Wednesday, October 29, 2008

ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ ΤΟΥ ΤΡΙΣΤΑΝ (Γ)


Έφτασα στη Γλυφάδα με ταξί.
Στη πορεία, ο ταξιτζής ήθελε κουβέντα, αλλά εμένα μου αρκούσε η βρεγμένη πόλη, χόρευε σαν τρελή στο παράθυρο και μου έδειχνε μόνο τα φώτα της. Σχήματα δεν προλάβαινα να δω, μόνο τα χρώματα της πόρνης πόλης που με χάζευε από το παράθυρο, ούρλιαζε κάτι και μετά χανόταν πάλι.
Μετά από λίγο, ο ταξιτζής σταμάτησε τη προσπάθεια και στραβωμένος κοίταζε μόνο μπροστά, σε όλη τη πορεία. Του 'έδωσα τα λεφτά και δεν μίλησε. Τον χάλασα τον κακομοίρη.
Πήγα και κάθισα στην άκρη του μόλου, σε ένα μέρος κοντά στο στάδιο, τσιμέντο παντού, τεράστιοι κύβοι σαν κοιμισμένοι τιτάνες, στοιβαγμένοι ο ένας πάνω στον άλλο, μέσα στη νύχτα, οι πιο κάτω να χάνονται μέσα στο νερό και να πνίγονται, να υπομένουν το βάρος των υπόλοιπων καβατζωμένων αδερφών τους.
Οι κύβοι που λες.
Ο μόλος.

Η βροχή

είχε σταματήσει από ώρα, αλλά είχε προλάβει να βαφτίσει τα πάντα με τα υγρά της, πόρνη και αυτή.
Πόρνη πόλη
Πόρνη βροχή
Βρομούσε το τσιμέντο στην άκρη του μόλου χυμένες μπύρες και χαρτόνι. Και η θάλασσα. Μαύρη, πεινασμένη. Πίσω μου μόνο φώτα πόλης. Ο μόλος, μια κωλότρυπα σκοταδιού στο κέντρο ενός φωτεινού κύκλου. Ξέρεις, από εκείνα τα μέρη που το φως φτάνει στο πρόσωπο σου, βλέπεις ίσα που να βρεις τον αναπτήρα σου και ακούς τα γλέντια και τις φωνές από μακριά. Το χειρότερο είδος μόνου.
Περισπούδαστοι φαφλατάδες σε πάρτι και συνεστιάσεις, λένε ότι το χειρότερο είδος μόνου είναι ο "μόνος ανάμεσα σε πολλούς". Αλλά κάνουν λάθος. "Μόνος δίπλα σε άπειρους, σε αμέτρητους" και θα με θυμηθείς.
Έτσι ήταν ο μόλος και το φως του.

Πέρασαν χρόνια πολλά από εκείνο το βράδυ, που γνώρισα τον γκριζομάλλη βασιλιά στο όνειρο μου εκείνη τη νύχτα. Είδα λέει ότι στάθηκε από πάνω μου και με έβρισε, με είπε αξιολύπητο, ήταν τρανός αυτός λέει μέσα στο όνειρο μου, από κάπου μακριά είχε έρθει για να μου πει αυτές τις λέξεις και καλά στο όνειρο μου καταλάβαινα πως αυτός ήμουν εγώ αλλά πιο γέρος και δεν ξέρω τι-χάος. Πλάκα είχε το όνειρο.
Κάθισα δίπλα στη θάλασσα και σκέφτηκα τον βασιλιά.

Είμαι γέρος πια, τα κόκαλα μου πονάνε.
"Που 'σαι βρε λυκοτόμαρο;" μου έλεγε ο πατέρας μου όταν τον έπαιρνα τηλέφωνο. Τι λέξη. Λυκοτόμαρο.
Έζησα.
Δεν έχει σημασία τι έκανα. Τι πέτυχα, που λάθεψα.
Έζησα. Ή τουλάχιστον, γέμισα με τόσες δικαιολογίες τη ζωή μου, που μπορώ να με κοροϊδεύω.
Άρα, έζησα.
Οπότε άντε γαμήσου.

Κάθισα στο κρύο τσιμέντο, γύρω ιώδιο και αλάτι. Διάλεξα τη συγκεκριμένη μέρα, γιατί είχε πανσέληνο, όποτε γέμιζε το φεγγάρι κάτι πάθαινα. Άναψα ένα τσιγάρο τσαλακωμένο, το ξέθαψα απ' την κωλότσεπη μου, μ' έπιασε βήχας με τη πρώτη τζούρα.
Θέλησα να γράψω ένα βιβλίο, εκεί όπως ήμουν καθισμένος. Το έγραψα μέσα στο κεφάλι μου και το ξέχασα. Μου πήρε ώρα. Μετά ένιωσα άβολα. Σηκώθηκα και πήγα πιο κοντά στο νερό.

