Monday, November 17, 2008

ΜΟΝΑΧΑ ΤΟ ΠΙΑΝΟ


Σιωπή σαν βούτυρο, να την αλείψω απάνω μου να με φάω για πρωινό.
Μαυροκόκκινη σιωπή σαν κακό έντομο που ξεπηδάει από ένα ντοκιμαντέρ στη τηλεόραση, εκεί που είσαι αραγμένος, σε τσιμπάει και σκέφτεσαι: μαλάκα έχω κάψει τελείως, βλέπω μαυροκόκκινα έντομα να πηδάνε από την τηλεόραση και να με τσιμπάνε.
Σιωπή μέσα στο δωμάτιο, στο σπίτι. Ένα χαζό, απογευματινό φως κάνει τις κάσες απ'τις πόρτες να γυαλίζουν θαμπά. Μια μυρωδιά από κάτι χαλασμένο. Βρεγμένα χόρτα ίσως. Ο ιδρωμένος μου λαιμός κολλάει, μυρίζει άρωμα από χτες. Η πλάτη μου ρουφηγμένη μέσα στην αγαπημένη μου πολυθρόνα, τα πόδια μου ψηλά. Τζάκι αναμμένο. Ένα χρυσό υγρό μέσα στο ποτήρι που κρατάω στο δεξί μου χέρι, στο αριστερό μου ένα πεθαμένο τσιγάρο.
Η φωτιά. Τρίζει, τσινάει και διαμαρτύρεται, σπάει τη σιωπή. Δεν υπάρχει σιωπή. Μονάχα ξύλα που τρίζουν, κάρβουνα που πονάνε. Το σπίτι αντηχεί φωτιά, μονάχα ένα πιάνο λείπει τώρα.
Όχι, δεν λείπει μόνο το πιάνο και το ξέρεις.
Αλλά εγώ θα κάνω σαν να λείπει μόνο αυτό και θα την δω αυτάρκης. Θα δω ταινία μέσα στις φλόγες, έχω μεθύσει.
Θα δω κορμιά γυμνά.
Θα δω ένα γέλιο.
Θα δω την άκρη ενός ώμου μπροστά από ένα πρωινό παράθυρο.
Που και που, το σινεμά χρειάζεται καύσιμα, το ταΐζω με κλαριά που μου τσιμπάνε τα χέρια. Τώρα βραδιάζει, πρέπει να σηκωθώ, να ανάψω κανα φως, δεν σηκώνομαι και το σπίτι μαυρίζει, το μόνο φως αυτό απ'το τζάκι.
Μεσαίωνας.
Σκοταδισμός και εγώ να πίνω στο επίκεντρο.
Απ'έξω περνάνε κάτι παιδιά, μιλάνε έντονα όπως μιλάνε οι έφηβοι που θέλουν να ακουστούν, μου χαλάνε το σινεμά μου, με βγάζουν απ' τις φλόγες και με πάνε πίσω, τότε που φώναζα και γω με κοκορίσια φωνή.
Όλο λέω να σηκωθώ, μα έχω βολευτεί.
Μιά νυσταγμένη άνεση αγκαλιάζει το μυαλό μου, θα είναι το μεθύσι. Φέρνω ανθρώπους στο δωμάτιο, οικοδεσπότης γίνομαι και να με συμπαθάτε για το αχούρι. Μιλάω κανονικά και στο τέλος συμφωνώ με όλους, δεν χαλάω καρδιές εγώ, λίγη παρέα θέλω. Μετά, ώρα μετά, ακούω τη φωνή μου και νιώθω τόσο ηλίθιος. Όχι γιατί μιλάω μόνος μου, αλλά γιατί κάθε φορά που το κάνω, έχω τις καλύτερες συζητήσεις της ζωής μου. Όλοι με καταλαβαίνουν και εγώ τα λέω όλα, όπως τα νιώθω.
Σταματάω να μονολογώ, καταντάει γελοίο.
Ξανά σιωπή.
Ξανά η φωτιά να τη σπάει.
Δαγκώνω τα χείλη μου ο τρελός να μην με πάρει ο ύπνος. Παγωμένος παρά τη φωτιά, μέσα στο σκοτάδι παρά το φως, υπνωτισμένος, δαγκώνομαι. Όχι γιατί φοβάμαι μη δω εφιάλτες.
Αλλά γιατί στο όνειρο δεν μπορώ να προσποιηθώ ότι από αυτή τη νύχτα,
μου λείπει μόνο το πιάνο.

Ποιός το γαμάει το πιάνο;

Όχι αυτός που το κουρδίζει σίγουρα.

Σκάω.
Σιωπή.
Φωτιά.

1 comment:

ceralex said...

"Μετά, ώρα μετά, ακούω τη φωνή μου και νιώθω τόσο ηλίθιος. Όχι γιατί μιλάω μόνος μου, αλλά γιατί κάθε φορά που το κάνω, έχω τις καλύτερες συζητήσεις της ζωής μου."


Σου αφιερώνω μια μελωδία πιάνου αγαπημένη. Θα τη βρεις εδω

http://www.youtube.com/watch?v=mgMdVM4Qz-8

Να είσαι πάντα καλά.