Tuesday, December 30, 2008

Ο ΓΥΡΙΣΜΟΣ


Έβαλε το καλό του το σακάκι και ένα καπέλο μαύρο.
Του πήγαινε το μαύρο. Κοιτάχτηκε φευγαλέα στον καθρέφτη. Φευγαλέα, μπας και δει τίποτα στη ματιά του που τον τρομάξει. Κλείδωσε την εξώπορτα και άκουσε τον ήχο του κλειδιού να σεργιανίζει μέσα σε ένα άδειο σπίτι. Το άρωμα του πλανήθηκε λίγο στον διάδρομο της πολυκατοικίας. Λαμπάκια παντού. Χριστούγεννα.
Κρύο.
Από αυτά τα κρύα που σε κάνουν να τυλίγεις τις άκρες απ' τα μανίκια του πουλόβερ σου γύρω απ' τις χούφτες σου. Βγήκε στον δρόμο και τον χαιρέτησαν κάτι δέντρα παγωμένα και ένα βρεγμένο σκυλί που τον ακολούθησε μέχρι τη γωνία. Περπάτησε γρήγορα, κρύωνε.
Βρέθηκε στο γνωστό μεζεδοπωλείο, χωμένο μέσα στα αθηναϊκά σοκάκια, κάτουρα απ' έξω, μέσα ζέστη και γέλια. Κάθισε στο γνωστό τραπεζάκι, από κείνα που είναι για δύο άτομα μόνο, καρέκλες ξύλινες με πλεχτή ψάθα, κρασοπότηρα γρατζουνισμένα από τα πολλά "γεια μας", χαμηλός φωτισμός.
Τα παιδιά που είχαν το μαγαζί, φίλοι. Του ακούμπησαν μπροστά του ένα καραφάκι με ζεστό ρακόμελο και ένα μεζέ. "Χρόνια πολλά" του είπαν και εκείνος απλά τους χαμογέλασε. Έστριψε τσιγάρο και μέθυσε. Χάζεψε με την παρέα στο βάθος.
Κάποια στιγμή κάποιος είπε μεθυσμένα "καλή χρονιά" και τους έπιασε όλους γέλιο. Είχε περάσει η ώρα.

Κατά τις δύο, πήρε τον δρόμο του γυρισμού.
Το νερό είχε παγώσει στις λακκούβες. Γύρω από τα φώτα των δρόμων αραιή ομίχλη. Πέρασε δίπλα από έναν καμένο κάδο απορριμάτων, ένας τεράστιος σκοτεινός όγκος σαν πεσμένος γίγαντας μετά από λυσσαλέα μάχη. Πάνω στην καβουρνιασμένη επιφάνεια, κάποιος είχε γράψει με λευκό σπρέι: "Σκάστε όλοι. Μιλάει η φωτιά τώρα."
Πέρασε από το νεκροταφείο. Περπατώντας παράλληλα με τον μακρύ τοίχο του, σκέφτηκε πως εκεί μέσα είχε και κάμποσους δικούς του, συγγενείς και φίλους. Σταμάτησε να περπατάει, κοίταξε κατά τη μεριά των τάφων. "Καλή χρονιά" ψιθύρισε και ένιωσε αμέσως πολύ ανόητος. Το μυαλό του όμως επέμεινε και τον τράβηξε σε μονοπάτια φιλοσοφικά.
Να με ακούνε άραγε;
Έστριψε τσιγάρο με χέρια που έτρεμαν, το κράτησε στο στόμα του και έδωσε έναν σάλτο πάνω από τη μάντρα.
Μία θάλασσα από αναμμένα καντηλάκια, σαν μακάβρια ροκ συναυλία όπου οι θεατές κρατάνε ψηλά τους αναπτήρες τους με σκελετωμένα χέρια. Δύο μάτια στο σκοτάδι, καρφωμένα πάνω του τον παρακολούθησαν να περπατάει ανάμεσα στα μνήματα. Σε λίγο εμφανίστηκαν και άλλα ζευγάρια από φωτεινούς κύκλους, γατοθαμώνες των νεκρών. Δεν τους έδωσε σημασία. Βρήκε ένα μαυσωλείο με ένα μαρμάρινο παγκάκι απ' έξω, έκατσε. Για κάποιον λόγο, το κρύο είχε μειωθεί. Η παγωνιά του θανάτου εξουδετερώνει τον χειμώνα, είναι ζεστά τέτοια μέρη τις πιο κρύες μέρες.