Δίπλα μου στάθηκε η Μωμπ.

"Δεν έχω όρεξη για τις κουβέντες σου μάγισσα."
"Τι σε βασανίζει πρίγκιπα μου; Μίλησε μου και εμείς οι γριές, έχουμε τρόπους να παίρνουμε τα βάσανα απ' τις καρδιές των νέων."
"Τους ξέρω τους τρόπους σου. Και αυτό που εμένα με τρώει δεν μπορείς να το κάνεις καλά."
"Γιατί δεν μου λες, να δω η γριά τι μπορώ να κάνω."
"Πήγαινε κάνε τις μυστικές δουλειές σου και άσε με."
"Πες μου πρίγκιπα και σου υπόσχομαι-"
" ΕΙΜΑΙ ΚΕΝΟΣ ΓΡΙΑ"
"Τι εννοείς;"
"Ἑννοώ, ότι τα βράδια σαν πλαγιάζω δεν βλέπω όνειρα και τα λίγα που βλέπω, είναι φριχτοί εφιάλτες. Εννοώ ότι τα φαγητά δεν έχουν γεύση, το κρασί είναι νερό. Κάθε πρωί είναι μια βλάσφημη καινούργια αρχή, κάθε νυχτιά είναι λύτρωση γιατί τα πάντα κρύβονται και τίποτα δεν είναι φανερό. Κάθε χάδι ένα αγκάθι, κάθε χαμόγελο μια μάσκα τρόμου που δεν με φοβίζει, μοναχά με αηδιάζει. Όλα τα προσφιλή μου πρόσωπα είναι ξένα, οι φωνές τους άγνωστες."
"Μη με πλησιάζεις."
"Με φοβάσαι μάγισσα;"

Φοβήθηκα το μαύρο το νερό και έκανα λίγο πίσω. Ήπια δύο γουλιές από το φλασκί που κουβαλούσα μαζί μου. Ζέστανε λίγο το μέσα μου. Γάτες ούρλιαξαν κάπου μακριά.
Είχα γενέθλια τη μέρα που στάθηκα στον μόλο.
Χρόνια μου............πολλά.
Πολλά;
Όχι.
Αληθινά και όσα είναι.

Βουτάω σε ένα σκοτεινό ποτάμι, τα αδέρφια μου γύρω μου. Είμαστε όλοι γυμνοί. Πανσέληνος. Έχω γενέθλια σήμερα. Το νερό είναι παράξενα ζεστό ή μήπως είναι το αίμα μου, που βράζει; Βράζει με ... κάτι.
Μια θηλυκιά τυλίγει τα πόδια της γύρω μου. Με δαγκώνει παιχνιδιάρικα στον λαιμό. Μπαίνω μέσα της και το ποτάμι τώρα αδειάζει, είμαστε οι δύο μας, οι άλλοι αποτραβήχτηκαν με ευλάβεια, ρίχνοντας κλεφτές, ζηλιάρικες ματιές. Θέλει να με εξουσιάσει, παλεύει και δαγκώνει και αν αφεθώ θα γίνω σκλάβος, θέλω τόσο πολύ να παραδοθώ, την αρπάζω απ' τα μαλλιά και γρυλίζει. Την έχω ακινητοποιήσει, μαλλιά τραβηγμένα πίσω, λαιμός τεντωμένος, μέσα της δυνατά, μέσα στο νερό, πανσέληνος που μας φωτίζει. Με δέχεται και κάθε φορά που αποτραβιέμαι πριν ξανασυρθώ μέσα της, λευκά κορδόνια από τα υγρά μας κολυμπάνε μακριά με νωχελικές κινήσεις, σαν σκουλήκια από μαργαριτάρια.
Ο οργασμός μας γίνεται της αγέλης ρυθμός και όλοι ουρλιάζουμε μαζί.
Ησυχία.
Έχει κοιμηθεί πάνω στον ώμο μου τώρα, κρέμασε το κεφάλι της, τα βρεγμένα μαλλιά κουβέρτα μου, μέχρι τη μέση, ακόμα μέσα στο νερό που κυλάει. Απαλά. Τη νανουρίζω. Στέκομαι στην όχθη, βρεγμένος, εκείνη ακόμα τυλιγμένη απάνω μου, κοιτάζω τους αδερφούς μου και είμαι πλήρης.
Αλλαγή.

