Thursday, October 09, 2008

ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ ΤΟΥ ΤΡΙΣΤΑΝ (Β)

by Egggod

Στάθηκε στη μέση της αυλής και άφησε το ζεστό αίμα να τρέξει στο στήθος του. Αχνιστό νέκταρ, χύθηκε από το στόμα του στο πηγούνι του και μετά, αγκάλιασε ζεστό τον λαιμό του και από εκεί, έβρεξε όσα από τα μαλλιά του ακουμπούσαν στους ώμους του και κύλησε πορφυρό πάνω στο στέρνο του. Ένα θηλυκό της αγέλης πέρασε και τον δάγκωσε ελαφριά στον λαιμό, το χέρι της τυλίχτηκε στο πέος του. Αμέσως έφυγε και πήγε να κυνηγήσει κάποιους άλλους, παίζοντας μαζί τους, παίζοντας με όλους, γρυλίζοντας. Ο Τριστάν την κοίταξε και χαμογέλασε. Τα δόντια του κόκκινα, στην ανθρώπινη του μορφή τώρα.

Έτσι χαμογελούσε λίγο πριν, μπροστά στο κρεβάτι της Μωμπ.

Κατάφεραν να μπουν στον πύργο, όταν πια ο Τριστάν φώναξε την μητέρα του και είπε στους φρουρούς ποιος ήταν. Η βασίλισσα γεννάει του είπανε. Μα τον έβαλαν μέσα οι ανόητοι φρουροί γιατί τον αναγνώρισαν. Νόμισαν πως θα διπλασιάσουν τη χαρά της βασιλικής οικογενείας με το καινούργιο αυτό μαντάτο. Ο Τριστάν γύρισε.
Τους σκότωσε όλους ο -από καιρό- χαμένος πρίγκιπας. Σκότωσε τον πατέρα του, τον βασιλιά, πριν προλάβει να τραβήξει το σπαθί του. Έκοψε τον λαιμό της μάνας του και ξέσκισε με τα δόντια του το νεογνό που ήταν στην αγκαλιά της. Δεν στάθηκε ούτε ένα δευτερόλεπτο, καμία τύψη δεν σκίασε το δολοφονικό βλέμμα του, ήπιε καλά το αίμα των δικών του.
Ύπουλα, οι λύκοι με τις ανθρώπινες μορφές, σκότωσαν όλους τους φρουρούς, δεν άφησαν ούτε τις μαγείρισσες, τις υπηρέτριες και τα παιδιά τους. Σκότωσαν τους αυλικούς και τους κηπουρούς και τους σταβλίτες. Μαύροι και γκρίζοι λύκοι που γινήκαν άνθρωποι στο ανοιγοκλείσιμο του ματιού, όρμησαν μέσα από την νυχτιά και πλύνανε το κάστρο σε αίμα, ότι λευκό τριαντάφυλλο υπήρχε στους απέραντους κήπους, κόκκινο έγινε- να αχνίζουν τα λουλούδια στο φεγγάρι.
Να αχνίζει και το στέρνο του αρχηγού και αδερφού τους, πρώτος στη σφαγή ο Τριστάν, στη μαύρη του ψυχή καμία αποστροφή, καμία μετάνοια, κανένας οίκτος.
Έτρεξε μέσα από το αίμα και το σκοτάδι ο Τριστάν και ανέβηκε τα σκαλιά που οδηγούσαν στο δωμάτιο της Μωμπ. Διέλυσε την πόρτα και την βρήκε να στέκεται στο περβάζι του παραθύρου, να τον κοιτάει στα μάτια, είχε ακούσει τον χαμό η γριά, κατάλαβε τη μοίρα της.
"Δεν θα με φας εμένα Λύκε" του είπε και έκανε να βουτήξει στο κενό. Κινήθηκε ο Τριστάν σαν του ανέμου την πνοή και την άρπαξε πριν χαθεί, με γρύλισμα άγριο την πέταξε στο κρεβάτι της και στάθηκε από πάνω της.
"Θα σε φάω γριά. Αλλά πρώτα, θα σε απολαύσω"της είπε και της χαμογέλασε. Όση ώρα κάτω τρέφονταν οι λύκοι, τα ουρλιαχτά της μάγισσας βαφτίζανε τη νύχτα. Οι λίγοι που επέζησαν εκείνης της βραδιάς, φέρανε τη φωνή της γριάς μέχρι το νεκροκρέβατο τους.

