Damage του Thome Yorke, σκοντάφτω στο πεταμένο χειριστήριο του playstation μου και πάω να φύγω πάνω από το υπερφορτωμένο τραπεζάκι του σαλονιού, έχει απάνω δύο γαλάζια τεράστια μάτια το τραπεζάκι του σαλονιού μου, της παναγίτσας τα μάτια είναι.  Τα σουβέρ είναι κολλημένα πάνω στη ξύλινη επιφάνεια από κόκα κόλα και drambuie, τα ποτήρια πάντα τα ακουμπάω δίπλα από τα σουβέρ να μην τα λερώσω. Μόλις έχω βγει από το μπάνιο όπου πέρασα την τελευταία μισή ώρα τραγουδώντας κάτω από το καυτό νερό. Το νερό, είναι το μόνο καθαρό πράγμα στο μπάνιο μου. Είμαι γυμνός και χορεύω στο σαλόνι προσπαθώντας να μην πατάω τα πράγματα και τα ρούχα που είναι στο πάτωμα, όχι ρε δεν είμαι μεθυσμένος, όχι ακόμα. Θα κάτσω να δω ταινία τώρα, έτσι γυμνός, θα ανάψω το τζάκι και άμα πούνε καμιά ατάκα καλή στη ταινία θα την επαναλάβω δυνατά προς τα μέσα δωμάτια, έχω να πατήσω εκεί μήνες. Οι πιο καλές είναι οι κωμωδίες και οι ταινίες με εκρήξεις. Άμα είναι πολύ καλή η κωμωδία, την ξαναπαίζω όταν είμαι κάτω από το καυτό νερό, κάνω πως είμαι εγώ ο πρωταγωνιστής. Την κωμωδία ξαναπαίζω. Χαχα, την ξαναπαίζω κάτω από το καυτό νερό, ναι, καταλαβαίνω πώς θα μπορούσες να το παρεξηγήσεις. Όχι, όχι ρε.

Όχι κάτω από καυτό νερό.

Θα περάσω κάνα μισάωρο προσπαθώντας να σπάσω ένα ποτήρι με το βλέμμα μου και μετά θα προσπαθήσω να σπάσω εκείνο το γαμημένο σπυράκι που έχω στην πλάτη μου και που πρέπει να μεταμορφωθώ σε αρθρόποδο από τον Άρη για να το φτάσω. Θα ξυριστώ. Ο κήπος μου έχει γεμίσει με πεσμένα φύλλα, ακόμα φθινόπωρο έχουμε, δεν έχει μπει ο χειμώνας; Το καλοκαίρι τι έγινε; Από συνήθεια δεν καπνίζω στην κρεβατοκάμαρα για να μην μυρίζει τσιγαρίλα. Η καλύτερη μυρωδιά μιας κρεβατοκάμαρας είναι ο μεταερωτικός ιδρώτας και φρέσκια μπογιά. Σε ένα καινούργιο σπίτι μάλλον. Η καλύτερη μυρωδιά που μπορεί να έχει ένα σπίτι είναι τζάκι και κοκκινιστό κοτόπουλο. Το καλύτερο βλέμμα που μπορεί να σου χαρίσει κάποια είναι αυτό της απόλυτης παράδοσης. Το καλύτερο βλέμμα που έχω εγώ να δώσω είναι αυτό με το σηκωμένο φρύδι, του πειράγματος. Οι καλύτερες μέρες είναι αυτές που έχει συννεφιά και μετά σκάει λίγο ο ήλιος και το βράδυ βγαίνει και φεγγάρι, οι μέρες αχταρμάς είναι οι καλύτερες.

Και καθώς ανοίγει την πόρτα σκέφτεται πόσο κρύο είναι το πόμολο. Το σπίτι είναι σκοτεινό αλλά θα ορκιζόταν ότι λίγο πριν μπει άκουσε το ραδιόφωνο ανοιχτό, αυτός το έχει αφήσει ή -
Τι όμορες σκιές είναι αυτές στους τοίχους και τι περίεργα πλάσματα κατοικούν στο πατάρι; Το τζάκι ζεσταίνει μόνο κάνα μέτρο, μετά θέλει κουβέρτα. Όσοι άνθρωποι λένε ότι θέλουν να πάνε να χορέψουν, πάσχουν από κατάθλιψη. Όσοι λένε ότι είναι ας τα λέμε καλά όταν τους ρωτάς τι κάνουν, πάσχουν από λάθος πορεία. Ας μην πιάσουμε τα όνειρα. Κάποτε κράτησα ένα μεγάλο χρυσό κλειδί στα χέρια μου, ήταν αυτό για την πρώτη πύλη και το έχασα ο μαλάκας, κάπου στο μετρό το άφησα και τώρα το έχει μια γριά που γυρνούσε από επίσκεψη στα εγγόνια της, κάθεται και χαίρεται τις πεδιάδες μου και τα ναυάγια μου στους κοραλλένιους τους βυθούς με τις γοργόνες. Είναι στον κόσμο μου η γριά και γω στον δικό της. Άμα τη βρω θα της σπάσω το κεφάλι που μου πήρε το κλειδί μου. Αυτές τις μέρες βρέχει πολύ και κάθε φορά που βγαίνω έξω, αρνούμαι να πάρω ομπρέλα. Η βροχή ακόμα και όταν σταματάει, συνεχίζει. Τα φεγγάρια γεμίζουν το ένα μετά το άλλο, τυφλό μάτι στον ουρανό που εξετάζει, αν μπορούσα θα το ξερίζωνα το φεγγάρι από κει πάνω, να μείνουν μαύρες οι νύχτες, όπως τους αρμόζει.
Το χέρι μου τρέχει μόνο του πάνω σε ένα τσαλακωμένο χαρτί και ζωγραφίζει με ένα κόκκινο μολύβι. Μισώ τις κόκκινες ξυλομπογιές, είναι το πιο ψεύτικο κόκκινο που υπάρχει, που μπορώ άραγε να βρω αληθινό κόκκινο; Να βουτήξω το πινέλο να ζωγραφίσω έναν κόκκινο κόσμο, με κόκκινους ανθρώπους και κόκκινες σφαίρες που ίπτανται και κάτι τέρατα μπλε που κάνουν έρωτα με τον ουρανό και βγαίνουν μωβ μωρά.

Νομίζω πως ο θάνατος είναι τιρκουάζ.
Η τρέλα είναι κίτρινη.
Τα φιλιά είναι βαθύ πράσινο. Τα δάκρυα είναι γαλάζιο. Η μπριζόλα η μοσχαρίσια με τηγανητές πατάτες μου φέρνει κόψιμο στα δέκα λεπτά αφού τη φάω, οι ταβέρνες έχουν τουαλέτες που βρωμάνε κάτουρο. Μπριζολοκάτουρο. Πέταξα στα σκουπίδια και άλλα πράγματα χτες. Κάτι βραχιόλια χίπικα, ένα πουκάμισο δώρο που το είχα εννιά αιώνες και ένα κουκλάκι. Μεγάλο βήμα για μένα. Να πετάξω πράγματα εννοώ. Συνήθως τα κρατάω μέχρι που σαπίζουν, μέχρι που δεν θυμάμαι γιατί τα κρατάω. Νομίζω πως άμα γεράσω θα γίνω επαγγελματίας ρακοσυλλέκτης και θα μαζεύω σκατά από τα σκουπίδια και γατάκια και ξύλινες πίπες και κουμπιά. Έχω ξεκινήσει τη πρακτική μου από τώρα. Μαζεύω μνήμες. Κάποιες τις κρατάω με νύχια και με δόντια, λες και άμα τις αφήσω θα με ξεχάσω και θα γίνω ένα ανδρείκελο με γκρίζα μάτια, οι μνήμες μου είναι αυτές που με κάνουν να ζω. Μισώ τη μνήμη. Την λατρεύω την μνήμη. Και τα μνήματα. Έτσι για το γκοθ.

Τι άλλα;

Α, ναι.

Βρήκα ένα ωραίο όνομα για μένα για όταν θα ξανάρθω.

Wednesday, November 18, 2009

θα έδινα τα πάντα

Θα
έδινα
σχεδόν τα πάντα

για λίγη ηρεμία.

Θα έδινα σίγουρα τα πάντα για να μην ηρεμήσω ποτέ.

Λίγες μελανιές πάνω σε μαλακή σάρκα, λεία.

Μια μυρωδιά, όχι δική μου.

Έναν φίλο που να μην κόβει, σήμερα το βράδυ όλοι φαίνονται να κρατάνε μαχαίρι.

Απαλά δάχτυλα στον αυχένα μου.

Μια μεγάλη παρέα στο σπίτι μου, κοντά στο τζάκι, να αντικαταστήσει τα φαντάσματα που μου λερώνουν τα ποτήρια και τα τασάκια και την τουαλέτα και δεν λένε να φύγουν.

Θα έδινα τα πάντα

για λίγη θαλπωρή.

Φρρρχχχχ χσαχαχαχαχαχαχαχαχσδααχαχ

σόρυ
ξενέρωμα
χάλασα την ατμόσφαιρα

Tuesday, November 17, 2009

THE CΑΝΙΝΕ ORDER




- Όταν μπαίνεις σε έναν καινούργιο χώρο να μυρίζεις τα πάντα. Οι άνθρωποι λένε πιο πολλά με τη μυρωδιά τους παρά με τα λόγια. Επίσης, όταν μπαίνεις σε ένα καινούργιο χώρο να διαλέγεις την πιο κατουρημένη γωνιά για δική σου. Δεν μπορεί να είναι τυχαίο που όλοι την διαλέξαν πριν από σένα. Αν βγει φαγητό να το δεχτείς.

- Όταν γνωρίζεις κάποιον μεγαλύτερο που αξίζει τον σεβασμό σου, να ξαπλώνεις κάτω και να εκθέτεις την κοιλιά σου και τον λαιμό σου με υποταγή. Ακόμα και αν έχεις μεγαλύτερη δύναμη. Όταν γνωρίζεις κάποιον μεγαλύτερο που δεν αξίζει ή δεν έχει κερδίσει σεβασμό, που δεν φέρει ουλές, να τον δαγκώνεις στην άκρη της ουράς, εκεί που πονάει πιο πολύ. Είναι επικίνδυνο και παμπόνηρο αυτό το είδος.

- Το γάβγισμα σου να το χειρίζεσαι με φειδώ. Το δάγκωμα σου με περισσότερη φειδώ.

- Να μην σταματήσεις να παίζεις ακόμα και αν γεράσεις πολύ. Το παιχνίδι με τους μικρότερους είναι μάθημα και φύση και γέλιο. Μικρές δαγκωματιές στα πισινά πόδια είναι πάντα μια καλή και αστεία αρχή για να παρασύρεις ακόμα και τους πιο μουρτζούφληδες. Μην το παρατραβάς με τους αδύναμους. Να επιτρέπεις να σε δαγκώνουν ακόμα και αν πονάς γιατί αλλιώς δεν είναι παιχνίδι, είναι επίδειξη υπεροχής και θα σε φτύσει η αγέλη.

- Να δείχνεις την ευγνωμοσύνη σου για τα πολύ μικρά που σου δίνουν οι ξένοι. Ένα χάιδεμα στο κεφάλι από κάποιον περαστικό, αξίζει συνοδεία για δύο τουλάχιστον τετράγωνα. Τα βράδια οι κοπέλες που περπατάνε μόνες τους, μυρίζουν ζάχαρη από τον φόβο. Να περπατάς μαζί τους, λίγο πιο μπροστά ή δίπλα τους ακριβώς, ποτέ πίσω τους, δεν πρέπει να τις αναγκάζεις να σε αναζητούν. Να μένεις μαζί τους μέχρι η μυρωδιά τους να αλλάξει σε χώμα ή πορτοκάλι. Συνήθως όταν φτάνουν στον προορισμό τους ασφαλείς συμβαίνει αυτό.

- Ποτέ μα ποτέ, μην προκαλείς καβγά. Αν όμως δεν μπορείς να τον αποφύγεις, ποτέ μα ποτέ μην κάνεις πίσω. Αν όχι για κανέναν άλλο λόγο, τουλάχιστον για αυτούς που πολεμάνε μαζί σου σε περίπτωση που είστε πολλοί. Καλύτερα να γλύφουν τις πληγές σου τα αδέρφια σου μετά, παρά να κρύβεσαι από ντροπή σε ξένες γειτονιές.

- Κάποιοι είναι μεγαλωμένοι στραβά και έχουν ξεχάσει την φύση τους. Αυτές οι περιπτώσεις δεν σώζονται και βάζουν σε κίνδυνο όλους τους υπόλοιπους. Ποτέ μην πολεμάς στο πλευρό τους γιατί θα δαγκώσουν εσένα μέσα στη έξαψη τους. Τους ξεχωρίζεις από τη μυρωδιά ρίγανης που φέρουν.

- Αυτός που μπορεί να σε πονέσει περισσότερο είναι αυτός που σε αγαπάει πιο πολύ από όλους. Ένα χτύπημα στη μουσούδα από το νευριασμένο αφεντικό σου πονάει πιο πολύ από χίλια δαγκώματα. Όχι για τη δύναμη του χτυπήματος αλλά για την απώλεια της αγάπης που κρύβει. Ποτέ μην φέρνεις τον άλλον σε αυτή την κατάσταση. Οφείλεις να ξέρεις τι ενοχλεί αυτόν που αγαπάς και να το σέβεσαι με απόλυτη πειθαρχία. Διαφορετικά σου αξίζει να είσαι χωρίς αγέλη.

- Να μην μισείς τις γάτες αλλά να τις κυνηγάς χωρίς να θέτεις τον εαυτό σου σε κίνδυνο. Είναι αστείο να τις βλέπεις να σκαρφαλώνουν στα πιο απίθανα σημεία. Αν πετύχεις γάτο αρσενικό που δεν το βάζει στα πόδια, ΜΗΝ ΕΠΙΤΕΘΕΙΣ. Τα νύχια του μπορεί να σε τυφλώσουν. Σεβασμό. Ένα γρύλισμα αρκεί.