Είμαι κωλόφαρδος.
Όσες φορές είπα "σ' αγαπώ" το εννοούσα.
Τις λίγες φορές που πιάστηκα στα χέρια με κάποιον, το ήθελα.
Ένα πρωί που γύρισα από χοντρό μεθύσι, κάθισα στο καβαλέτο μου και ζωγράφισα το αριστούργημα μου, σε ένα χαρτόνι 35 επί 50. Δεν το ξεπέρασα ποτέ, ποτέ δεν το είδε ανθρώπου μάτι. Το κρατάω ακόμα φυλαγμένο στον πάτο της ντουλάπας, το βγάζω και το κοιτάω καμιά φορά, όταν σκοτεινιάζει το βλέμμα μου και δεν χαμογελάω για καιρό.
Κοντά σε ένα πολύ γνωστό μνημείο, πάνω σε έναν αρχαίο κορμό, παράνομα, χάραξα δύο ονόματα. Ακόμα εκεί είναι, πέρασα προχτές, οι χαρακιές γίνανε φλέβες και πήρανε ζωή, πρησμένες πια χτυπούν τα ονόματα στο πέρασμα του χρόνου.
Αλλαγή.

Στέκομαι στα τέσσερα, το τρίχωμα μου ζεστό με προφυλάσσει, παρατηρώ τους άλλους που κοιμούνται χορτασμένοι. Φρόντισα για αυτούς. Είναι ασφαλείς. Τώρα η νύχτα. Για μένα, μόνο εμένα. Δέντρα και κρύα γη, φυλλώματα στα μάτια μου και θόρυβοι που είναι όμως μουσική. Ένα τρομαγμένο πουλί, ταράζεται στον ύπνο του από το πέρασμα μου, με νιώθει και ανατριχιάζει το φτέρωμα του, σκούζει σιωπηλά και εγώ το ακούω, εκεί ψηλά στο σκοτάδι. Κορμοί που ανασαίνουν και τρίζουν. Άνεμος. Νυχτολούλουδα που κάνουν έρωτα με τη μύτη μου και με ερεθίζουν, αγγέλων δάχτυλα το άγγιγμα τους καθώς τα ποδοπατώ.
Νερό που κυλάει.
Ένα ύψωμα.
Μία ατέλειωτη νυχτερινή θέα πάνω από ένα δάσος που κοιμάται, το φεγγάρι ακόμα ψηλά. Γύρω, ο κόσμος. Ψιθυρίζει κάτι και τώρα όλοι οι θόρυβοι γίνονται ψαλμός. Τα αστέρια στο ουρανό, όσα επιτρέπει η Μάνα σελήνη να φανούν, είναι μάτια θεών. Τώρα, εδώ, σε αυτό το ύψωμα, εγώ, ο Λύκος, ΞΕΡΩ.
Καταλαβαίνω για μία ΜΟΝΟ στιγμή τα ΠΑΝΤΑ.
Και όλα σε εμένα είναι καθαρά.
Για μία μόνο στιγμή.
Και κάνω το μόνο πράγμα που μπορώ.
Ουρλιάζω.
Για αυτό ουρλιάζουν οι λύκοι.
Αλλαγή.

Πάω πίσω, στη νύχτα της γέννησης μου. Είμαι μέσα στο δωμάτιο.
"Που πας; Τι κάνεις;"
Ένα νεκρό σώμα, μια σταματημένη καρδιά.
"ΣΤΑΜΑΤΑ. ΓΥΡΝΑ ΠΙΣΩ."
Ένας λύκος ουρλιάζει και εγώ μπαίνω μέσα στο μωρό. Παίρνω μαζί μου και τον μόλο, και το αριστούργημα μου που είναι ακόμα στη ντουλάπα μου. Και όλα τα χάδια που δέχτηκα.
Και ξαναζώ τη ζωή μου.
Αλλά αυτή τη φορά, αλλάζω κάτι.
Δεν μπαίνω ποτέ στο δάσος, είμαι ο Τριστάν ο βασιλιάς των ανθρώπων, κενός αλλά γεμάτος, δεν έτρεξα ποτέ μαζί με τους λύκους, συμφιλιωμένος αλλά επαρκής.
Δεν ούρλιαξα ποτέ σε φωτεινά φεγγάρια το όνομα μου.
Σιωπή.

Κοιτάζω τον νέο στα μάτια και του λέω την αλήθεια.
Και πάω πίσω στη γέννηση του.
Και χώνομαι στο σώμα του.
"ΠΟΥ ΠΑΣ; ΣΤΑΜΑΤΑ."
Είμαι ο Τριστάν.
Ο άνθρωπος. Ο λύκος.

Και σε κάθε γεμάτο φεγγάρι
μέχρι το τέλος της ζωής μου
για μία μόνο στιγμή
ξαναθυμάμαι την αλήθεια

και τότε κάνω το μόνο πράγμα που μπορώ.

No comments: