Friday, November 28, 2008

ΚΟΛΑΖ


Κόκκινη ανάσα πάνω σε γαλάζιο σεντόνι.
Είναι καλοκαίρι.
Σημάδια από κραγιόν σε ένα σημείο στο μαξιλάρι. Ρούχα πεταμένα στο πάτωμα, ένα γεμάτο τασάκι στο κομοδίνο, ένα ποτήρι νερό, ένα βιβλίο.
Σκιές στον ουρανό τα πουλιά, προσπαθούν να ξεφύγουν από την καλοκαιρινή καταιγίδα που μαζεύεται, φουσκώνουν τα σύννεφα και πρήζονται, στέκομαι στο παράθυρο.
Η ώρα εφτά.

"Θα βρέξει"
"Μμμμ"

---

Μέσα σε ένα ταξί, σταματάμε σε φανάρι δίπλα σε ένα συντριβάνι. Μία νεαρή μητέρα κρατάει ένα τρίχρονο κοριτσάκι από τις μασχάλες. Κάνει ότι τη ρίχνει στο νερό και η μικρή γελάει. Ανάβει πράσινο.
Μα θέλω κόκκινο να μείνει το γαμημένο, λίγο ακόμα εκεί να χαζέψω την ευτυχία.
Πρόλαβα να τις χαρώ και τις δύο από τον καθρέφτη, μέχρι που χάθηκαν.
Το να κοιτάζεις πίσω καμιά φορά, σου φτιάχνει όλη τη γαμημένη μέρα.

---

Χάιδεψα ένα σκύλο ρε.
Τι να σου πω τώρα για αυτόν τον μόρτη;
Τεράστιος κόπρος, φουντωτός και περήφανος, Μοναστηράκι. Κάπου στο background η αγέλη, ξεχωρίζει αυτός και έρχεται, σφυρίζω για να παίξω αλλά δε μασάει, έρχεται και με σκουντάει με τη μουσούδα του, κάθεται στα πισινά πόδια και σηκώνει ποδαράκι.
Αλήθεια ρε! Σαν γαμημένη ταινία του Ντίσνεϋ.
Κάποιοι περαστικοί χαμογελάνε, μένω άναυδος, αυτός ανασαίνει με κρεμαστή γλώσσα.
Σαν να έλεγε:

"Γεια. Η μυρωδιά σου man -και sorry που επεμβαίνω- είναι λίγο πικρή. Κοίτα να τρως περισσότερο σίδηρο και γέλα λίγο. Άντε, φεύγω περιμένουν τα φιλαράκια μου."

Και σαν μαλάκα με άφησε, στη μέση του δρόμου.
Ένα μεγάλο μαύρο σκυλί που απομακρύνεται από έναν εμβρόντητο μαλάκα.

---

Βρήκα

δύο μεγάλα δάχτυλα
και τα έβαλα γάντια
και με τις τεράστιες δαχτυλούκλες μου
έξυσα λίγο τη μεμβράνη που τύλιγε τα μάτια μου
και είδα χρώμα
Τι εννοείς "ποιό χρώμα";
Άσπρο της γέννησης.

---

Α.
Είπα να αφήσω μούσια.
Έτσι. Να δω πως είμαι και με άσπρες τρίχες.

Έχω αφήσει πίσω μου, ένα τεράστιο μονοπάτι από βλέννα μαύρη, μύξα κολασμένη από το σύρσιμο μου.
Καμιά φορά το να κοιτάς πίσω, είναι αρκετό για να σε γαμήσει για χρόνια ολόκληρα.

---

Σε ένα χωριό στον μεσαίωνα, κάπου στην Ευρώπη, συνέβη το εξής θαυμαστό:

Βρήκανε λέει μέσα στα χωράφια τους έναν δαίμονα. Μικρόσωμο, με κέρατα και ουρά και οπλές. Τον πήγανε στη μέση του χωριού και τον κάψανε, αυτός να ουρλιάζει ακατάληπτες ασυναρτησίες στη κολασμένη γλώσσα.

Το γεγονός είναι υπαρκτό, σαν καταγραφή τουλάχιστον.