- Η ζωή σου δεν μετράει μπροστά στην νέα ζωή. Θα πεθάνεις για ένα μικρό οποιουδήποτε είδους.

- Πυξίδα σου θα είναι πάντα ο ήλιος και το φεγγάρι, που είναι ο ήλιος της νύχτας.

- Το θηλυκό που είναι δίπλα σου είναι σαν το τραγούδι που εκπέμπει το γεμάτο φεγγάρι. Να την υποδέχεσαι με χαρά και να την ακολουθείς με υπομονή. Να την δαγκώνεις απαλά και την μυρωδιά της να την έχεις πάνω από όλες. 

Τελευταίο, το πιο σημαντικό από όλα. Μετέφερε το αυτό.

- Το ζευγάρι από φώτα που ταξιδεύει σε νυχτερινό δρόμο, ΔΕΝ έχει κενό ανάμεσα.

Θες δε θες, δυστυχώς πρέπει να σταθείς στο πλάι.

Sunday, November 08, 2009

Θα βρω τρόπους να σου ανοιχτώ που δεν έχεις φανταστεί, που δεν έχω φανταστεί και εγώ. Άκου με λίγο.
Ψιτ, περίμενε ρε.

Γύρισα σπίτι και με περίμενε το βραδινό μου. Τα δύο κομμάτια πίτσα που καβάντζωσα από το μεσημέρι, είμαι μεγάλος αλανιάρης ρε, βλέπω μπροστά. Πεινούσα αλλά λέω, δε κρατάω και λίγο για το βράδυ;
Έφαγα μπροστά στη σαρανταδυάρα μου τηλεόραση, τι κάβλα, όλη την ώρα κάτι να σκαλίζει τις ντουλάπες μέσα στα δωμάτια αλλά δεν είναι κάτι υπαρκτό, το μυαλό μου είναι. Έβαλα και είδα μία ταινία με ζόμπι και πήρα αγκαλιά ένα μαξιλάρι. Όχι ρε μαλάκα. Όχι γιατί φοβάμαι.
Γιατί το μαξιλάρι έχει αυτή την μοναδική ιδιότητα ότι μετά από λίγη ώρα παίρνει την ζεστασιά του σώματος σου και μοιάζει σαν να αγκαλιάζεις ένα σώμα άλλο. Πέταξα το κουτί μέσα στο τζάκι και το είδα να παίρνει χρώματα τρελά, πράσινα και πορτοκαλί, από τι σκατά φτιάχνουν τα κουτιά της πίτσας ρε;
Μύρισα τον αέρα στο σπίτι. Κλεισούρα και παλιές κάλτσες και τζάκι και σκόνη και σκουπιδίλα. Τράβηξα μαλακία μέσα σε μια πετσέτα και της έδωσα ίσα με χίλια ονόματα.
Σκέφτηκα να ζωγραφίσω κάτι στον τοίχο απάνω, έτσι για αντίδραση, να φτιάξω τη δικιά μου καπέλα σιστίνα, κωλοβαρέθηκα και βάλθηκα να ακούω μουσική. Κάθε κομμάτι και μια ανάμνηση, σύντομα πρέπει να βγάλουν καινούργια κομμάτια, όλα μου θυμίζουν κάτι ρε πούστη μου. Ησυχία, όλοι οι μαλάκες κοιμούνται στην πολυκατοικία.

Κάτι γρατζουνάει μέσα τα πατώματα.
Ιδέα μου είναι.
Κάνει ζέστη σήμερα. Τόσο που θα έβγαινα άνετα έξω με κοντομάνικο, να κάνω βόλτα μέσα στη νυχτιά, να πάω να κάτσω σε κανα παγκάκι σε κάποιο πάρκο και να συναντήσω μια κοπέλα εκεί, να της πω ότι την αγαπώ και οτι θέλω να ζήσω τη ζωή μου όλη μαζί της και να κάνουμε παιδιά και πάρε με αγκαλιά και κοίτα το φεγγάρι, σε λίγο θα με δεις να αλλάζω.
Κάτι γρατζουνάει μέσα στη κουζίνα τώρα, μαλάκα μόλις επτά μέτρα μακριά μου, ιδέα μου είναι. Ξύρισα το κεφάλι μου ε;
Που 'σαι;
Ακόμα εδώ;
Έκανα και τατουάζ. Έναν ήλιο από αίμα στη πλάτη μου, τριακόσια ευρώ μιλάμε. Ένας ζωοφόρος ήλιος που είναι γεμάτος πρόσωπα και σκιές θολές και ακανόνιστες σαν όνειρο. Πάνω στο δέρμα μου νιώθω αόρατα χέρια όταν γουστάρω. Σκέφτομαι να είχα τώρα ένα άγγιγμα και το 'χω, πόσο τυχερός; Πόσο τυχερός είμαι;

Θα γίνω δύναμη της φύσης και  θα σου κάνω έρωτα σαν δαίμονας. Ενθουσιασμένος. Εν Θεώ. Πιάστηκα όλο το βράδυ στη πολυθρόνα.

Κανονικά θα πήγαινα μέσα να κοιμηθώ αλλά κάτι γρατζουνάει όλο το βράδυ τη ψυχή μου και δεν λέει να ηρεμήσει.

Γι' αυτό σου μιλάω.
Ψιτ, κάτσε ρε.

Τουλάχιστον να δούμε μαζί την αυγή και μετά φύγε.

ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ ΝΑ ΝΙΩΣΩ ΟΤΙ ΚΑΠΟΙΟΣ ΕΙΔΕ ΜΑΖΙ ΜΟΥ ΤΗΝ ΑΥΓΗ
ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ

Saturday, November 07, 2009

Βόλτα στη λάσπη



Ο δρόμος από το σπίτι του στο μετρό ήταν σκαμμένος εδώ και τρεις μήνες.
Λακκούβες και λάσπες και ρυάκια από σπασμένους αγωγούς, για να περπατήσεις την δεκάλεπτη πορεία έπρεπε να δεχτείς ότι θα γίνεις χάλια. Έπρεπε να δεχτείς ότι όσο και να προσπαθούσες θα λερωνόσουν και εκείνος το κατάπινε κάθε μέρα στωικά. Χάλια τα παπούτσια και τα μπατζάκια. Όταν έβρεχε, ποτάμια του έκλειναν τον δρόμο, τσαλαβουτούσε μέχρι τον αστράγαλο σε παγωμένη γλίτσα.
Μετά, για μερικές μέρες λιακάδα. Ξεραινόταν το χώμα και έφτιαχνε περίεργα σχήματα που τα διέλυε με το πόδι του καθώς περνούσε, σημάδια από ρόδες και πατημασιές. Άπειρες πατημασιές, προσπαθούσε να ξεχωρίσει τις δικές του ανάμεσα σε τόσες άλλες, χάζευε. Καμιά φορά, πετύχαινε κάποιον που περπατούσε πλάι του, αντίθετα του, που χάζευε και αυτός τα σχήματα κάτω στο χώμα. Και άλλοι το έκαναν αυτό. Πολλοί άνθρωποι που περπατούσαν και κοιτούσαν τη λάσπη, τα περίεργα αγαλματάκια, τα πατούσαν, περνούσαν δίπλα τους άμα έμοιαζαν νωπά, τα κλωτσούσαν. Ένα απόγευμα, είδε έναν ηλικιωμένο κύριο να στέκεται μπροστά σε ένα βουναλάκι ξεραμένο, να το χαζεύει σαν επισκέπτης σε μουσείο μοντέρνας τέχνης.
Μετά ξανά βροχή.
Να τρέχουν όλοι βιαστικά προς τον σταθμό του μετρό με ομπρέλες και λερωμένα παπούτσια, κεφάλι σκυφτό, τα σχήματα γύρω να λιώνουν και να τρέχουν σε ατέλειωτες κατηφόρες, να κυλάνε μαζί και οι άνθρωποι, να βιάζεται και αυτός να κρυφτεί από το νερό, από την λάσπη.
Μετά, για λίγες μέρες ήλιος πάλι.
Βροχή.
Αέρας.
Κρύο.

Άνθρωποι που περπατάνε δίπλα δίπλα, πάνω σε λάσπες.

Ένα απόγευμα, πάνω στον βρώμικο τον δρόμο ήταν αυτός και άλλοι δύο πιο μπροστά του. Ψιχάλιζε, τα σχήματα μαλακώνανε σιγά σιγά -της λάσπης τα αγάλματα- και οι τρεις τους περπατούσαν βιαστικά και προσεχτικά. Σε ένα σημείο του δρόμου, τα συνεργεία είχανε βάλει μία τάβλα ξύλινη σαν γεφυράκι, να μπορεί ο κόσμος να πάει στη δουλειά του. Στριμώχτηκαν οι τρεις τους στη μία άκρη, κουνιόταν και το ξύλο, τελευταίος αυτός.
Πέρασε ο πρώτος με δυσκολία, λέρωσε λίγο τα παπούτσια, πενηντάρης. Άπλωσε το χέρι στον δεύτερο που ήταν πιο μεγάλος, εβδομηντάρης, ευχαριστώ είπε χαμογελώντας εκείνος.
Έδωσε ένα σάλτο και ο φίλος μας και τον πιάσανε οι άλλοι δύο.

Και γελάσανε όλοι μαζί μέσα στη βροχή που τους πρόλαβε.

Tuesday, October 20, 2009

ροή




Τι έχεις κάνει για μένα;
Τι παρέδωσες, χάρισες, τσαλάκωσες;
Πόσες μάσκες έβγαλες;
Έφτασες ποτέ σε σάρκα;
Κάτω απ' την μπογιά, είδα ποτέ το πρόσωπο σου;
Ήταν κάποιο από τα χάδια σου γλυκό;
Ή όλα με κόψαν σαν γυαλί σπασμένο;
Τι έκανα;
Τι έκανα
Τι έκανα
Τι έχω κάνει για μένα;
Τι χάρισα;
Πώς άντεξα;

ΠΩΣ ΑΝΤΕΞΑ ΝΑ ΖΩ ΤΟΣΑ ΧΡΟΝΙΑ
ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΛΕΩ
Σ' ΑΓΑΠΩ
κάθε μέρα;
Κάθε καταραμένη μέρα;
Πώς άντεξα; 
Ακόμα και τις μέρες που δεν είχα κανέναν να το πω. 
Ακόμα και τα βράδια που δεν υπάρχει κανείς για να το ψιθυρίσω.
Γιατί δεν το 'λεγα σε μένα;

Πάνω από ένα πανέμορφο, ορμητικό ποτάμι, υπάρχει μια πέτρινη γεφυρούλα, την χαζεύω αιώνες μου φαίνεται.
Την κοιτάω.
Και περιμένω.

Περιμένω
Περιμένω
Μένω

Από αγόρι, γέρος σε μία ανάσα, περιμένοντας. Και η νιότη με όλη της την αγάπη, στην άλλη όχθη. Αυτή η πανέμορφη, πέτρινη γεφυρούλα. Ποιος την έβαλε εκεί για μένα δεν με νοιάζει. Μπορεί να την έχτισα εγώ. Οπότε δεν πήγανε χαμένα τα χρόνια. Χα. Τουλάχιστον κάτι έχτιζα. Γι' αυτό δεν μιλούσα. Ήμουν απασχολημένος.

Θα κάτσεις εδώ;
Καταλαβαίνω.
Μην με κακοκαρδίζεις άνθρωπε.

Αντίο
Θα σε περιμένω απέναντι
Μέσα στην ομορφιά
Πάω να βάλω πέτρα κάτω από τα βήματα μου

Αν όλα είναι καλά
θα σου γνέψω να περάσεις

Μην με αφήσεις να περιμένω




πάμε

Tuesday, October 13, 2009

BMPOF



Άπλυτος, αξύριστος, σαν δαρμένο σκυλί. Με θολωμένο βλέμμα και ξεραμένα χείλη.
Γυρίζει στους δρόμους της πόλης, κρατάει ένα κουτάκι μπύρας και ένα τσιγάρο.
Κοντοστέκεται στα φανάρια για τους πεζούς, ανάβουν πράσινο και δεν περνάει, γίνονται πάλι κόκκινα και κάνει να περάσει, τον κορνάρουν τα αυτοκίνητα και αυτός στεναχωριέται που δεν είναι εδώ. Το κινητό του άδειασε από μπαταρία μέρες πριν, δεν τον νοιάζει, για ξυπνητήρι το 'χει μόνο.
Μιλάει ώρες με τα αδέσποτα.
Μιλάει ώρες με φαντάσματα.
Καμιά φορά του απαντάνε τα δέντρα και τα λουλούδια και ο ήλιος.
Καμιά φορά του μιλάει η μουσική.
Τις περισσότερες ώρες της μέρας, σιωπή. Απόλυτη, ερωτικά θανατηφόρα σιωπή. Αυτός, που κάποτε χόρευε και τραγουδούσε.
Τώρα έχει ξεχάσει τον χορό. Κοιτάζει γύρω του τους περαστικούς και τους αγαπά. Χαμογελάει με τις γιαγούλες και βοηθάει τους γέρους.
Όλοι ένα, σκέφτεται.
Μα νιώθει μισός. Μείον ένα. Τον ακουμπάνε τυχαία στο μετρό και του 'ρχεται να κλάψει. Πότε ήταν η τελευταία αγκαλιά; Το τελευταίο χάδι; Χαμόγελο; Πόσο καιρό πριν; Σε ποιο όνειρο; Κλειστές πια οι ονειροπύλες, μένει περαστικός από την ίδια του τη φαντασία, την χαζεύει και τρομάζει.
Τρομάζει με το κενό
το σκοτάδι
τις φωνές
τη σκόνη στα μαλλιά
τα θυμωμένα βλέμματα
το άδειο τασάκι
και το ποτήρι στον νεροχύτη.