Στάθηκε στη μέση της αυλής. Τα ουρλιαχτά τώρα είχαν κοπάσει. Σιγά σιγά, οι χορτασμένοι αδερφοί του, τον κυκλώσανε.
"Όσοι δεν έχουν πεθάνει, αλλάξτε τους. Να γίνουν σαν και εμάς. Μετά ελάτε όλοι στη κεντρική σάλα, όπου θα ανάψουμε φωτιές και θα γλεντήσουμε. Σήμερα η οικογένεια μας μεγαλώνει. Αύριο, το υπόλοιπο βασίλειο, σε λίγο όλη η χώρα. Ο νόμος του Λύκου θα υπερισχύσει αδέρφια μου. Σας το λέω εγώ ο Τριστάν, ο βασιλιάς σας."
Έτσι μίλησε ο σκοτεινός άντρας, που έφυγε παιδί για το δάσος.
Εκείνο το βράδυ γλεντήσανε οι λύκοι. Γιορτάσανε τα κορμιά τους πάνω σε γούνες, μπροστά από μεγάλες φωτιές. Ήπιαν κόκκινο βασιλικό κρασί, πετάξανε κάτω κάδρα και σκίσανε σεντόνια. Γυμνοί περιφέρονταν στους διαδρόμους όπου αραιά και που, ένα πτώμα ξεπρόβαλε κάτω από κάποιο έπιπλο ή να-κρεμασμένο πιο πέρα από τα έντερα του. Το όργιο κράτησε μέχρι το πρωί.
Ο λυκοβασιλιάς, γλέντησε και αυτός με τη ψυχή του.
Το πρωί, γεμάτος κρασιά και αίμα, τυλίχτηκε με μια μαύρη βελούδινη κουβέρτα, ασημένια κλωστή να πλέκει κλαδιά πάνω στην επιφάνεια της, το σούρσιμο της πάνω στις κρύες πέτρες, ένας ψίθυρος.
Πήγε και στάθηκε στο μπαλκόνι του παλατιού, αυτό που δέσποζε πάνω από όλη την επικράτεια, ο ήλιος να ξημερώνει πάνω στο αγριεμένο πρόσωπο του. Κοίταξε γύρω του, το βασίλειο.
Και γρύλισε ο Τριστάν.

Και περάσαν χίλια χρόνια.

Όσοι στο φως του Λύκου περπατούν, γερνούν και κάποια στιγμή πεθαίνουν, αλλά όχι με ανθρώπινους ρυθμούς. Έτσι και ο Τριστάν, μεγάλωσε και τα μαλλιά του γκρίζαραν. Και το βασίλειο του απλώθηκε, μέχρι τα πέρατα της γνωστής γης, όλοι σχεδόν λυκάνθρωποι, οι λίγοι άνθρωποι παρίες, σκλάβοι ή τροφή.
Μία κοινωνία λύκων, με μπουρδέλα όπου το εξεζητημένο ήταν να πας με ανθρώπινη γυναίκα.
Με εμπόριο και πολιτισμό αλλά καθόλου ιδιοκτησία, ομαδικές οικογένειες και τεράστια κοινόβια, με δωρεάν εργασία αλλά απόλυτη ισότητα. Όσοι ταιριάζαν με κάποιο θηλυκό, ταιριάζανε για όλη τους τη ζωή. Αυτοί έφευγαν από τα κοινόβια και στήνανε δικό τους σπιτικό, ανέρχονταν στην κατηγορία του "Ὁύματαρ", του Ταιριασμένου.
Μια κοινωνία λύκων.
Μία τεράστια αγέλη.
Και πάνω από όλους ο αρχηγός.
Ο Τριστάν.

Αιώνες ολόκληρους μόνος, αμέτρητα θηλυκά να περνούν από το κρεβάτι του αλλά πάντα μόνος, πάντα άδειος να κοιτάει τον ήλιο να ανατέλλει και να μην αντέχει τις καινούργιες μέρες που ξημερώνουν, τη νύχτα να προτιμάει-πάντα.
Νύχτα ήταν όταν τον πλησίασε ο στρατηγός του και παλιός φίλος, ο Ντάρνακ.