Ο δαίμονας ούρλιαζε: "Ευχαριστώ, ευχαριστώ"

---

Και σαν άλλος να κινεί το σώμα μου
σε πλησίασα με το ποτό στο χέρι και είπα

Καλησπέρα;
Να συστηθώ;
Είμαι αυτός που πριν από λίγο δεν υπήρχε καν, ούτε σαν σκέψη μα τώρα είναι εδώ, απλά πήρε τα ηνία και είμαι εγώ, εννοώ είναι εγώ. Μα είμαι εδώ.
Εγώ
Εδώ
Εγώ Εδώ
Τζζζχχχχ
τττττρρρττ
βζζζζτ
error code process
-T 3862 parameter invlaid---- initializing
543534
4535
6545756756567
^6575^^^^^^^^^^^//hwr.anamorph...2

Μπλέ οθόνη

Ε, restart.

Και ένα τσιγάρο μέχρι να μπουν τα windows.

Saturday, November 22, 2008

Το δεντράκι μας


Χτες γιορτάζανε οι Μαρίες.

Όταν την έπαιρναν τηλέφωνο κατά τον Αύγουστο μεριά να της ευχηθούν, έλεγε χαμογελαστά "Τον Νοέμβρη, τον Νοέμβρη"αλλά κατά βάθος γούσταρε που την έπαιρναν τόσοι πολλοί τηλέφωνο.

Νομίζω
ναι, είμαι σίγουρος
πως την πρώτη μου ζωγραφιά για μία γιορτή της, την έχω ακόμα
είχα ζωγραφίσει την ίδια κάτω από ένα δέντρο
με έναν μεγάλο ήλιο και με κάτι τεράστια, ατσούμπαλα γράμματα είχα γράψει μία ευχή
ευχή γιου

Να έρθω λίγο;
Στο δεντράκι από κάτω;
Να με πάρεις λίγο αγκαλιά μωρέ.
Που χάθηκες;
Έχω αρχίσει να ξεχνάω το πρόσωπο σου και ντρέπομαι λίγο.
Να έρθω λίγο;
Να πάρω εκείνο το κίτρινο κραγιόνι να φτιάξω τον ήλιο ακόμα πιο μεγάλο
να μην νυχτώσει ποτέ και εσύ να με κρατάς
να με κουνάς
και να μου ψιθυρίζεις πως όλα θα πάνε καλά;

Να σου θυμώσω;

Που δεν είσαι εδώ τώρα;
Να δεις πως πιάσανε τόπο οι γαμημένες σου ξυλιές;

Πώς να σου θυμώσω;
Αχ, πώς;

Thursday, November 20, 2008

ΒΡΕΓΜΕΝΟ ΝΕΟΓΝΟ


Ένα βρώμικο πεζοδρόμιο, βρεγμένο.
Προχτές το μετρό με κατέβασε με τσαμπουκά στο Σύνταγμα. Είχε πορεία λέει, δεν κατεβάζει Ευαγγελισμό. Ποτάμια παντού, νερό να αδειάζει απάνω μου σαν εξωκοσμικός καταρράκτης. Κάτω απ' την ομπρέλα μου, με πιάσαν τα κλάματα. Έβαλα και γω λίγο νερό σε έναν βρεγμένο κόσμο.
Έχασα τον δρόμο μου, ξεκίνησα για αλλού και γύρισα πίσω, τα 'χασα, στάθηκα στη μέση της πλατείας σαν μικρό παιδί. Γύρω μου να τρέχουν όλοι, κάποιοι να με σκουντάνε, βρώμικο πεζοδρόμιο.

Το πήρα απόφαση.
Άρχισα να περπατάω.
Θα βραχώ που θα βραχώ, δεν τη γλυτώνω.

Να με έβλεπες.
Ένας σωστός κύριος.
Το κεφάλι ψηλά και ας βρέχει.
Ένας σωστός άντρας.

Ένα μικρό
φοβισμένο αγόρι
που περπατάει
στη πλατεία Συντάγματος
και πίσω του έχει αφήσει ένα τεράστιο κέλυφος, άδειο, σπασμένο.

Μέσα σε μία τεράστια λίμνη από αίμα.

Είπαμε.

Βρώμικο πεζοδρόμιο.

Wednesday, November 19, 2008

ΑΙΝΙΓΜΑ

Τι γίνεται όταν δύο φοβεροί εγωισμοί συναντηθούν σε ένα στενό γεφύρι;

Όχι αλήθεια ρωτάω.