Τρομάζει με την αγκαλιά που μεγαλώνει μέσα του.
Οι χωρίς-αποδέκτη αγκαλιές φουσκώνουν, γίνονται εσωτερικές λεπίδες και χαράζουν.
Ξεσπάει στα μαξιλάρια που τυλίγει γύρω του το βράδυ για να κοιμηθεί.

Αν τον δεις να τρέξεις, μην τον χαιρετήσεις.
Η αγκαλιά του θα σε σκοτώσει.

Friday, October 02, 2009

Κοντά μου



Είσαι ένας άσχημος σκαντζόχοιρος, δεν ξέρω από που να σε πιάσω. Πας και τρυπώνεις στα πιο απίθανα, στα πιο σπαστικά σημεία του κορμιού μου, του σπιτιού μου, της ψυχής μου και των ρούχων μου. Γεμάτος αγκάθια, σκαντζόχοιρος, μέχρι και το όνομα τρυπάει με βελόνες άπειρες. 
ΣΚΑΝΤΖΟΧΟΙΡΟΣ
Να κάτσω απάνω σου με τρυπάς, να με κουβαλήσεις δεν μπορείς. Να σε αγκαλιάσω δεν μπορώ, ματώνω. Να σε φιλήσω - ούτε κουβέντα. Να σε ερωτευτώ, πονάω. Να σε γευτώ, πικραίνομαι. 


Να σου πω ακόμα και το πιο απλό. 


ΧΡΙΣΤΕ ΜΟΥ ΣΕ ΑΓΑΠΑΩ
ΤΟΣΟ ΠΟΛΥ ΠΟΥ ΘΑ ΕΚΑΝΑ ΤΑ ΑΓΚΑΘΙΑ ΣΟΥ
ΜΙΚΡΕΣ ΟΜΠΡΕΛΙΤΣΕΣ ΣΕ ΠΑΡΑΛΙΑ ΚΑΙ ΘΑ ΛΙΑΖΟΜΟΥΝΑ ΜΑΖΙ ΣΟΥ
ΤΟΝ ΗΛΙΟ ΤΗΣ ΠΟΥΤΑΝΑΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΕΧΡΙ ΝΑ ΜΟΥ ΤΕΛΕΙΩΝΕ Η ΖΩΗ


Μαζεύεις σαν σκαντζόχοιρος και κρύβεσαι στα αγκάθια σου. 
Ούτε αυτό. 


Ούτε αυτό δεν μου έμεινε. Μόνο, χιλιάδες, μικρές πληγούλες σαν ψηφιδωτό, φτιαγμένες από τα αγκάθια σου. 
Πότε;


Πότε γίνανε τα πούπουλα μας όπλα ρε γαμώτο;

Wednesday, September 23, 2009

SNIURNI



Έχει κοπεί και το ρεύμα με κεριά είμαι ή μήπως είναι ο αμφιβληστροειδής μου; Τα κάνει όλα να μοιάζουν φωτισμένα από κεριά και κάπου στο διαμέρισμα έχει τρυπήσει ένα σωλήνας μια τεράστια αρτηρία και τρέχει νερό δεν έχει αίμα μέσα νερό έχει πλημμυρίσει το σπίτι επιπλέουν παντού χαρτιά και ζωγραφιές και περιοδικά και ένα βιβλίο που αγάπησα αλλά δεν θα το ξαναδιαβάσω ποτέ στο ορκίζομαι γιατί τότε που το διάβασα ήσουν ξαπλωμένη σε σκατά και ένας μεγάλος γλάρος πέταγε πάνω από τα κεφάλια μας και μας κουτσούλαγε και τι ωραία που είναι τα αβγά. Ανάσα καθώς στέκομαι εδώ μέσα στα λιμνασμένα από καιρό νερά και για πρώτη φορά δεν με σήκωσα και με σηκώνω είμαι ο μπαμπάς μου και η μαμά μου θα με θηλάσω και θα με δείρω να συνέλθω φάε φάε φάε μαλάκα να μεγαλώσεις να γίνεις δυνατός σκάσε σκάσε γιατί δεν μιλάς; Τραγουδήστε μου κάποιος κάποιος να τρέξω να βγάλω από πάνω μου αυτή τη σάρκα να χορέψω με καινούργιο δέρμα ούτε σφουγγαρίστρα δεν με γλυτώνει από αυτό το διαμέρισμα που βρωμάει θάνατο σε εκείνη τη γωνιά κάποτε κούρνιαζε μια σκιά και εδώ πίσω από τον καναπέ ένα κοκαλάκι μαλλιών και ένας μαύρος μαρκαδόρος αυτό το σπίτι έχει γεμίσει από γέλια και νερά. Αυτός ο καναπές έχει απάνω σπέρμα και μαλλιά και το τζάκι είναι γεμάτο με στάχτες που δεν καθαρίζω γιατί μυρίζουν όμορφα άμα ανέβει το νερό θα γίνουν λάσπη και θα την πλάσω να φτιάξω ένα μαχαίρι ποιος είμαι εγώ που αρέσκομαι στο να μυρίζω στάχτες τα λουλούδια μου πεθάναν όλα και οι κουρτίνες είναι στα σκουπίδια γιατί σαπίσανε και οι ντουλάπες μου είναι γεμάτες με αφίσες και επιτραπέζια και καμιά φορά στον καθρέφτη του μπάνιου αχνοφαίνονται πρόσωπα σαν μάσκες θεάτρου. Μου τελειώνουν τα κεριά το κρεβάτι μου είναι σαν πέτρα στεγνό δεν έχει ύπνο απάνω του θα κοιμηθώ στην πολυθρόνα αγκαλιά με ένα πουλόβερ και ένα βρώμικο ποτήρι με κρασί σκάσε σκάσε, ένα σπασμένο παράθυρο τραγουδάει λυπημένα θα το κλείσω με εφημερίδες και θα περιμένω να έρθει κάποιος γείτονας να μου δώσει κόλα και γυαλί να το φτιάξω να βγάλω τα σκουπίδια και να ισιώσω τα κάδρα στους τοίχους κάποιος μαλάκας έγραψε παντού λέξεις στους τοίχους ένας τρελός, από κάπου ξέφυγε είναι επικίνδυνος και κρύβεται κάπου μέσα στο σπίτι αλλά δεν πάω να τον ψάξω γιατί θα μου σβήσει το κερί και δεν έχω ούτε σπίρτα ούτε αναπτήρα και το νερό ανεβαίνει. Τα αβγά επιπλέουν. Το ήξερες; Και τα σκατά. Σε πρόλαβα. Η σκύλα της γειτονιάς κοιμάται πια συνέχεια κάτω από αυτοκίνητα όλο της λέω καμιά μέρα δεν θα ξυπνήσεις έγκαιρα και θα σε πατήσουν όλο μου λέει δεν θα με νοιάζει γιατί έτρεξα πολύ και κάποτε έβλεπα δέντρα στη γειτονιά τώρα δεν μπορώ ούτε μέχρι την πόρτα να πάω γιατί έχει πλημμυρίσει το διαμέρισμα το είπα αυτό ε; Σε πόσα ακόμα υποδιαμερίσματα να χωριστώ να με υπενοικιάσω και να χαρώ με τα κέρδη θα τα βάλω μέσα στο νερό και αυτά να επιπλέουν μαζί με κάποια φύλλα που μπήκαν από το παράθυρο και κάτι ξεχασμένα ρούχα και αυτές οι κηλίδες πρέπει να είναι από την νταμιτζάνα με το λάδι που έχω κάτω από τον νεροχύτη πάει και το λάδι θέλω να κοιμηθώ σκάσε σκάσε. Ο μικρός; Που πάει; Με ρώτησες εμένα; Να βγάλεις τα παπούτσια σου πριν ξαπλώσεις και να πλύνεις τα δόντια σου μόνο πρόσεχε τα σιφόνια στάζουν αίμα και τρίχες πλύσου στον κήπο καλύτερα με την πρωινή δροσιά και άμα με ξαναρωτήσεις τι έχω θα σου απαριθμήσω όλα μου τα υπάρχοντα που έχω μέχρι να στην σπάσω και σένα πότε θα σταματήσω να κρατάω τα πόδια μου ψηλά αφού τώρα το νερό έχει φτάσει μέχρι το μπράτσο της πολυθρόνας μου έβρεξε και τον καπνό ούτε κάπνισμα επιτρέπεται, κουράστηκα, κουράστηκα, κουράστηκα. Χαχαχαχαχαχ. Αααααχ. Η μούχλα στους τοίχους είναι σαν ζωγραφιές. Σε σημεία, είναι μαύρη. Οι πόρτες των δωματίων έχουν πρηστεί, άμα τις κλείσω δεν ξανανοίγουν όπως γίνεται με όλες τις πόρτες. Σκάσε. Σκάσε. Να και η κιθάρα μου. Οι χορδές είναι αρχαίες. Να και τα πινέλα μου, επιπλέουν. Το κερί τελειώνει. Μια νυχτοπεταλούδα το κατουράει και το σβήνει γιατί είναι μεγάλη πουτάνα.
Είσαι
όποιος
εφιάλτης
σου
φαντάστηκες
ποτέ.
Κάποιες λέξεις σε κάποιες συγκεκριμένες προτάσεις εννοώ με συγκεκριμένη σειρά
δεν θα τις ξαναπώ ποτέ. Δεν θα ξαναβγούν ποτέ από το στόμα μου.
Μου αρκούν οι-
ώχου σκάσε.

Tuesday, September 22, 2009

Το φόρεμα



Της έπεφτε συνέχεια η τιράντα από το φόρεμα και ναι μεν ήξερε πως κάτι τέτοιο μπορεί να περάσει έως και αισθησιακό, έλα όμως που την ενοχλούσε. Την ενοχλούσαν και οι σταγονίτσες του ιδρώτα που κυλούσαν στην πλάτη της, σίγουρη πως θα άφηναν αηδιαστικές στάμπες, σαν λεκέδες-βασικά σαν λεκέδες αυτού ακριβώς που ήταν: λεκέδες από ιδρώτα. Τα μαλλιά της την εξόργιζαν. Δεν τα μάζευε ποτέ πάνω και δεν τα έβαζε ποτέ πίσω από τα αυτιά της. Δεν νόμιζε. Ήξερε πως ήταν άσχημη. Είχε τρεις ολόκληρες δεκαετίες εξάσκησης πάνω στο θέμα της αυτοαποδόμησης και το πίστευε με σθένος, το ότι ήταν πραγματικά και σε όλα τα σημεία που μετράνε, άσχημη. Το προλάβαινε στις κουβέντες με τις κολλητές της που πάντα την έβριζαν. Γιατί -φυσικά- ήταν όμορφη. Δεν έπειθε κανέναν και όλοι την κατηγορούσαν για ηττοπάθεια. Είχε πείσει όμως τον εαυτό της και τη ζωή την ζεις με αυτά που πιστεύεις, όχι με αυτά που σου λένε ή διαβάζεις.
Είχε ακούσει να την λένε όμορφη.
Και αυτός. Της το είχε ψιθυρίσει, λίγο πριν να αποκοιμηθούν με ανοιχτό παράθυρο, ένα καλοκαίρι, πανσέληνος, σαν από διήγημα, σαν από ταινία ιταλική σε θερινό σινεμά που βλέπεις τη μισή και την άλλη μισή φιλιέσαι με τον αγαπημένο σου. Έτσι της το είχε ψιθυρίσει. Τζιτζίκια, ζέστη, τα κορμιά τους ιδρωμένα από έρωτα, ζαλισμένοι και χαρούμενοι και αποβλακωμένοι, ξέπνοοι. Ζωντανοί.
"Είσαι όμορφη, " της είχε πει απλά και σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση θα της είχε φανεί τόσο τετριμμένη αυτή η φράση. Ένιωθε όμορφη. Εκείνη τη στιγμή η πολύχρονη πείρα της, την πρόδωσε, δεν μπόρεσε παρά να νιώσει όμορφη. Έβαλε το χέρι του πάνω στο στόμα της, όλη η παλάμη, τι περίεργη κίνηση, σαν να μην της επέτρεπε να μιλήσει, το ένα του δάχτυλο μισοάνοιξε τα χείλη της και εκείνη το πιπίλισε. Τον πήρε ο ύπνος έτσι. Τι αστείο.

Εκείνη κοιμήθηκε το ξημέρωμα. Έμεινε ώρες να πιπιλάει το κοιμισμένο δάχτυλο του. Σκεφτόταν: ας μείνω έτσι για πάντα Θεέ μου. Στο όνειρο της, όταν πια βούλιαξε ευτυχισμένη μέσα σε βαθύ ύπνο, δίπλα του, είδε ότι πετούσε.

Την ενοχλούσε η τιράντα και ο ιδρώτας και η ζέστη και ο κόσμος στο λεωφορείο, ήθελε να τους χαστουκίσει όλους. Γιατί την κοιτούσαν; Κοίταξε την αντανάκλαση της στο παράθυρο του λεωφορείου και προσπάθησε να βρει λόγους για να συνεχίσει να είναι κακοδιάθετη. Η δουλειά της. Ασήμαντο. Η οικογένεια που πάντα την είχε στην απ' έξω, ειδικά από τότε που αρνήθηκε εκείνη τη μετάθεση στη Γερμανία. Ευτελές.
Σήκωσε την τιράντα και χαμογέλασε. Νευρίασε που οι άμυνες της αποδεικνύονταν τόσο σαθρές. Προσπάθησε να μην χαμογελάει. Δύσκολο. Στο μυαλό της, η φωνή του στο τηλέφωνο.
"Έλα. Μία τελευταία φορά, απλά να μ' ακούσεις. Υπήρξα μεγάλος μαλάκας."
Πόσο είχε νευριάσει με τον εαυτό της που είχε χαρεί. Έσφιξε την τσάντα της πάνω στα πόδια της και ευχήθηκε το λεωφορείο να γίνει αεροπλάνο. Το φόρεμα της πλέον, κολλούσε απάνω της.