"Έχεις άλλο τσιγάρο;" του είπε η κοπελιά που βρέθηκε δίπλα του.
Φορούσε άσπρο φόρεμα, επίσημο, αέρινο. Μακριά ξανθά μαλλιά, λευκό δέρμα, μάτια από σκοτάδι. Τον ενόχλησαν λίγο τα μάτια της, του θύμιζαν άδεια σκηνή θεάτρου. Της έδωσε τη καπνοσακούλα του.
"Δεν ξέρω να στρίβω" χαμογέλασε εκείνη. Της έστριψε τσιγάρο και την στιγμή που της το έδινε, ακούμπησε τα δάχτυλα της με τα δικά του. Ήταν ζεστά.
Καπνίσανε για λίγο σιωπηλοί. Μαζεύτηκαν γύρω τους οι γάτες, κάθισαν σε παρτέρια και σε σταυρούς απάνω, πίσω από ανθοθήκες - ακόμα και πάνω στις ταφόπλακες - και τους παρατηρούσαν με φλογισμένα μάτια.
Σαν πέρασε η ώρα, πέταξε το τσιγάρο της η κοπελιά και έσκυψε στο αυτί του. Κάτι του ψιθύρισε απαλά, έβαλε το χέρι της ανάμεσα στα πόδια του. Τώρα το άγγιγμα της ήταν καυτό. Τον έγδυσε αργά, την άφησε. Γυμνή μπροστά του στάθηκε, σαν άγαλμα, ανέβηκε απάνω του, μπήκε μέσα της. Ιδρώσανε οι δυο τους, το φάντασμα και ο νεαρός, αχνίζανε τα κορμιά τους, τα βογγητά της ενόχλησαν τις γάτες που άρχισαν να δαγκώνονται και να σφυρίζουν. Στην κορύφωση του, τον έσφιξε μέσα στη κοιλιά της.
Ύστερα σηκώθηκε από πάνω του και ξάπλωσε ανάσκελα πάνω στις πέτρες και γέννησε τον καρπό του έρωτα τους. Άνοιξε τα πόδια της και βγήκε από μέσα της ένα μαυριδερό ον, ένα ατροφικό μωρό με ατσάλινα νύχια και καρφίτσες για δόντια, μάτια γάτας. Σκαρφάλωσε με ταχύτητα εντόμου στον ώμο του και έχωσε τα δόντια του στο δέρμα του νεαρού.
Άρχισε να τρέχει έντρομος. Το μωρό δεν ξεκολλούσε από πάνω του.

Στάθηκε μπροστά στη μάντρα και τέλειωσε το τσιγάρο του. Έφυγε πολλή ώρα μετά το τέλος της μακάβριας φαντασίωσης του. Πήρε τον δρόμο του γυρισμού και άφησε ένα κομμάτι του εκεί, αλαφιασμένο να τρέχει ανάμεσα σε νυχτωμένους τάφους.
Πιο κάτω, περνάει από παρκάκι δίπλα και τα μάτια του πιάνουν ένα ζευγάρι ημιφωτισμένο από τη λάμπα του δρόμου, μισό στο σκοτάδι μισό στο φως, να φιλιούνται, να αγκαλιάζονται. Εκείνος της ψιθυρίζει στο αυτί και νομίζει πως δεν ακούγεται ο χαζός μέσα στη σιγαλιά του χειμώνα.
"Σ' αγαπώ ζωή μου" της λέει στο αυτί.
Ακουμπάει το κεφάλι της στο στήθος του.
Στέκεται και τους χαζεύει, μεθυσμένος μέσα στις σκιές, δεν τον βλέπουν.
Της σηκώνει το πρόσωπο να δει τα μάτια της. Δεν του αρκεί η σιωπή της.
Κοιτάζονται.

Θολώνει το φως της λάμπας στα μάτια του, αρχινάει να περπατάει πάλι. Πριν απομακρυνθεί πολύ την ακούει να του απαντάει: "Κρυώνω"
Δεν χρειάζεται να γυρίσει για να δει την αγκαλιά. Σχεδόν την ακούει μέχρι που χάνεται.
Πήρε τον δρόμο του γυρισμού.

Και φτάνει σε ένα σπίτι μετά από μακρύ ταξίδι στη σκιά και στο κρύο. Εκείνο το βράδυ.
Βάζει το κλειδί στη πόρτα.
Φως από μέσα.

Ακούει τον διάλογο, δεν τον φαντάζεται.
Δεν στέκεται μόνος του σε ένα έρημο σπίτι, Πρωτοχρονιά.

"Που χάθηκες; Είναι αργά"
"Χάθηκα στις σκιές μωρό μου. Μα να 'μαι. Μην τρομάζεις.
Γύρισα.

Καλή χρονιά ζωή μου. "

1 comment:

Anonymous said...

Τρέχω χρόνια τώρα να ξεφύγω από τον εαυτό μου, αλλά δεν μπορώ. Είμαι ο χειρότερος εχθρός μου. Βοήθεια άνθρωποι. Πνίγομαι...