Τι γίνεται;

Monday, November 17, 2008

ΟΥΡΑΝΟΣ


Θέλω να γίνω ουρανός.
Να με προσκυνάνε αυτοί που προσεύχονται νομίζοντας πως μιλάνε σε κάποιον θεό πέρα από μένα.
Θέλω να είμαι ουρανός.
Να απλώνομαι, να τεντώνομαι, να αράζω πάνω στις πλάτες της γης, να με ζωγραφίζουν και γω να χασμουριέμαι.
Να κλαίω άμα θυμώνω και όταν σκοτεινιάζω, να έχω για φακό μου το φεγγάρι.
Να ματώνω στο τέλος των καιρών και όλοι οι ερωτευμένοι να πίνουν κρασί στο όνομα μου. Να είμαι γκρίζος στις κηδείες και μοβ στα ηλιοβασιλέματα.
Θέλω να γίνω ουρανός.
Μα μόνο χώμα είμαι.
Όχι.
Θέλω να είμαι ουρανός από χώμα και αν είναι βλάσφημο αυτό τότε

βλάσφημο να με πούνε.

ΚΡΥΣΤΑΛΛΙΝΟΣ ΙΣΤΟΣ


"Ακροβατούμε αγαπητέ.
Σε έναν ιστό από σάλια μέλισσας, γλιστράμε απάνω του, ο ιστός είναι ένα μονοπάτι. Από κάτω λουλούδια, οπότε και να πέσουμε, δεν τρέχει τίποτα. Ο αέρας είναι κρύος, παγώνει τον σαλιωμένο ιστό και τον κάνει κρυστάλλινη λεπίδα, εμείς απάνω του να παλεύουμε για ισορροπία.
Δεν βαρέθηκες να αγχώνεσαι;
Σταμάτα να κάνεις σαν ηλίθιος και πέσε.

Λουλούδια είναι από κάτω."

ΑΝΑΣΑ ΣΕ ΜΑΛΑΚΟ ΜΑΞΙΛΑΡΙ


Κοιμήσου.

Και εγώ θα στείλω λευκοστόλιστους ιππότες να φυλάνε τις ανάσες σου, αυτές που κλέβεις για να θρέψεις τα όνειρα σου, κλεφτές ανάσες πάνω σε μαλακό μαξιλάρι. Κι' αν τύχει και ξυπνήσεις απότομα, δεν θα με δεις. Μπορεί να στέκομαι μπροστά σου, αλλά δεν θα είμαι εκεί.

Σιγά μη βρω το θάρρος να σου ζητήσω να με αφήσεις να σε δω να κοιμάσαι.

ΜΟΝΑΧΑ ΤΟ ΠΙΑΝΟ


Σιωπή σαν βούτυρο, να την αλείψω απάνω μου να με φάω για πρωινό.
Μαυροκόκκινη σιωπή σαν κακό έντομο που ξεπηδάει από ένα ντοκιμαντέρ στη τηλεόραση, εκεί που είσαι αραγμένος, σε τσιμπάει και σκέφτεσαι: μαλάκα έχω κάψει τελείως, βλέπω μαυροκόκκινα έντομα να πηδάνε από την τηλεόραση και να με τσιμπάνε.
Σιωπή μέσα στο δωμάτιο, στο σπίτι. Ένα χαζό, απογευματινό φως κάνει τις κάσες απ'τις πόρτες να γυαλίζουν θαμπά. Μια μυρωδιά από κάτι χαλασμένο. Βρεγμένα χόρτα ίσως. Ο ιδρωμένος μου λαιμός κολλάει, μυρίζει άρωμα από χτες. Η πλάτη μου ρουφηγμένη μέσα στην αγαπημένη μου πολυθρόνα, τα πόδια μου ψηλά. Τζάκι αναμμένο. Ένα χρυσό υγρό μέσα στο ποτήρι που κρατάω στο δεξί μου χέρι, στο αριστερό μου ένα πεθαμένο τσιγάρο.
Η φωτιά. Τρίζει, τσινάει και διαμαρτύρεται, σπάει τη σιωπή. Δεν υπάρχει σιωπή. Μονάχα ξύλα που τρίζουν, κάρβουνα που πονάνε. Το σπίτι αντηχεί φωτιά, μονάχα ένα πιάνο λείπει τώρα.
Όχι, δεν λείπει μόνο το πιάνο και το ξέρεις.
Αλλά εγώ θα κάνω σαν να λείπει μόνο αυτό και θα την δω αυτάρκης. Θα δω ταινία μέσα στις φλόγες, έχω μεθύσει.
Θα δω κορμιά γυμνά.
Θα δω ένα γέλιο.
Θα δω την άκρη ενός ώμου μπροστά από ένα πρωινό παράθυρο.
Που και που, το σινεμά χρειάζεται καύσιμα, το ταΐζω με κλαριά που μου τσιμπάνε τα χέρια. Τώρα βραδιάζει, πρέπει να σηκωθώ, να ανάψω κανα φως, δεν σηκώνομαι και το σπίτι μαυρίζει, το μόνο φως αυτό απ'το τζάκι.
Μεσαίωνας.
Σκοταδισμός και εγώ να πίνω στο επίκεντρο.
Απ'έξω περνάνε κάτι παιδιά, μιλάνε έντονα όπως μιλάνε οι έφηβοι που θέλουν να ακουστούν, μου χαλάνε το σινεμά μου, με βγάζουν απ' τις φλόγες και με πάνε πίσω, τότε που φώναζα και γω με κοκορίσια φωνή.
Όλο λέω να σηκωθώ, μα έχω βολευτεί.
Μιά νυσταγμένη άνεση αγκαλιάζει το μυαλό μου, θα είναι το μεθύσι. Φέρνω ανθρώπους στο δωμάτιο, οικοδεσπότης γίνομαι και να με συμπαθάτε για το αχούρι. Μιλάω κανονικά και στο τέλος συμφωνώ με όλους, δεν χαλάω καρδιές εγώ, λίγη παρέα θέλω. Μετά, ώρα μετά, ακούω τη φωνή μου και νιώθω τόσο ηλίθιος. Όχι γιατί μιλάω μόνος μου, αλλά γιατί κάθε φορά που το κάνω, έχω τις καλύτερες συζητήσεις της ζωής μου. Όλοι με καταλαβαίνουν και εγώ τα λέω όλα, όπως τα νιώθω.
Σταματάω να μονολογώ, καταντάει γελοίο.
Ξανά σιωπή.
Ξανά η φωτιά να τη σπάει.
Δαγκώνω τα χείλη μου ο τρελός να μην με πάρει ο ύπνος. Παγωμένος παρά τη φωτιά, μέσα στο σκοτάδι παρά το φως, υπνωτισμένος, δαγκώνομαι. Όχι γιατί φοβάμαι μη δω εφιάλτες.
Αλλά γιατί στο όνειρο δεν μπορώ να προσποιηθώ ότι από αυτή τη νύχτα,
μου λείπει μόνο το πιάνο.