Της άρεσε να την παίρνει αγκαλιά από πίσω, να τυλίγει τα χέρια του στη κοιλιά της, να ακουμπάει το κεφάλι του στον αριστερό της ώμο. Λάτρευε να την χαζεύει όταν έκανε μπάνιο. Στεκόταν στην πόρτα της τουαλέτας με τσιγάρο στο χέρι, στηριγμένος στην κάσα και την κοιτούσε υπνωτισμένος. Εκείνη δεν του έδινε σημασία. Παίζανε μαζί ολόκληρα σενάρια, σκηνές βγαλμένες από κάποια τσόντα, της ζητούσε να του κάνει χατίρια όσο πλενόταν και εκείνη αρνιόταν πεισματικά. Και κάθε φορά, κατέληγαν στο κρεβάτι. Κάθε φορά, του έκανε ό,τι της ζητούσε, ενέδιδε και εκείνος στις ηδονικές προσταγές της, αδιαμαρτύρητα. Πόσο έκλαψε όταν της τα πήρε όλα αυτά. Τον μίσησε σχεδόν όσο τον αγάπησε. Σχεδόν.

Έφτασε στο καφενεδάκι στο Θησείο, τον είδε να κάθεται μόνος του να περιμένει και για μια στιγμή σκέφτηκε να τον αφήσει εκεί, για πάντα, να περιμένει, να τον πονέσει. Κάθισε γρήγορα, χωρίς να χαιρετίσει, τρέμοντας, χωρίς να τον κοιτάει στα μάτια. Έβγαλε τον καπνό της από την τσάντα, το κινητό, τα χαρτάκια, χριστέ μου το άρωμα του, τα φιλτράκια και τον αναπτήρα. Τον κοίταξε υπεροπτικά και στιγμιαία το μετάνιωσε, να τον φιλήσει προτιμούσε. 
"Είσαι όμορφη," της είπε και ο ιδρώτας της μέρας ήταν δικό του νέκταρ, αν της το ζητούσε θα του τον έδινε εκεί, στο καφενεδάκι. 





Περίμενε ώρες μόνη της.
Όταν πια βράδιασε, πήρε τον δρόμο του γυρισμού.
Το φόρεμα με τα ενοχλητικά τιραντάκια δεν το ξανάβαλε, το πέταξε στα σκουπίδια.
Την ασχήμαινε.

Sunday, September 20, 2009

ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΗ ΙΣΗΜΕΡΙΑ



"Ισημερία είναι το ημερονύκτιο κατά το οποίο έχουν ίση διάρκεια η μέρα και η νύχτα."

Το διάβαζε και το ξαναδιάβαζε στην οθόνη του υπολογιστή του, μπήκε στην ιστοσελίδα να το τσεκάρει, να το διασταυρώσει, να σιγουρευτεί. Γιατί οι δικές του νύχτες ήταν μακριές, μεγάλες, πολύ μεγαλύτερες από τη μέρα.
Κάτι γινόταν με τους πόλους της γης, ήταν σίγουρος. Κάπου στα δώδεκα του αλλάξαν, έγειρε ο πλανήτης προς τη λάθος μεριά, μεγάλωσε η σελήνη, βαρύνανε τα αστέρια, πύκνωσαν οι άνεμοι, σκούριασε ο ουρανός, τα ζώα τρελάθηκαν και ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα όλων αυτών για τα οποία ο άνθρωπος δεν μπορεί να κάνει τίποτα,
μεγάλωσαν οι νύχτες.
Όχι μόνο τον χειμώνα. Και το καλοκαίρι. Όλο το χρόνο.
Μπορεί απλά να άλλαξε αυτός.
Μπορεί να ήταν το ζώδιο του.
Πάντως οι νύχτες διεκδίκησαν το φως με τα χρόνια και κέρδισαν.


Κοιμόταν λίγες ώρες, με το που έπαιρνε να χαράζει ξάπλωνε στο κρεβάτι και σηκωνόταν μόλις έβρισκε την δύναμη να επιβληθεί στους εφιάλτες του. Διαφορετικά, έκλεινε τα μάτια του και παραδινόταν στον ανήλεο κινηματογράφο του μυαλού του, μικρά διαλείμματα ανάμεσα, μέχρι να συνηθίσουν τα μάτια του στο σκοτάδι της κρεβατοκάμαρας και μετά βουτιά στο επόμενο όνειρο. Και στο επόμενο. Μέχρι που άρχισε να μπερδεύει τι έβλεπε στον ανήσυχο ύπνο του και τι συνέβαινε στη ξυπνητή ζωή του. Μέχρι που άρχισε να μιλάει σε αυτούς που τον επισκέπτονταν, σαν να ήταν υπαρκτοί, υπαρκτές, υπαρκτά. Τα πλάσματα. Οι σκιές και οι αέρηδες οι γκρίζοι που μιλάγανε με βαθιές φωνές.
Τριγυρνούσε στη πόλη σαν φάντασμα, κυνηγημένος από φαντάσματα, έπινε για να τα πνίξει, να τα ξεκοιλιάσει αλλά το μόνο που κατάφερνε ήταν να αποδυναμώνει τον εαυτό του, να κάνει πιο εύκολο το έργο τους, να τον μασάνε και να τον τρελαίνουν με τα τραγούδια τους. Όταν γυρνούσε σπίτι προσπαθούσε να τα ξορκίσει, ζωγράφιζε τρομαχτικά πράγματα και όταν τελείωναν οι καμβάδες, ζωγράφιζε τους τοίχους. Τον ενοχλούσαν οι άνθρωποι που τον πλησίαζαν, οι φίλοι. Κυρίως γιατί οι φίλοι κοιμόντουσαν ήρεμους ύπνους.
Σταμάτησε να τους βλέπει και να τους μιλά.
Σταμάτησε να τρώει και να φροντίζει τον εαυτό του.
Έγινε γκρίζος.

Και μία νύχτα, σταμάτησε να κοιμάται.  
Πρώτα πέσανε τα χέρια του, στη θέση τους φύτρωσαν δύο χέρια από σκοτεινό αέρα.
Μετά τα πόδια, ο κορμός και το κεφάλι τελευταίο.
Μέσα από απλές, απαρατήρητες για τους άλλους διαδικασίες αλλά και για τον ίδιο απροσδιόριστες,
σε μία νύχτα που ήταν κατά πολύ μεγαλύτερη από τη μέρα που προηγήθηκε,
έγινε ο ίδιος νύχτα.


Και έτσι μπόρεσε να ξεκουραστεί.
Να κοιμηθεί σαν νύχτα που ήρεμα ονειρεύεται την αυγή. Σιωπηλά. Γαλήνια.

Tuesday, September 15, 2009

Ρινοκερόδεντρο


Τσαλάκωσε το κουτάκι της μπύρας με δυσκολία, είπε "αργκ" και το πέταξε στο νερό. Με κοίταξε με το ένα φρύδι σηκωμένο και γελάσαμε, ήταν γελοίος αλλά το έπαιζε καλά. Έτσι έκανε πάντα, από τότε που τον πρωτογνώρισα. Μεγάλωνε τις αντιδράσεις του σε μικρά μονόπρακτα υπερβολής, τραγικές εκφράσεις και ξεκαρδιστικές γκριμάτσες.
Η παραλία ήταν άδεια. Ξημερώματα, Λαύριο, σε έναν κρυμμένο ορμίσκο, τα πάντα γύρω μολυβένια.
"Μαλάκα θα το μαζέψεις αυτό," του είπα.
"Ναι, όντως," είπε με αστεία φωνή και σηκώθηκε παίζοντας το ξενερωμένο παιδάκι που το έχουν μαλώσει, τίναξε από πάνω του την άμμο και πήγε να σηκώσει το κουτάκι της μπύρας. Τον παρακολούθησα καθώς απομακρυνόταν. Ψηλός, λεπτός με μακριά μαλλιά. Σαν σκιάχτρο ο άτιμος, σαν ακρίδα με αρβύλες. Φορούσε πάντα φαρδιά παντελόνια - σκισμένα τζιν ή υφασμάτινα με τσέπες - φαρδιές μπλούζες με συγκροτήματα και είχε τα μαλλιά του πάντα λυτά. Ακόμα και όταν έτρωγε. Πράγμα που μου την βάραγε πάρα πολύ και του το είχα πει άπειρες φορές. Δεν άντεχα να τον βλέπω να τρώει τις ίδιες του τις τρίχες. Πάντα μου έλεγε: "Δικές μου είναι, τι πρόβλημα έχεις εσύ;" ενοχλημένος. Δεν μάζευε τα μαλλιά του γιατί νόμιζε ότι είχε μακρύ λαιμό. Είχε δίκιο. Το πρόσωπο του ήταν όμορφο όμως. Συμμετρικό, οβάλ, με λεπτή μύτη και πεταχτά ζυγωματικά. Λίγο μεγάλο κούτελο αλλά το έσωζαν τα μάτια του που ήταν μολυβένια, σαν το ξημέρωμα γύρω μας.

Στάθηκε για λίγο με τη πλάτη του σε μένα να κοιτάει τον ορίζοντα και μίλησε χωρίς να γυρίσει.
"Άμα μπορούσες να είσαι οπουδήποτε, που θα διάλεγες να είσαι; Αυτή τη στιγμή."
Σκέφτηκα να του πω πως θα ήθελα πολύ να μην είμαι αλλά μου φάνηκε υπερβολικό, μετά από ένα ολόκληρο βράδυ συζήτησης και ποτού. Αρκετό μελό για ένα βράδυ.
"Εδώ με σένα."
Με μούτζωσε χωρίς να γυρίσει.
"Έλα ρε σοβαρά." Αυτό το έλεγε πάντα με παράπονο όταν τον ξενέρωνα στα μικρά ονειροταξιδάκια που γούσταρε τόσο να με τραβάει, από τότε που ήμασταν παιδιά. Πού θα ήθελα να είμαι, ποια θα παντρευόμουν, τι αμάξι, τι σπίτι, τι πλανήτη, τι φαγητό. Ήθελε πάντα να τον ακολουθώ. Και φυσικά το έκανα.
"Σε ένα καράβι κάπου, δεν με νοιάζει που, πάντως μεγάλο ταξίδι," είπα σοβαρά, όπως μου ζήτησε. Ήρθε και κάθισε δίπλα μου. Είχε όρεξη. Έβαλε τα μαλλιά του πίσω απ' τ' αυτιά.
"Αφού δεν γουστάρεις την θάλασσα ρε," μου είπε και μου έδωσε το μονόφυλλο που μονοπωλούσε τα τελευταία λεπτά.
"Γι' αυτό."
"Δηλαδή ακόμα και στην φαντασίωση σου, θα ήσουνα κάπου που ξενερώνεις. Ωραίος ρε."
"Ευχαριστώ."
"Να σε ρωτήσω κάτι;"
"Όχι."
"Την παλεύεις;"
"Εσύ τι συμπέρασμα βγάζεις μετά από τόσες ώρες κουβέντας;"
Δεν απάντησε. Δεν γούσταρε να βλέπει ότι δεν είμαι καλά. Μάλλον επειδή ήμουν μεγαλύτερος, σύνδρομο μικρού αδερφού και τα λοιπά.
"Σε καράβι ε;"
"Μμμ."
"Ιστιοφόρο;"
"Μμμ."
"Πειρατής;"
"Τζακ φακιν Σπάροου."
"Τζόνι φακιν Ντεπ. Τι ηθοποιάρα ρε μαλάκα."

Παύση. Ποτέ δεν ένιωθα άβολα όταν δεν μιλάγαμε. Οι σιωπές μας ήταν απλά άλλος ένας τρόπος να επικοινωνούμε. Μικροί, μπαίναμε στο σπιτάκι που είχαμε φτιάξει από ξύλα, πάνω σε ένα μεγάλο πεύκο στη γειτονιά μας και αράζαμε χωρίς να μιλάμε. Ξαπλώναμε και κοιτάζαμε τον ουρανό και τα κλαδιά του δέντρου. Καμιά φορά βάζαμε μουσική.
Του έδωσα το τσιγάρο.
"Κοίτα εκείνον τον κορμό, μοιάζει με ρινόκερο," είπε με βραχνιασμένη φωνή. Άνοιξε το ψυγειάκι και έβγαλε κι άλλη μπύρα. Κοίταξα. Δεν έμοιαζε με ρινόκερο, περισσότερο με ξεβρασμένο κορμό έμοιαζε, ένας λευκός κορμός δέντρου με τις ρίζες του να ορθώνονται στον ουρανό σαν δαιμονικά καβλιά-
Γέλασα.
"Τι;"
Πάντα ήθελε να ξέρει οτιδήποτε αστείο θα μπορούσα να σκέφτομαι, ανά πάσα ώρα και στιγμή, ακόμα και αν δεν μπορούσα να του εξηγήσω.
"Τι ρε; Πες. Έλα πες."
"Με σένα γελάω."
"Γαμιέσαι."
Πέταξε μία πέτρα στο νερό. Δεν την άκουσα να πέφτει. Περίεργο-
"Τουλάχιστον, νιώθεις καλύτερα," είπε και γύρισε να με κοιτάξει. Τον κοίταξα και γω. Είχε σκουλήκια στις κόγχες των ματιών του και τα μαλλιά του κρέμονταν από το πρόσωπο του σαν νεκρές κλωστές, χόρευαν στον άνεμο σαν φίδια.
"Που πήγες;" τον ρώτησα και η φωνή μου έτρεμε λίγο. Δεν φάνηκε να το προσέχει. Σηκώθηκε και με την κίνηση, κάποια από τα σκουλήκια ξεκόλλησαν από το πρόσωπο του και έπεσαν γύρω από τα πόδια του. Ακούστηκαν σαν σταφύλια.
"Έλα ρε μην μασάς, ξέρεις που θα με βρεις. Τα λέμε κάθε πρωί και κάθε βράδυ και σε κανέναν υπνάκο στο ενδιάμεσο, τι άλλο θες; Να τα φτιάξουμε;" και άρχισε αμέσως τους θεατρινισμούς. Μου γύρισε την πλάτη και αγκάλιασε τον εαυτό του έτσι που να βλέπω τα χέρια του, σαν να τον κρατάει κάποια γκόμενα, έκανε ότι φιλιέται παθιασμένα.
Χαμογέλασα. Μίλησε χωρίς να γυρίσει πάλι και η φωνή του ήταν αλλουνού, αρχαία, σαν πέτρες που παρασύρονται από το κύμα.
"Όλα είναι όπως πρέπει. Δες το."
Και χάθηκε.

Δεν πρόλαβα να του φωνάξω και εκείνη έβαλε το χέρι της στον ώμο μου και με τράβηξε πάνω της, στο στέρνο της.
Η μυρωδιά της ήταν η θάλασσα και η άνοιξη και το χώμα.
Το χέρι της μου χάιδεψε τα μαλλιά, ήταν γερασμένο και απαλό. Θύμωσα και αποτραβήχτηκα, άναψα τσιγάρο χωρίς να την κοιτάω. Σκούπισα τα μάγουλα μου σαν κακομαθημένο κωλόπαιδο, η κίνηση του να σκουπίζεις τα δάκρυα σου είναι από μόνη της εξευτελιστική, σαν να επιβεβαιώνεις ότι
-πονάς-
είσαι αδύναμος.
"Τι είναι;" με ρώτησε και οι δύο λέξεις αυτές είχαν μέσα όλο το νοιάξιμο του κόσμου.
"Τίποτα, όλα καλά."

Σε κάτι διακοπές, είχα ανέβει σε ένα βράχο για να βουτήξω στο νερό, το βλέμμα της απάνω μου σαν κουβέρτα και ας έκανε την αδιάφορη, μιλώντας με τους υπόλοιπους μεγάλους, καθισμένη στην παραλία.
"Άμα χτυπήσεις θα φας και ξύλο," μου φώναξε μισοαστεία, μισοσοβαρά. Οι υπόλοιποι γελάσανε. Τους άκουγα από κει που ήμουν, το βλέμμα της απάνω μου. Κάποιος της είπε να με αφήσει, αλλά πώς θα μπορούσε; Η βουτιά μου πρέπει να κράτησε για κείνη ώρες, ήμουν στον αέρα ούτε δευτερόλεπτο, το ύψος μικρό.
Με το που βγήκα στην επιφάνεια την κοίταξα, την αναζήτησα. Με είχε δει; Είχε δει τι είχα καταφέρει;

"Όλα καλά."
Πώς διάολο να πω ψέματα;
"Όλα σκατά."
"Ε, και;" με ρώτησε.
Την κοίταξα. Δεν έπρεπε. Είχα καιρό να την δω και μερικές φορές, αυτούς που δεν βλέπεις τους συγχωρείς πιο εύκολα και ας μην έχουν φταίξει σε τίποτα. Άμα τους κοιτάς θυμάσαι τον αδικαιολόγητο σου θυμό. Θυμάσαι τους λόγους που σε κάνουν μικρό. Δεν μπόρεσα να της μιλήσω. Ποτέ δεν χρειάστηκε, μου είπε το βλέμμα της.
Σηκώθηκε και μπήκε στο ήρεμο νερό μέχρι τα γόνατα.

Μακριά, μία νότα κόκκινο στο πεντάγραμμο του ορίζοντα. Αυγή. Δροσιά.
Η παραλία έρημη ξανά. Την ανταγωνίστηκε το μέσα μου καθώς έσβηνα το τσιγάρο. Πήγα να σηκωθώ και δεν με κράτησαν τα πόδια μου. Κοίταξα τον ρινόκερο κορμό και μου φάνηκε σαν να κουνήθηκε.
"Θα μπω στο νερό ξανά, να φύγω, να βγω σε άλλη παραλία," είπε.
"Ε, καν' το, τι περιμένεις;"
"Την αυγή."
"Να περιμένω μαζί σου;"
"Ναι και άμα κρυώσεις, κάψε με. Δανείσου μερικά από τα δαιμονικά καβλιά μου."
"Μαλάκα."

Ξάπλωσα πίσω. Ο ρινόκερος δεν ξαναέβγαλε άχνα. Η άμμος μαλακή.
Το κρεβάτι μου άμμος.
Ξύπνησα τυλιγμένος με το σεντόνι, σαν δράκος γύρω μου, ανάμεσα στα πόδια μου, σφιγμένος στον λαιμό μου, υγρός, ιδρωμένος δράκος. Ποιος είναι αυτός ο άγιος που σκοτώνει δράκους στα εικονίσματα; Ο άγιος Γεώργιος νομίζω. Μας έλειψες το βράδυ άγιε, σκέφτηκα και έκανα να σηκωθώ.

Ζαλίστηκα και με στήριξε με το δεξί της χέρι. Κρατούσε ακόμα το ποτό της στο άλλο, η μουσική έκανε το στομάχι μου να δονείται, όχι ευχάριστα, όχι όπως όταν ακούς να σου λένε σ' αγαπώ για πρώτη φορά.
"Θες να φύγουμε;" με ρώτησε πάνω από την μουσική, το στόμα της στο αυτί μου κολλημένο. Μπορεί να περνούσαμε καλά, δεν θυμάμαι, η παρέα χαμένη σε χορό, η νύχτα προχωρημένη. Βγήκαμε στα σοκάκια του κέντρου, Ψυρρή, μεθυσμένος για τα καλά εγώ, στηριζόμουν επάνω της, δεν παραπονιόταν και ας μην άντεχε το βάρος μου.
Είχε φεγγάρι, δεν θυμάμαι, σωριάστηκα σε ένα πεζούλι να βρω την ανάσα μου, να σταματήσει να γυρίζει ο κόσμος, περίμενε λίγο της είπα και χαμογελούσε. Την τράβηξα πάνω μου, στην αγκαλιά μου.
"Ζέχνεις αλκοόλ," μου είπε ψεύτικα πειραγμένη.
"Κι' εσύ. Μ' αγαπάς λίγο;"

Δεν θυμάμαι τι μου απάντησε.
Ήρθα εδώ να δω την αυγή αλλά δεν θυμάμαι πώς. Κάποιος ήταν εδώ πριν από λίγο αλλά δεν θυμάμαι. Η θάλασσα έχει αγριέψει και ήλιος μάλλον δεν θα φανεί, σύννεφα έχουν φυτρώσει παντού ψηλά, υπόσχονται καταιγίδα. Καλύτερα.
Να φουσκώσει και η θάλασσα, να ξυπνήσω και εγώ από αυτόν τον γαμημένο εφιάλτη.
Να την κάνει και το ρινοκερόδεντρο για άλλες παραλίες που μου έχει πρήξει τα αυτιά.
Να πάει στο διάολο κι' αυτό και τα δαιμονικά καβλιά του.

Sunday, September 13, 2009

Είναι κάτι άνθρωποι
πανέμορφοι
τους μισώ τόσο που τους αγαπώ και ας μην τους ξέρω
σαν δέντρα μέσα σε ομίχλη με κρεμασμένα απάνω τους ημερολόγια
δίπλα σε λίμνες
δίπλα σε αεροπλάνα
που μιλάνε λίγο αλλά αληθινά.

Και κάτι άλλοι άνθρωποι
που ντύνονται σε μαύρα
και ενώ να ζωγραφίζουν θέλανε
μένουν μουγκοί και η σιωπή τους κόβει σαν πολυκαιρισμένο γυαλί που βρίσκεις σε κάποια παραλία
σιωπή που τους τάισα με το χάλκινο μου κουτάλι

Και κάτι άνθρωποι που με ξέρουν από τότε που δεν με ήξερα εγώ.
Αυτοί είναι οι πιο επικίνδυνοι.

Μικρά μου συννεφάκια καληνύχτα.

Friday, September 11, 2009


"DESPAIR"
by
Egggod


Δεν μπορώ να σκεφτώ ούτε ένα πράγμα που
θα με οδηγούσε να πω σε έναν άνθρωπο
ότι τον μισώ.
Ακόμα και όταν θέλω να το πω, ντρέπομαι.
Όταν μου το λένε
ντρέπομαι πιο πολύ.
Σκέφτομαι πως ίσως έχω κάτι που να αξίζει μίσος.


Thursday, September 10, 2009

Χαλασμένα βλέφαρα


"EVERFLY"
by
Egggod



Παράθυρο, καφές, πρωινή τελετουργία.
Πρώτα στο παράθυρο με τα μαλλιά να είναι μπλεγμένα σαν φίδια, το γαμημένο το παντζούρι έχει χαλάσει χρόνια τώρα και αρνούμαι να το φτιάξω, παθαίνω τενοντίτιδα κάθε φορά που θέλω να δω φως. Δεν ανοίγει με τίποτα. Κάθε πρωί οι ίδιες κινήσεις. Με τσίμπλες στα μάτια, να αγκομαχώ να ανοίξω το χαλασμένο παντζούρι. Αυτή η λέξη δεν μ' αρέσει, θα ήθελα τα παντζούρια να λέγονται πέπλα. Ή βλέφαρα.
Τις περισσότερες φορές, αφήνω το παντζούρι κλειστό και ανάβω λάμπα, ας έχει έξω λιακάδα.
Μετά καφεδάκι. Φραπέ το καλοκαίρι, νες το χειμώνα. Με πέντε κουταλιές ζάχαρη και ας έχει η οικογένεια μου ιστορικό ζαχάρου.

Κάτι μέσα σε όλη την τελετουργία με χαλάει. Με αποδυναμώνει. Για μισό λεπτό-

Όχι είναι λάθος. Όλο είναι λάθος.

-
"Βγήκα στην αυλή και κοίταξα τις τριανταφυλλιές μου χτες. Η κόκκινη φαίνεται άρρωστη. Έφαγα πρωινό κάτω από το πλατάνι και μετά ζωγράφισα μέχρι το απόγευμα. Με λερωμένα από μπογιές χέρια, ετοίμασα ένα σάντουιτς και το άφησα πάνω στον πάγκο της κουζίνας να το φάνε οι μύγες. Το σούρουπο ήταν παγωμένο. Άναψα το τζάκι και έκαψα τον καμβά που δούλευα όλη μέρα. Ζέστανε λίγο, οι φλόγες πήραν τα χρώματα και τα πήγανε στον ουρανό, να τα πάρει άλλος να τα κάνει καλύτερο πίνακα. Δεν με πείραξε, χάρηκα. Τη νύχτα χτύπησε το τηλέφωνο αλλά δεν το πρόλαβα. Ήμουν στη ντουζιέρα, είχα αφήσει να τρέχει καυτό νερό πάνω μου, μέχρι που άρχισε να παγώνει και αυτό. Σαν το σούρουπο. Παγωμένο νερό σαν σούρουπο. Σαν λυκόφως. Μου 'ρθε να τραγουδήσω κάτι την ώρα που ξάπλωνα. Νομίζω πως ήταν νανούρισμα. Ένιωσα βλάκας. Είπα να ζωγραφίσω άλλον πίνακα την επόμενη. Σήμερα δηλαδή."

Σήμερα το πρωί-
το παράθυρο το ξέχασα ανοιχτό. Κοιμήθηκα με ανοιχτό παράθυρο. Γέμισε σκόνη το δωμάτιο από τον νυχτερινό αέρα. Σηκώθηκα με μπλεγμένα μαλλιά και τα έκανα όλα ανάποδα. Έκλεισα το παντζούρι χωρίς κανέναν κόπο. Γλίστρησε στις ράγες του σαν νερό και με απομόνωσε.

Και είμαι τόσες ώρες καθισμένος μπροστά στο καβαλέτο.
Και δεν μου βγαίνει τίποτα.
Μου 'ρχεται να τραγουδήσω κάτι αλλά είμαι βραχνιασμένος από τα ουρλιαχτά. Και ενώ είναι πρωί, είναι σούρουπο. Και αφού είμαι ντυμένος γιατί είμαι γυμνός;

Ξέρεις τι λέω;
Θα 'θελα οι καμβάδες να πουλιόνται ζωγραφισμένοι και γω να τους σβήνω.
Να γεμίσω το σπίτι μου με άδεια κάδρα, να τους βάζω και τίτλο. Και επιτέλους να σταματήσω να υπόσχομαι-

Όχι είναι λάθος, είναι όλο λάθος.

-
Θα πάρω το πινέλο μου
με κινήσεις που πονάνε
θα λατρέψω την επιφάνεια που ζωγραφίζω
είναι για μένα,
δίπλα στο ανοιχτό παράθυρο
μέσα σε ένα ζεστό πρωινό
με μία κούπα καφέ να περιμένει.
Και ας είναι νύχτα τα χρώματα μου.

Και ας τρέμει το χέρι μου απ' τον φόβο.

Tuesday, September 08, 2009

Σελίδα


Ήρθε ο Σεπτέμβρης φορώντας γάντια στα χέρια, του κήπου γάντια, λερωμένα.
Με ακούμπησε στον ώμο και με λέρωσε, όχι με χώμα, με αίμα.
Μικραίνουν οι μέρες, ο ήλιος κρύβεται νωρίς και πόσο μου ταιριάζει.
Γεια σου μου είπε ο Σεπτέμβρης και με λέρωσε.

Θα αφήσω τους λύκους είπα και θα μπλεχτώ μέσα στους εξημερωμένους σκύλους.
Να παίζω, να γελώ και να αράζω, να κυλιέμαι.
Μα πάνω στο παιχνίδι κατά λάθος, γεύτηκα αίμα. Και τα θυμήθηκα όλα μονομιάς. Κοκκίνισε η μουσούδα μου. Να βρεις δικό σου βράχο να ουρλιάζεις, αυτός είναι δικός μου, πρόλαβα και τον κατούρησα πολύ πριν έρθεις εσύ.
Όχι, δεν αστειεύομαι. Αυτή τη φορά δείχνω τα δόντια μου από ανάγκη.
Φύγε.

Σε μια βαρκούλα ξύλινη, μικρή, να μπούμε μέσα, θα τραβήξω εγώ κουπί μην κουραστείς.
Κουράστηκα εγώ, για δες.
Μείνε.
Θα βουτήξω εδώ που είμαστε, όχι μην σηκώνεσαι να με χαιρετήσεις. Θα κάνω πως είναι καλοκαίρι και πως το αίμα γύρω μας είναι νερό. Θα πάω στο βυθό να σου φέρω ένα κοχύλι.
Έφυγες. Φτου.

Είναι ήρεμη τώρα η θάλασσα. Η βάρκα έχει χαθεί στον ορίζοντα και εγώ έχω κουραστεί να κολυμπάω.
Δεν μ' αρέσει το νερό.
Βυθίζομαι.

Γη.
Κάπου βαθιά μου υπάρχουν κάτι παιχνίδια πολύχρωμα.
Κάπου στο σπίτι μου υπάρχει η αγαπημένη μου γωνιά, εκεί τα βγάζω και χάνομαι με τις ώρες.
Τι ανόητος μπόμπιρας. Με λερωμένα γόνατα και τσίμπλες.
Πρέπει να πάει στο σούπερ μάρκετ ο μπόμπιρας, να πάρει ψωμί του τοστ και γάλα και χαρτί τουαλέτας.

Μπαίνει ο χειμώνας γοργά, ο Σεπτέμβρης μυρίζει αίμα.
Ο μπόμπιρας πρέπει να πάει σούπερ μάρκετ.
Να του βάλω το αδιάβροχο.
Να του μάθω να λέει ευχαριστώ.

Να του μάθω και να λέει αντίο.

Πιο μετά, να του μάθω να λέει σ' αγαπώ.

Λες και ξέρω.

Wednesday, August 05, 2009

Δεν θα σας πω καλό χειμώνα...

Και που λες....

αν με ρωτούσες μήνες πριν για τον θυμό θα σου 'λεγα άλλα.
Πως είναι απόλυτα δικαιολογημένος.
Πως έτσι προστατεύω εγώ τον εαυτό μου και άμα γουστάρεις.
Το καλύτερο φυσικά το ξέρεις, ε;
(Ε, φυσικά, αφού με ξέρεις.)
Έτσι είμαι και θα το δεχτείς.

Κάτσε να στο ξαναπώ-

Έτσι είμαι και θα ΜΕ δεχτείς.

Το οποίο οφείλω, σαν τελευταίο ποστ του καλοκαιριού, να το βάλω στο μικροσκόπιο
και σαν καλός αβγοθεός που σέβεται τον εαυτό του
να πνιγώ με τα γαμημένα τσόφλια.

ΕΤΣΙ ΕΙΜΑΙ
το οποίο φυσικά προϋποθέτει την κατανόηση του πως είμαι.
Στοπ.
Εεεμμμ,,,χμμμμ,,,,,
Παίζει πρόβλημα ήδη (γαμωτοστανιόμου δεν περάσαμε καν τις πρώτες δύο λέξεις ο μι φι τζι)
Αλλά πάει στο διάολο γιατί εμπεριέχει μία -έστω και διαστρεβλωμένη- αλήθεια.

ΚΑΙ
Και όχι μόνο.
Βλέπε : όχι μόνο αυτό, άκου και το καλύτερο, ετοιμάσου γιατί θα γουστάρεις, επιπλέον, ρούφα και σκάσε.

ΘΑ ΜΕ ΔΕΧΤΕΙΣ

Χμμμμ. Ίσως αν.....αν βάζαμε αυτό εδώ.....έτσι.....και μετά πειράζαμε αυτό ώστε να εννοούμε......ναι......έτσι ωραία.......και μετά κάναμε μία ωραία υπόκλιση, ένα βήμα πίσω να φαίνεται καλά......ναι....
Χμμμμ, τότε θα ήταν κάτι σαν

Έτσι είμαι και βοήθα με να την παλέψω.

Έτσι είμαι και βοήθα με να την παλέψω.

Καλύτερο ακούγεται.
Αν το είχα πει εξ αρχής
θα ήταν όλα αλλιώς. Ευτυχώς περίμενα.

Και εδώ ακριβώς έρχεται και το καλύτερο.
Το πιο γλυκό τσόφλι από όλα.
The golden tsofli.

Έτσι είμαι και βοήθα με να την παλέψω
γιατί εσύ με έκανες.

Γύρισε την πλάτη και έφυγε.
Και για πρώτη φορά
δεν έτρεξα από πίσω.
Γύρισα και απομακρύνθηκα και γω.

Δύο άντρες που περπατάνε πλάτη πλάτη, σαν καθρέφτης.
Ο ένας είναι γέρος.

Δεν θα σας πω καλό χειμώνα.

Αν και πολύ θα γούσταρα να σας την έσπαγα και με την τσιρχιτή μου φωνή να σας πω:
πάρτε τα. Είμαι ο πρώτος που το λέει! Πρόλαβα.

Σ' αυτούς που γνώρισα από εδώ μέσα.
Σ' αυτούς που ήξερα από πριν.

Καλό γαμημένο καλοκαίρι γαμώ τον αντίχριστο μου γαμώ.
Όλο αυτό με αγάπη και χαμόγελο οφ κορς

egggod.

Saturday, August 01, 2009

Ρένυ


Τον λέγανε Rainbow.
Οι περισσότεροι τον φωνάζανε Ρένυ.
Τον γέννησε μία καστανόχρωμη σκυλίτσα πίσω από την καφετέρια με τα πλατάνια στα Θέρμα. Ένα μελί μπαστάρδεμα από λυκόσκυλο και κόπρο, με γαλάζια μάτια. Το πιο χαρούμενο σκυλί του πλανήτη.
Ίσως να φταίγανε γι' αυτό και τα ντουμάνια από το κάμπινγκ.

Όταν ήταν ενός χρόνου ο Ρένυ, ένας βλάκας Γερμανός πάτησε την μάνα του ξεπαρκάροντας το τζιπ του. Τι ηλίθιος τρόπος για να πεθάνει ένα σκυλί. Ο Ρένυ ήταν από πάνω της καμιά ώρα και κούναγε την ουρά του. Δεν είχε καταλάβει. Μονάχα όταν την πήρανε να την πετάξουν, έβγαλε ένα παραπονιάρικο λυγμό, γεμάτα σπίθες τα γαλάζια μάτια του. Ανεπίσημα τον ανέλαβε ο κυρ Χρήστος, που είχε την καφετέρια.

Ανεπίσημα, γιατί ο ο Ρένυ δεν άνηκε σε κανέναν.

Το όνομα του το πήρε από ένα πολύχρωμο μαντήλι που του έδεσε κάποιος στον λαιμό. Αν τον φώναζες, κολλούσε δίπλα σου και δεν έλεγε να φύγει. Μέχρι να τον φωνάξει κάποιος άλλος δηλαδή. Οι κοπέλες τρελαίνονταν μαζί του και ο μπάσταρδος το ήξερε. Τους έκανε τσαλίμια και νάζια, σηκωνόταν στα πισινά του πόδια και τις αγκάλιαζε, σερνόταν στο χώμα και τον χάιδευαν στη κοιλιά, δάγκωνε την άκρη απ' τις φούστες τους και έτρωγε ότι του έδιναν. Αυτό το σκυλί σου ορκίζομαι, έπαιρνε αγάπη όλη μέρα.
Τριγυρνούσε από το πρωί στο μέρος που σταματούσε το λεωφορείο του δήμου. Όποιος ήθελε να πάει στα ιαματικά λουτρά ή στις βάθρες, κατέβαινε εκεί. Ο Ρένυ αμέσως ξεχώριζε τις παρέες με νέα παιδιά και τις διπλάρωνε. Δώσ' του αγκαλιές και χάδια και παιχνίδια και φωτογραφίες, τους έπαιρνε από πίσω ο Ρένυ όπου και αν πήγαιναν. Πολλές φορές κατέληγε στο κάμπινγκ, σύντροφος σε κάποιο ζευγάρι με σκηνή ή σε παρέα με κιθάρες. Μπορεί και να έμενε με αυτούς που είχε διαλέξει για μέρες. Ανέβαινε μαζί τους στις επικίνδυνες βάθρες και τα βράδια ξάπλωνε μαζί τους στην αμμουδιά, δίπλα στις φωτιές που άναβαν. Τα αυτιά του είχαν ακούσει όλες τις γλώσσες του κόσμου, τραγούδια από κάθε γωνιά του πλανήτη.

Τους χειμώνες που η Σαμοθράκη ερήμωνε, κοιμόταν στο μαγαζί του κυρ Χρήστου. Πήγαινε μαζί του για ψώνια και τον συντρόφευε στις βόλτες του, η ουρά του αεικίνητη, το βλέμμα σταθερά σπινθηροβόλο, δύο γαλάζιες φωτιές, ο κυρ Χρήστος του μιλούσε και ο Ρένυ άκουγε. Δεν κυνηγούσε γάτες. Πολλοί τον είχαν δει να κοιμάται αγκαλιά με κάμποσες. Μάλιστα, όταν μεγάλωσε αρκετά, προστάτευε τις παλιοκαραβανόγατες από τα κοπρόσκυλα που τριγυρνούσαν εκεί γύρω. Ήταν ο ήρωας τους. Ε, ρε γέλια με τις γριές γάτες που καθόντουσαν ατάραχες και έτρεχε ο Ρένυ για να καθαρίσει. Όταν τα βρίσκαν σκούρα, χωνόντουσαν ανάμεσα στα πόδια του.
Περίεργο πλάσμα αλήθεια. Χαμογελούσε κιόλας. Τίναζε τα αυτιά του για να διώξει τις μύγες και τα αυτιά του παρέσερναν το σώμα του σε έναν αστείο χορό, τα μπροστινά πόδια να αναπηδάνε ελαφρά, ρυθμικά, τα νύχια του πάνω στο τσιμέντο ζεμπέκικο.

Ένα καλοκαίρι ο Ρένυ ερωτεύτηκε τη Ρενάτα. Ρένυ και Ρενάτα. Ήταν θέαμα οι δυο τους. Εκείνη στα 35 της, είχε έρθει στα Θέρμα και είχε στήσει πάγκο με πέτρες που είχε μαζέψει από όλο τον κόσμο. Τις έφτιαχνε σε κρεμαστά και βραχιόλια και τις πουλούσε. Είχε κατσαρά, πυροκόκκινα μαλλιά μέχρι τη μέση, δέρμα λευκό σαν γάλα και πράσινα μάτια. Με το που την είδε ο Ρένυ, έτρεξε στην αγκαλιά της, της έγλειψε τα δάχτυλα των ποδιών και τα χέρια, του φίλησε εκείνη την μουσούδα και αυτό ήταν.
Αχώριστοι.
Το πρωί δίπλα της στον πάγκο. Το μεσημέρι για μπάνιο στην παραλία. Το βράδυ στην σκηνούλα στο κάμπινγκ, την χάζευε που έπινε χασίσι και χανόταν, το χέρι της μπλεγμένο στο τρίχωμα του, του τραγουδούσε Σμυρνιώτικα και παραδοσιακά, ακούγανε μαζί τον αέρα της Σαμοθράκης να τους λέει παραμύθια. Κάποιες φορές, τον έβαζε μέσα στην σκηνή και κοιμόντουσαν αγκαλιά. Κάποιες φορές εκείνη έκλαιγε σιωπηλά και ο Ρένυ της έγλειφε τα δάκρυα.
Στο τέλος εκείνου του καλοκαιριού, ήρθε στο νησί ένας μουσάτος με μηχανή και έκανε φασαρία, χαστούκισε την Ρενάτα μπροστά σε κόσμο, ο Ρένυ πήγε να τον φάει. Εκείνη του έδεσε ένα πετράδι στο μαντήλι σφιχτά, του φίλησε τα αυτιά με δύναμη, σχεδόν τον πόνεσε. Ύστερα ανέβηκε στη μηχανή του τύπου και εξαφανίστηκε. Για κάνα μήνα ο Ρένυ τριγυρνούσε στα μέρη που υπήρχε ακόμα η μυρωδιά της. Μετά ξανάρθε ο χειμώνας και επέστρεψε στον κυρ Χρήστο.
Ο κυρ Χρήστος ήταν κοντά στα εξήντα. Είχε δύο παιδιά κάπου στο εξωτερικό που δεν του μιλούσαν και μια γυναίκα στο χώμα. Είχε ζήσει πολλά ο κυρ Χρήστος, χοντρός με ηλιοκαμένο πρόσωπο και τεράστιο μουστάκι. Κάθε καλοκαίρι σέρβιρε τα πλήθη των τουριστών που έρχονταν στο νησί, παρατηρούσε τις παρέες που έρεαν σαν ποτάμι μπρος πίσω, έβλεπε πώς άλλαζε ο κόσμος και οι συνήθειες του, εκείνος όμως έμενε σταθερός και ανεκτικός. Το μόνο που άλλαξε ήταν το όνομα της καφετέριας. Πάνω σε μια ξύλινη ταμπέλα, έβαλε έναν ζωγράφο που έμενε στο κάμπινγκ να του ζωγραφίσει ένα ουράνιο τόξο και από κάτω έγραψε με μεγάλα γράμματα "Καφετέρια Rainbow".
Αργότερα το ουράνιο τόξο έγινε σύμβολο των ομοφυλόφιλων, του είπε κάποιος. Δεν την άλλαξε την ταμπέλα. Αυτοί που ήξεραν, ήξεραν.
"Μπα, γύρισες;" έλεγε στον σκύλο όταν επέστρεφε από μακρά απουσία. Έπιανε τον τόνο της φωνής του ο μικρός διαβολάκος και ξάπλωνε καταγής, τα μπροστινά πόδια πάνω στη μουσούδα, τα μάτια παραπονεμένα. Και φυσικά τον κέρδιζε στην στιγμή τον κυρ Χρήστο.