"Βασιλιά μου, γιατί πάλι μόνος κάθεσαι στο σκοτάδι; Δεν σε τραβάει το γλέντι που μέχρι εδώ ακούγεται;"
"Άλλα πράγματα με τραβούν παλιέ μου φίλε."
"Σαν τι, Τριστάν; Μίλησε μου και έχω αρκετά καθαρό κεφάλι για να σε ακούσω και να προσέξω τα λόγια σου"
"Ἁμφιβάλλω για τη νηφαλιότητα σου, ωστόσο κάθισε μαζί μου για λίγο."
Πήρε μία καρέκλα και κάθισε δίπλα στον βασιλιά του ο άντρας, γελώντας. Μπροστά τους ζεστή φωτιά, μυρωδιά από ξύλο γύρω τους. Καθίσαν για λίγο σιωπηλοί, ο Ντάρνακ να περιμένει.
"Φεύγω αδελφέ."
"Όπου και να πας βασιλιά μου θα έρθω μαζί σου"
"Εσύ θα έχεις άλλες έγνοιες. Κάποιος πρέπει να πάρει τη θέση μου."
"Τα λόγια σου με μαυρίζουν αδελφέ. Μήπως θες να βγούμε στο δάσος, να αλλάξουμε μορφή, να κυνηγήσουμε τροφή και να ξεχαστούμε; Είναι γλυκιά η λήθη της Μορφής. Όταν είμαστε Λύκοι, είμαστε χαρούμενοι."
"Και όταν είμαστε άνθρωποι, πονάμε, ναι. Αλλά θα φύγω, το έχω αποφασίσει και εσύ θα με διαδεχθείς. Το που θα πάω, δεν θα το γνωρίζει κανείς. Αλλά είναι κάτι που με καλεί, κάτι που πρέπει να γνωρίσω. Φεύγω με την αυγή."
"Και το βασίλειο; Ο κόσμος που εσύ δημιούργησες Τριστάν; Μετά από όσα έκανες, δειλιάζεις, φεύγεις;"
Πετάχτηκε απάνω ο Τριστάν, αναποδογύρισε η καρέκλα του, έλαμψαν τα δόντια του στο φως της φωτιάς και ο Ντάρνακ έσκυψε γρήγορα το κεφάλι. Ο βασιλιάς δεν χρειάστηκε να ξαναμιλήσει. Ακούμπησαν τα μέτωπα τους οι δύο άντρες και μείνανε έτσι για κάμποση ώρα.
Ύστερα ο Ντάρνακ με βαριά καρδιά, έφυγε.

Το πρώτο φως του ήλιου, βρήκε τον Λύκο στις πύλες του κάστρου, ντυμένο σε μαύρο δέρμα, μακρύς μανδύας να στολίζει την αγέρωχη μορφή του, μακριά γκρίζα μαλλιά να λούζουν τους ώμους του. Έφυγε για το δάσος ο Τριστάν και πέρα από αυτό.

Εδώ τελειώνει η ιστορία του.
Η ιστορία του βασιλιά των λύκων, του νεκρογεννημένου Τριστάν, που άφησε τον κόσμο των ανθρώπων και άλλαξε τον κόσμο όλων, που χάραξε το σημάδι του στη ιστορία του βασιλείου, μύθοι γράφτηκαν με τα κατορθώματα του, ποιήματα και τραγούδια πλουτίσανε τους άθλους του και την ζωή του και έγινε σύμβολο ο Τριστάν, να τον θυμούνται όλοι, να τον φοβούνται και να τον σέβονται.
Θέλω να σας πω για τη γενιά του Ντάρνακ και για την Επανάσταση των ανθρώπων.
Θέλω να σας πω για τις τελευταίες στιγμές του Τριστάν στο Ρουμπινένιο Ποτάμι και την κυρά του Δάσους.
Θέλω να σας πω για την τελευταία, άγνωστη μάχη του βασιλιά.

Αλλά η ιστορία έχει ζωή δική της.