Ποιός το γαμάει το πιάνο;

Όχι αυτός που το κουρδίζει σίγουρα.

Σκάω.
Σιωπή.
Φωτιά.

Wednesday, November 05, 2008

Η ΑΓΝΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ



Κάθε λέξη που θα πούμε ένα στράβωμα, μία παρανόηση, κάτι που έχει ήχο και βάρος, σπάει τσιμέντο.
Κάθε λέξη.

Γιατί να μη μιλάμε μόνο με αγκαλιές;

Κάθε πράξη ένα αντίκτυπο, γιατί έκανες αυτό που έκανες και τι εννοούσες και να σου εξηγήσω και πάρε τύψεις να 'χεις να πορεύεσαι, μα δεν ήθελα-

Γιατί απλά να μην δεχόμαστε τον άλλον;
Γιατί απλά να μην δέχομαι εμένα; Φτου ρε πούστη μου. Κόλλησε το μηχάνημα. Restart.

Κάθε μαλακία μία ενοχή. Κάθε λάθος λέξη ή πράξη, ένα βαρίδι αυτοτιμωρίας που με τραβάει στο βυθό και ρε μαλάκα μου, έχει τέρατα μιλάμε εκεί κάτω, τα μεγάλα λευκά τους μάτια γυαλίζουν μέσα στα απύθμενα σκοτάδια περιμένοντας. Και εγώ, φορτώνω βαρίδια και τα πλησιάζω.
Καταδύομαι προς τους αιώνιους τιτάνες.

Ένα
μαχαίρι
ΚΑΠΟΙΟΣ
χριστιανός
να
κόψω
το γαμημένο
δίχτυ.

"Δεν έχει μαχαίρι κολλητέ"

Οκ. Και γω παραδίνομαι.
Αφήνω το παραφουσκωμένο με τύψεις δυχτάκι μου, να με πάει κάτω.
Μία αγνή παράδοση σαν οργασμός.
Τα μέλη μου μέσα στο νερό χαλαρώνουν, οι τελευταίες μου μπουρμπουλήθρες χορεύουν μπροστά στα μάτια μου και πάνε προς την επιφάνεια, εκεί που μία βάρκα περιμένει και πάνω της γίνεται πάρτι.
Βούλιαζε εσύ μαλάκα.

Παράδοση.
Τώρα το φως τριγύρω μπλεδίζει και σιγά σιγά, σβήνει.
Τώρα σκοτάδι του βυθού.
Δεν είμαι μόνος.