Κάπου στα τρία του χρόνια, η μεριά του λυκόσκυλου υπερίσχυσε και ο Ρένυ έγινε γομάρι, αυτό που λέμε σκύλαρος. Ο λαιμός του πάχυνε, ψήλωσε το σώμα του, μάκρυναν τα πόδια του, βάθυνε το γαλάζιο των ματιών του. Βάθυνε και το γάβγισμα του. Ο κυρ Χρήστος του άλλαξε το μαντήλι με ένα καινούργιο, φροντίζοντας να ξαναράψει απάνω το πετράδι της Ρενάτας. Το μελί του χρώμα, τον έκανε να μοιάζει με μικρή αρκούδα. Παιδιά από οικογένειες τουριστών ανέβαιναν στην ράχη του και εκείνος κουνώντας την ουρά του, τα πήγαινε μικρές βόλτες, πάντα μέσα στο πεδίο ορατότητας των γονιών.
Και όσο και αγαθός και να ήταν αυτός ο μικρός γίγαντας, δεν θα ήθελες να τον νευριάσεις για οποιονδήποτε λόγο.
Από τις πιο γνωστές ιστορίες με τον Ρένυ, είναι αυτή με τον βλάκα και το πλαστικό μπουκάλι. Αν βρεθείς στη Σαμοθράκη, ρώτα να στην πουν. Περιλαμβάνει έναν βρεγμένο Ρένυ που τινάχτηκε χαρωπά δίπλα σε έναν χοντρό οικογενειάρχη. Ο οποίος έκρινε σωστό να πετάξει στο κεφάλι του σκύλου ένα μπουκάλι νερού γεμάτο.
Ρώτα πόσοι χρειάστηκαν για να ξεκολλήσουν τον σκύλο από το στήθος του ξαπλωμένου βλάκα.
Ρώτα πόσο μεγάλος ήταν ο λεκές από κάτουρο στη βερμούδα του χοντρού.

Θα μπορούσε να σου πει την ιστορία ο κυρ Χρήστος, αλλά δεν είναι πια στη Σαμοθράκη. Μια μέρα ήρθε στο νησί η κόρη του από την Γερμανία. Αγκαλιαστήκανε, τα είπανε για πολλές ώρες και στο τέλος με βαριά καρδιά ο γέρος, αποφάσισε να πάει να μείνει μαζί της. Με τα εγγόνια του. Ήταν και η υγεία του που τον απασχολούσε, δεν είχε κανέναν.
Ο Ρένυ θα καταλάβαινε.
Στο λιμάνι πριν μπει στο καράβι, ο κυρ Χρήστος πήρε αγκαλιά τον σκύλο και έκλαψε σαν μικρό παιδί. Όλοι το θυμούνται.
Πώς να ξεχάσουν τον σκύλο που με το ζόρι τον κρατούσαν να μην μπει στο πλοίο, το γάβγισμα του να αναστατώνει τους τουρίστες και τους λιμενικούς.
Και μετά.
Που βούτηξε στο νερό, σε άνισο κυνήγι του μεγάλου πλοίου.
Και μετά.
Που έμεινε στην παραλία τρεις μέρες, κάθε πλοίο που ερχόταν το υποδέχονταν με χαρούμενα γαβγίσματα και μετά γύριζε πίσω στην παραλία, περιμένοντας χωρίς φαΐ για το επόμενο.
Κάποια στιγμή ο Ρένυ γύρισε στην καφετέρια. Ο δήμος έκανε διαγωνισμό, άλλαξε η διεύθυνση του μαγαζιού αλλά την ταμπέλα δεν την πείραξαν. Όταν έφυγε ο κυρ Χρήστος, ο Ρένυ ήτα έξι χρονών.

Εγώ συνάντησα τον σκύλο, όταν ήταν πια δεκαπέντε. Τουλάχιστον είκοσι από τα σκυλιά του νησιού πρέπει να ήταν παιδιά του. Το τρίχωμα του είχε κιτρινίσει σε σημεία και μαδούσε χωρίς να ξαναφυτρώνει. Το μαντήλι στον λαιμό του, ένα ξεθωριασμένο, χιλιομπαλωμένο κουρέλι αλλά το πετράδι ακόμα εκεί. Αιματίτης ήταν. Πανέμορφο.
Το ένα του μάτι, είχε σχεδόν ασπρίσει από τον καταρράκτη. Το άλλο όμως, το καλό, γεμάτο σπίθες, ιστορίες, περιπέτειες και αγάπη. Μου έκανε μεγάλη εντύπωση το πώς συμπεριφέρονταν στον σκύλο οι ντόπιοι. Ήταν το τοτέμ τους, στο ορκίζομαι. Τον ακουμπούσαν και τον χάιδευαν σε κάθε ευκαιρία, σαν κάτι ιερό. Εκείνος απλά κουνούσε λίγο την ουρά, τα χρόνια που σηκωνόταν στα πισινά του πόδια περασμένα.

Μοιράστηκα μαζί του ένα ηλιοβασίλεμα. Ήμουν καθισμένος στα βότσαλα της παραλίας στα Θέρμα. Ξεπρόβαλε μέσα από τις σκιές και ήρθε και κάθισε ακριβώς δίπλα μου, σχεδόν ακουμπώντας με. Του χάιδεψα το κεφάλι και την πλάτη, μούγκριζε κουρασμένος. Του μίλησα για μένα και τα χαζά προβλήματα μου.
Όταν το μοβ στον ουρανό χάθηκε εντελώς και ξύπνησε η νύχτα, ο Ρένυ σηκώθηκε με κόπο και με σκούντηξε.
"Τι θες ρε;"
Κοίταξε τριγύρω. Την θάλασσα, την παραλία, το βουνό πίσω μας. Μετά κάρφωσε το καλό του μάτι πάνω μου. Έμεινε ακίνητος. Κάτι μου έλεγε ο μπάσταρδος. Έστριψε αργά το σώμα του και χάθηκε στο σκοτάδι.

Απ' όσο ξέρω, δεν τον ξαναείδε κανείς. Δεν βρέθηκε ποτέ το σώμα του. Κάποιοι λένε ότι πήγε πάνω, στις ιερές πηγές, ψηλά στις απόκρημνες βάθρες με τους καταρράκτες για να πεθάνει. Δεν ξέρω, αλήθεια.

Ξέρω πως κάτι μου είπε σε κείνα τα δευτερόλεπτα.
Ξέρω πως κάτι μου άφησε, δίπλα μου στην παραλία.

Άμα με ρωτήσεις, θα σου πω πως το πετράδι που φοράω στον λαιμό μου το αγόρασα.

να

Να βρεθώ εκεί στα δέντρα.
Να μου δώσει την μαγική δύναμη για λίγο, κάποιος θεός ή δαίμονας ή...
Να σταθώ σιωπηλός μέσα στις σκιές. Το νυχτερινό φεγγάρι
να γράφει ασημένιες φλέβες πάνω στα πάντα,
να γίνεται το δάσος βωμός από ασήμι και ένα ρυάκι ηχηρό
να είναι η καρδιά αυτού του σώματος από φύλλα που με κρύβουν,
να χαζέψω ταπεινά μια θεά χθόνια που λούζεται, φύλλα κολλημένα στη λευκή της ράχη,
να μοιάζουν με δαγκωματιές από εραστή,
να τις είχα κάνει εγώ αυτές τις πληγές.

Να με καταραστεί η θεά που την είδα να λούζεται,
να με κάνει ελάφι και
να με κυνηγήσει,
να νιώθω πανικό
να χτυπάει στα ζωώδη μηνίγγια μου και το δέρμα μου
να ιδρώνει τρέχοντας, το μάτια μου τρελαμένα
να ψάχνουν για στροφές σωτήριες,
να παραπατώ και
να πέφτω,
να είναι από πάνω μου εκείνη αφρισμένη, τα μάτια της πυρκαγιές μέσα στο δάσος.

Να ξέρω πως θα με φάει,
να ξέρω το τέλος, θυσία στο έδαφος και στα στοιχεία,
να μην με νοιάζει.

Για μια στιγμή
να την κοιτώ, την ύστατη στιγμή και ας έρθει μετά σκοτάδι.
Να την κοιτώ και
να ξέρει

πως βασιλιάς της είμαι.

Thursday, July 16, 2009

Sun


Κάθεσαι εκεί τόση ώρα, μουτρωμένη, μέσα στις σκιές και δεν μου μιλάς.
Να ανάψω το φως;
Δεν θες.
Εντάξει.

Τι είναι αυτό τώρα; Κλαις; Εγώ το έκανα αυτό; Έχω τέτοια δύναμη; Και βέβαια έχω, αφού και συ την ίδια δύναμη έχεις απάνω μου, στην έχω δώσει καιρό τώρα. Να έρθω δίπλα σου; Να κάνουμε ένα τσιγάρο μαζί, χωρίς να μιλάμε, δεν θα απλώσω χέρι, στο ορκίζομαι. Αλλά σε θέλω τόσο πολύ γαμώ την πουτάνα μου. Κάθε τσιγάρο μου κρατάει δευτερόλεπτα, μετά σβήνει, το ένα πίσω απ' τ' άλλο.
Έχω βάλει ζεστό νερό.
Άλλαξα και σεντόνια.
Είμαι λίγο ιδρωμένος, καίει η πόλη και περπάταγα όλη μέρα. Γύρναγα σαν χαζός, μπροστά σε βιτρίνες με πράγματα που θέλω να σου αγοράσω αλλά δεν στα παίρνω γιατί μετά θα σου θυμίζουν εμένα. Και ξέρω πόσο πονάει να με θυμάσαι.
Κοίτα τον καπνό πώς ταξιδεύει στο ταβάνι.
Άσε με να σε πιάσω λίγο. Να βάλω τα χέρια μου απάνω στα βυζιά σου.
Σε αηδιάζω.
Δεν αντέχω να το βλέπω αυτό στα μάτια σου. Θέλω να σε σκοτώσω. Θα σε κόψω σε μικρά κομματάκια και θα σε στραγγίξω στη μπανιέρα και μετά θα σε πετάξω μέσα σε πολλές σκουπιδοσακούλες για να μην πάρει χαμπάρι κανένας τίποτα. Είδες; Σκέφτομαι σαν δολοφόνος.

Τόσο οριακά μπορώ να με αναιρέσω, μέχρι να είμαι κάποιος άλλος.
Τι θες να είμαι καρδιά μου;

Ιππότης πάνω σε λευκό άτι, με χρυσή ασπίδα και σπαθί λαμπερό, θα σκοτώσω τους δράκους που σε φοβίζουν και ας φοβίζουν εμένα πιο πολύ.
Πατέρας και αδερφός, να σε σηκώνω όταν πέφτεις και να σε πειράζω.

Εραστής.
Φοβισμένος στην αρχή, μέχρι να αφεθείς, να νιώσω ασφάλεια, μέχρι να δω στα μάτια σου να ανεβαίνει λίγη απ' την φωτιά που καίει ανάμεσα στα πόδια σου.
Δεν θέλω να σε γαμήσω απόψε. Θέλω να κάνουμε έρωτα, να χαράξεις απάνω μου ποιήματα με τα νύχια σου. Να μας κοπεί η ανάσα όπως όταν μαθαίνεις κάτι πολύ σοβαρό, όπως όταν βλέπεις κάτι πολύ όμορφο. Να λαχανιάσω πάνω στον λαιμό σου, τα πόδια σου τυλιγμένα γύρω μου, να κοιμηθώ έτσι, μέσα σου.

Να ανάψω το φως; Λίγο, έτσι για να σε δω να κάθεσαι πάνω στον καναπέ μου με τα πόδια σου μαζεμένα στο στήθος.
Δεν θες.
Εντάξει.

Φεύγεις τώρα. Σε νιώθω που φεύγεις.
Καλά κάνεις. Να σου ζητήσω μία χάρη. Μην δυσανασχετείς, περίμενε να ακούσεις ντε. Δεν είναι τίποτα.
Μετά, αύριο, σε λίγο καιρό, θα κάθεσαι μόνη σου πάλι ένα βράδυ και θα καπνίζεις όπως τώρα. Ο αέρας που αναπνέεις θα σου βρωμάει, θα νιώθεις άσχημη, το δέρμα σου θα κολλάει, τα δάχτυλα σου θα πονάνε από το σφίξιμο. Θα τρέμεις. Ιδού η χάρη: θέλω να θυμάσαι τον ήλιο. Άκου τώρα τι είπα. Να εξηγηθώ και την κάνω κ γω.

Όσο και να χτυπιέσαι ότι σε μαύρο μέσα βουλιάζεις και ότι βάρυναν τα πόδια σου απ' την πίσσα, κάποτε κυλίστηκες σε αμμουδιά και γέλασες. Κάτω από ήλιο μανιακό, θεού δύναμη ή φύσης δώρο. Ήλιο που ψήνει τα αβγά μέσα στα τσόφλια τους.

Να θυμάσαι τον ήλιο και να χαμογελάς.
Και εμένα ξέχασε με.

Εμένα μου αρκεί για τα επόμενα λεπτά να κάτσω δίπλα σου στο σκοτάδι, να καπνίζουμε σιωπηλοί και ας σε θέλω τόσο πολύ

που πονάω στο στήθος.

Δεν θα ανάψω το φως μάτια μου γλυκά.
Εν γνώση μου σήμερα,
θα κοινωνήσω λίγο από το σκοτάδι σου.

Έτσι ντε.
Χαμογέλα μου λίγο.

Saturday, July 04, 2009

κράτα με


by egggod


Κουρασμένος.
Ένας γεράκος 82 χρονών, μαλλιά αραιά, μέχρι τους ώμους. Το δέρμα του είναι σαν πάπυρος, με κηλίδες και φλέβες σαν ζωγραφιστές, με σημάδια και σκόνη από φιλιά. Το σπίτι του στους Αμπελόκηπους ένα μαυσωλείο, γεμάτο με βιβλία, παλιά έπιπλα και φωτογραφίες, μικρό σπίτι, φωλιά σπουργιτιού.
Τρία δωμάτια όλα και όλα, στην πολυκατοικία πάντα τον λέγανε τρελό, ποιητής ήτανε και ζούσε μόνιμα με δανεικά. Τα βιβλία του δεν πούλησαν ποτέ, στο καφενείο έλεγε αυτός χαριτολογώντας ότι η ποίηση δεν χωράει πια στα συρτάρια του κόσμου, κουνούσαν το κεφάλι οι ταξιτζήδες που είχε για παρέα, σταματούσαν εκεί για έναν γρήγορο καφέ και για να πούνε τα αθλητικά τους, τους άκουγε ο γέρος και μελαγχολούσε, άμα του δίνανε σημασία έλεγε και αυτός καμιά κουβέντα.

Συνήθως κάθεται στο μπαλκονάκι του που το έχει γεμίσει με φυτά. Γαρδένιες και γαρύφαλλα και γεράνια και μία βουκαμβίλια που κουρεύει συχνά γιατί του κάνουνε φασαρία και κάθε φορά της ζητάει συγγνώμη και τσακ, της κόβει λίγο από το σώμα της. Διαβάζει, σπάνια γράφει πια. Μία φορά την εβδομάδα πάει για ψώνια, με μία σύνταξη που ξέμεινε από δουλειές που έκανε στη ζωή του, δουλειές άσχετες που τον μάθανε τόσα πολλά. Τρώει λιτά.
Κοιμάται λίγο πια.
Ο ύπνος του έχει όνειρα από την παιδική του ηλικία.

Μία Νατάσα σε σχολικό θρανίο. Το χαμόγελο της που τον έκανε να ασχοληθεί με την ποίηση. Ένα σκυλί, τον Μπλάκι, που είχε για δεκαπέντε χρόνια.

Τι έρχεστε; λέει και ξαναλέει όταν ξυπνάει, σαν να μιλάει στα όνειρα, λες και αυτά ακούνε. Σηκώνεται να φτιάξει καφέ.

"Να σηκωθώ να φτιάξω καφεδάκια;"
"Να μείνεις να κάνουμε έρωτα."

Πού το είπε αυτό;
Σε ένα στριμωγμένο τραπεζάκι πάνω, φωτογραφίες σε κορνίζες αλλά και μόνες, τσαλακωμένες, στηριγμένες πάνω στις άλλες, με τις κορνίζες. Φίλοι που γελάνε. Συγγενείς και ένα μωρό, οι γονείς του και το σπίτι στη Σαλαμίνα. Ο Μπλάκι και μία παρέα διακοπές στην Σαμοθράκη, το πρώτο αμάξι και ο Διονύσης ο ζωγράφος να βάζει την γλώσσα του στο αυτί της Βασιλικής, Βουλιαγμένη '65.

"Ποιος νίκησε μωρέ;" λέει στον αέρα. "Κανείς δεν νίκησε, ούτε ο χρόνος, ούτε κανείς. Η ζωή έχει το πάνω χέρι και περιμένουμε, σταμάτα να γκρινιάζεις. Περίμενε."
Δεν γράφει πια. Τέλειωσε η ποίηση μέσα του χρόνια πριν.
Αλλά την βλέπει ακόμα ο γέρος.
Αυτή είναι η κατάρα του.

Είχε στα πόδια της ακόμα κρέμα, την είχε απλώσει μετά το μπάνιο, μπροστά του γυμνή, Ξυλόκαστρο. Απόγευμα και το δωμάτιο του ξενοδοχείου σ' ένα βαθύ γαλάζιο βυθισμένο. "Σε πειράζει που είναι φτηνό;"
"Κράτα με."
Η μυρωδιά αστραπής στον ουρανό, βρεγμένη άμμος, καλοκαιρινή καταιγίδα, οι δύο τους μοναχικοί θεοί σε ένα δωμάτιο στο Ξυλόκαστρο, αγκαλιάζονται για πάντα στο παράθυρο και χαζεύουν την γκρίζα, ήρεμη θάλασσα. Καταιγίδα θα έρθει.

Βρέχει και αυτός στέκεται σε μία πλατεία μικρή, ακίνητος, το βλέμμα του στο πεζοδρόμιο, είναι στο δωμάτιο, τότε, παλιά. Μια κοπέλα τον ρωτάει αν θέλει βοήθεια, γιατί στέκεται στην βροχή; Την κοιτάζει και του έρχεται να την αγκαλιάσει, να της μεταφέρει εκείνη την ομορφιά, εκείνο το ποίημα που δεν έγραψε αλλά το έχει όλο μέσα του, ντροπή, τι θα πει ο κόσμος; Ένας γέρος αγκαλιάζει μια κοπελιά. Ντροπή.
Τις πρωινές ώρες ντρέπεται. Όταν δεν έχουν ξυπνήσει οι υπόλοιποι, ακούει την ησυχία και τα λιγοστά αυτοκίνητα, σε λίγο θα ξεκινήσει ο χαμός, το σπίτι στη Σαλαμίνα, γυμνά κορμιά. Ντρέπεται που το μυαλό του ταξιδεύει σαν έφηβου.
Κάθε δεκαπέντε ανάβει ένα τσιγάρο. Μαζί με τον καφέ.

"Να μην έρθεις σπίτι μέχρι να έρθουμε να σε πάρουμε" του 'πε η μάνα του το '46. Δεκαεννιά χρονών. Την κοίταζε βουρκωμένος και εκείνη έκανε πως δεν το βλέπει. Του 'φτιαχνε πράγματα βιαστικά για να πάρει μαζί του. "Και άμα δεν έρθουμε σε πέντε μέρες να πας στη θεία Ασπασία. Να σε κρύψει."
Και τον κοίταξε.
Δεν μίλησε, σφιγμένο το πρόσωπο της από τον πόνο.
Και του έβαλε στο χέρι ένα πακέτο με τσιγάρα.
"Ἑίσαι άντρας τώρα."

Κάθε δεκαπέντε κάνει ένα τσιγάρο και ας τον βρίζει ο Ευθύμης, ο γιατρός.

Τώρα τελευταία σκέφτεται το σπίτι στην Σαλαμίνα, από χρόνια πουλημένο. Θα μαζέψει την σύνταξη και θα νοικιάσει ένα ταξί, θα πάρει και ένα τετράδιο και ένα μπουκάλι κρασί και θα πάει να μπει μέσα. Θα πάρει και την παλιοπαρέα και τον Μπλάκι μαζί και τους γονείς του και θα κάνει γλέντι.
Ε, ρε ένα γλέντι.
Θα είναι και η Νατάσα εκεί και θα χαμογελάει.

Ναι θα το κάνει. Θα πάει στη Σαλαμίνα, δεν θα κρατήσει λεφτά για να γυρίσει.








"Τι σκέφτεσαι;...Μελαγχόλησες."
"Τίποτα."

"Κράτα με."

Wednesday, June 24, 2009

Μικρό θερινό

Ένα παραλιακό κλαμπάκι με μεγάλο μπαλκόνι, σούρουπο. Κάτω ξύλο, νωπό από τους ανθρώπους που βουτάνε συνέχεια στην πισίνα. Ομπρέλες και καρέκλες άνετες, από μπαμπού. Ένα μεγάλο μπαρ με χαμηλά φωτάκια. Τώρα παίζει το Brothers in arms. Ο ήλιος σβήνει και η θάλασσα είναι λάδι, κάποιοι ακουμπάνε στα κάγκελα του μπαλκονιού και την χαζεύουν, κάποιοι φιλιούνται. Υγρασία.
Κάποιοι είναι με μαγιό, κάποιοι είναι ντυμένοι. Κάποιοι γελάνε δυνατά, παρασύρουν κι άλλους, ησυχάζουν. Τώρα ακούγεται το In the air tonight.
Στέκομαι και χαζεύω ομορφιά.
Μυρίζω την νύχτα
και σκέφτομαι
ξανά και ξανά μέχρι που δακρύζω
μέχρι που η σκέψη μου γίνεται τραγούδι, κύμα, κερί, ποτό στο χέρι μου.

Σκέφτομαι
τι ωραία
να ήταν έτσι το μετά.
Σκέφτομαι
ότι τους ξέρω όλους εδώ μέσα.

Ξεχάστηκα
και δεν σου είπα καλό καλοκαίρι.
Ξεχάστηκα
και δεν σου είπα
τόσα άλλα.

Ψιτ.


Καλό καλοκαίρι

;)

Monday, June 15, 2009

Edvard Munch


Την πήρα γραμμή πριν κάποιες μέρες.
Τη σκιά ντε. Δεν είμαι τρελός και να με συμπαθάς.
Κάτσε να ακούσεις μια στιγμή.
Άναψε τσιγάρο. Ή στρίψε τσιγάρο.
Καφεδάκι; Άσε ξέρω.
Κόκα Κόλα με παγάκια και μια φέτα λεμόνι, τώρα με τις ζέστες γαμάει.
Το 'χουμε;

Άκου.

Την πήρα χαμπάρι πριν κάποιες μέρες.
Ήταν ξημερώματα Κυριακής και το φως ήταν ασημενιογαλάζιο, ξέρεις ρε, αυτό που μόλις ξυπνάει η μέρα και αποτραβιούνται όλα, γίνονται αληθινά, με χρώμα. Εκείνη τη στιγμή που πλέον μπορείς να σβήσεις τη λάμπα απλά για να χαρείς το ημίφως, ξέρεις γιατί εμείς οι άνθρωποι ζούμε είτε σε φως είτε σε σκοτάδι, το ημίφως είναι σπάνιο και γιαυτό μαγικό. Ε, εκείνη την στιγμή που αλλάζει ο κόσμος και όλα είναι παγωμένα, ξύπνησα από κατούρημα και ανασηκώθηκα, έκανε ζέστη.
Και την είδα. Να στέκεται στη πόρτα του δωματίου, κρατημένη απ' την κάσα, το μισό της πρόσωπο μες το δωμάτιο, το υπόλοιπο αθέατο. Μια μορφή από σκέψεις και ήχους και μυρωδιές και κισσούς και γκρίζο, ακαθόριστο ντύσιμο, χρώματα που κυλιούνται το ένα μέσα στο άλλο σαν ζωντανός καμβάς, ένα αόριστο τίποτα το πρόσωπο και τα χαρακτηριστικά, δύο μάτια όμως από φωτιά. Την μία στιγμή ήταν εκεί, σχεδόν μελαγχολική και την επόμενη, τίποτα.
Την ξαναείδα, στο ξύρισμα. Πέρασε μπροστά από την ανοιχτή πόρτα της τουαλέτας, χάθηκε στον διάδρομο, άκουσα και κάτι σαν φόρεμα που σύρθηκε, μάζεψαν τα αρχίδια μου από τον τρόμο.
Μαλάκα, σου λέω τρόμο, οκ;
Οκ;
Όχι μαλακίες.
Από τον τρόμο που σε παραλύει και παγώνεις και ιδρώνεις λίγο στο μέτωπο και στα αυτιά και στον σβέρκο και θες να ρωτήσεις "Ποιος είναι εκεί;" αλλά δεν το ρωτάς γιατί, άμα σου απαντήσει κάτι; Ε, μαλάκα μου; Άμα σου απαντήσει κάτι; Οπότε κάθεσαι εκεί, ακίνητος, σαν λαγός μπροστά σε φώτα από αμάξι, ανίκανος να αναπνεύσεις. Και αφουγκράζεσαι.

Οι από πάνω που ξυπνάνε και χτυπάνε πόρτες.
Ησυχία.
Μια σταγόνα από την βρύση μπροστά μου, μέσα στη λιμνούλα που έχω κάνει για να ξυριστώ, το χέρι με το ξυράφι παγωμένο στον αέρα, στη πορεία προς το μάγουλο.
Πλιπ!
Ησυχία.
Ένα τηλέφωνο από μακριά.
Ησυχία.
Ένας αναστεναγμός από το σαλόνι.
Όχι, δεν μπορεί να μου συμβαίνει αυτόχριστέμουμαλάκαείμαισεταινία
Ανάσα δική μου, ηχηρή

Δύο δάχτυλα στην κάσα της πόρτας, γίνονται τρία, κάποιος κραδαίνει σιγά σιγά την κάσα, κοιτάω μέσα από τον καθρέφτη, τα μάτια μου δεν γίνεται να γουρλώσουν περισσότερο, είναι ανθρωπίνως αδύνατο να γουρλώσω πιο πολύ τα μάτια μου,
ένα μάτι με κοιτάει, η άκρη ενός προσώπου, μέσα στον καθρέφτη. Πίσω μου.

Κι' άλλη Κόκα Κόλα μήπως;
Που λες

αυτά ήταν τα δυο πιο χοντρά
έχουν υπάρξει κι άλλα.
Στον ύπνο κάτι τραβήγματα στο σεντόνι,
κάτι μαλακίες ορνιθοσκαλίσματα πάνω στη σκόνη ζωγραφισμένα, στα έπιπλα.
Είπα να βγω, να φύγω αλλά δεν βρίσκω τα κλειδιά μου. Οπότε εδώ μπάστακας. Αυτούς που ήθελα εδώ, δεν μπορούν να είναι. Το καρνέ με τα τηλέφωνα μίκρυνε πολύ με τα χρόνια κολλητέ. Φρόντισα και γω για αυτό.
Που να στα λέω.
Οπότε σήμερα το βράδυ έχουμε ματς.
Θα σκάσει σίγουρα μύτη η καριόλα.
Πάλι καλά που πέρασες-
Τι, φεύγεις;
Έλα ρε μην μαλακίζεσαι.
Είσαι στραβωμένος;
Ε, ξεκόλλα ρε μαλάκα, εντάξει είμαι κ γω μαλάκας αλλά-
Τώρα σοβαρά την κάνεις;

Ρε
πλιζ
μείνε
μην μαλακίζεσαι σου λέω έχω ανάγκη-
ρε
ξεκόλλα δεν την παλεύω λέμε-
αφού σου λέω την βλέπω τη σκιά ρε, για τρελό με έχεις;

Μην την κάνεις
ρε
ρε


Ησυχία.

Μόλις τελειώσω αυτές εδώ τις γραμμές,
θα σηκωθώ και θα ρωτήσω
"Είναι κανείς εδώ;"
Θα το κάνω δε γαμιέται

Άμα γουστάρει η γαμιόλα

ας μου απαντήσει.