Θέλω

να ανάψω το τσιγάρο μου εδώ και μισή ώρα, αλλά δεν μπορώ να κουνηθώ. Το αλκοόλ έχει ποτίσει τα μόρια μου και αύριο πρέπει να σηκωθώ νωρίς, τώρα όμως απλά κάθομαι εδώ -που είμαι, στο πάτωμα; Έχει πανσέληνο σήμερα, χέστηκα, αυτά είναι για τους ερωτευμένους. Έναν αναπτήρα.
Το βασίλειο μου για έναν αναπτήρα.
Τι είναι αυτή η ουσία στο μάγουλο μου; Εμετός; Ξεραμένα δάκρυα; Χέστηκα.

Σέρνομαι μέχρι το κρεβάτι.
Και πάνω που σβήνω το φως, ακούω μια φωνή -κάποιος είναι όρθιος στο κεφάλι του κρεβατιού.
"Είσαι αξιολύπητος" μου λέει ο γκριζομάλλης βασιλιάς.

Τα γαμημένα δόντια του λάμπουν, σαν να μην έχει καπνίσει ποτέ.

Και τώρα εγώ, που μπορεί και να πεθαίνω, μέσα στη μαστούρα μου, την έχω δει κοκκινοσκουφίτσα, ω, τι μεγάλα δόντια που έχεις μαλάκα.

Και αρχίζω να γελάω.

Αυτός απλά με κοιτάζει, με μάτια από λάβα.

16 comments:

deadend mind said...

Η πανσέληνος δεν είναι για τους ερωτευμένους. Είναι γι’ αυτούς που βλέπουν την ομορφιά, ακόμα και μέσα από ξεραμένα δάκρυα.

Lee said...

Ευφορη λαβα.

EggGod said...

deadend: Το πακέτο είναι όταν καταλαβαίνεις ότι η πανσέληνος δεν είναι για κανέναν. Απλά είναι.

Lee: Απ' την άλλη. Τη καυτή.

Lee said...

Στην αρχή.
Μετα γινεται γονιμο χωμα. :)

tuco said...

για κάποιους ανθρώπους- λύκους, το φευγιό "into the wild" δε σταματάει ποτέ...

EggGod said...

Lee: Γόνιμο χώμα. Πάνω σε αυτό φτιάχνονται ωραιότατα νεκροταφεία.

Tuco: Και για κάποιους άλλους δεν ξεκινάει ποτέ. Γαμώτ.....

Lee said...

I give up..

Loth said...

ΧΜΜΜΜ...ΝΟΜΙΖΩ ΤΟ ΤΡΙΤΟ ΜΕΡΟΣ ΘΑ ΛΥΣΕΙ ΟΟΟΟΛΕΣ ΤΙΣ ΑΠΟΡΙΕΣ ΜΑΣ!(Η'ΘΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΣΕΙ ΝΕΕΣ...)
ΠΦΦΦΦ.......
;P
ΜΑΤΣ

EggGod said...

Lee: Έλα τώρα. Μα γιατί;

Loth: Μπορεί επίσης να σας λύσει τις μισές και να δημιουργήσει μισές καινούργιες.

via said...
This comment has been removed by the author.
Lee said...

Εισαι καρότο!
;)

Loth said...

XMMMM...ΣΩΣΤΑ. ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ ΝΑ ΞΕΜΠΛΕΚΑΜΕ ΕΤΣΙ ΕΥΚΟΛΑ???
ΦΕΡΝΕ ΕΣΥ, ΝΑ ΛΥΝΟΥΜΕ ΕΜΕΙΣ..
ΥΓ.ΚΑΡΟΤΟ? ΠΡΟΣΠΑΘΩ ΑΛΛΑ ΜΟΝΟ ΜΙΑ ΟΜΟΙΟΤΗΤΑ ΒΡΙΣΚΩ ;P

Loth said...

Α...ΔΥΟ!
;P

EggGod said...

Lee: Κάνεις μέγα λάθος! Είμαι ραπανάκι.

Loth: Δύο;;; Τι; Ότι είμαι πορτοκαλί και ταιριάζω πολύ στις σούπες;

Lee said...

Θα συμφωνησεις ποτέ, τι θα γινει?! :p

Loth said...

XAXAXAXAXAAAA...ΤΩΡΑ ΠΟΥ ΤΟ ΛΕΣ..ΤΡΙΑ!
ΥΓ.ΔΕΝ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΩ ΤΙΠΟΤΑ/ΤΑΦΟΣ.
!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!