Καθώς μπροστά μου ανοίγει ένα τιτάνιο, ψαρίσιο, λευκό μάτι, καταριέμαι τον μαλάκα που μου είπε ότι μόνο αν αντιμετωπίσω τα σκατά μου θα τη βγάλω καθαρή.

Ρε συ
για κάτσε

μήπως σήμερα να φάμε ψάρι;

Monday, November 03, 2008

Χαρούμενες σκέψεις
Να βρούμε έναν τρόπο να χαμογελάσουμε λίγο
Έλα καρδιά μου

Λοιπόν, παραλίγο να πατήσω μία κουράδα σκύλου σήμερα. Μα δεν τη πάτησα οπότε δεν είναι πολύ αστείο.
Τι άλλο;
Α.
Μισώ, ΜΙΣΩ τις μεγάλες συσκευασίες μπέικον. Τις ανοίγεις για να πάρεις τέσσερις φέτες και την επόμενη χαλάνε και μυρίζουν ψοφίμι. Τα συντηρητικά που έχουν δεν είναι αρκετά καλά μάλλον....
Ο μαλάκας που ανακάλυψε τα πουκάμισα, ελπίζω να σαπίζει στη κόλαση. Είναι προφανές ότι απλά τα ανακάλυψε, αλλά δεν ασχολήθηκε ποτέ να τα σιδερώσει, το μουνί.
Α,
υπάρχει ένα νόημα τελικά στο να σκουπίζεις και κάτω από τα έπιπλα.
Ποιο είναι δεν θα το μάθω ποτέ, αλλά δεν μπορεί...
Η γάτα μου χτες, έβαλε τη βρωμοπατουσάρα της μέσα στο στόμα μου ενώ κοιμόμουνα.
Μάλλον παραμιλούσα.
Ή έγλυφα αόρατα βυζιά και είπε να παίξει με τη γλώσσα μου, ξέρω γω.
Μου ξέρασε το φρεσκοπλυμένο μου παντελόνι.
Έκλαψα λίγο.
Φόρεσα το βρώμικο ξανά.

Ξέχασα το παντζούρι ανοιχτό και με ξύπνησε μια γαμημένη αχτίδα του ήλιου.
"Καφέ!" φώναξα ακόμα μέσ' τον ύπνο.
Η γάτα με κοίταξε με νόημα.
Σηκώθηκα να φτιάξω τον καφέ μου.

Δεν είχα γάλα.



Δεν είχα γάλα.


ΛΟΛ

Sunday, November 02, 2008

ΤΟ ΚΑΚΟ ΧΑΡΜΑΝΙ


Πάμε για κείνο τον καφέ; Ξέρω και πως τον πίνεις, θα σου τον παραγγείλω εγώ.
Θα σε περιμένω τυλιγμένος στο καινούργιο μου παλτό, δεν το 'χεις δει αυτό, είναι ποζάτο, όπως μ' αρέσουν.
Τώρα που η πόλη έχει αρχίσει, χειμωνιάτικα να ομορφαίνει και τα σκυλιά είναι βρεγμένα. Δεν θέλουμε γυαλιά ηλίου, τα σύννεφα κάνουν δουλειά. Μυρίζει τσιμέντο και γλάστρες και αραιά και που, στις ωραίες γειτονιές άμα τις ξἐρεις, γιασεμί και νυχτολούλουδο. Οι μαγαζάτορες ξεθαρρεύουν και στοιχηματίζουν κάθε μέρα αν θα βραχούν τα τραπεζάκια, το κύριο θέμα συζήτησης τους, ανησυχούν και μιλάνε και υπολογίζουν και έχουν να ασχολούνται, ο χειμώνας τους κρατάει με τα παιχνίδια του και έτσι συνεχίζουμε όλοι.
Τώρα που λες, να πιούμε εκείνο τον καφέ.

Ή, να σου πω.

Θα πάω εγώ να τον πιω τον καφέ.
Και άμα δω παιδιά να παίζουν θα χαμογελάσω.
Και άμα δω να τα μαλώνουν θα σκοτεινιάσω.
Και άμα περάσει χαδιάρα γάτα, θα την κοιτάξω πολλή ώρα στα μάτια.
Και όταν κουραστώ, θα φύγω.

Μερικοί καφέδες, είναι για να τους πίνεις μόνος.

Αυτά τα γαμημένα χαρμάνια, πρέπει να τα απαγορεύσουν.