Friday, October 31, 2008

Μικρό Θεατρικό


Α: Ε, που πάς;
Β: (σταματάει ακριβώς πίσω του, κάνει νούμερο μίμας όπου βγαίνει από ένα ασανσέρ και στέκεται δίπλα του, ο φωτισμός αλλάζει) Πάω για μέσα.
Α: Δεν μπορείς. Ήδη έχεις πάει αρκετά. (τραβάει αόρατο πιστόλι και πυροβολεί τον Β στο στήθος.)
Β: (αντιδρά κωμικά και αφού κάνει ότι χωνεύει τη σφαίρα, τη κλάνει και την βάζει στο στόμα του. Φτύνει στη παλάμη του ένα "αόρατο" σφυρί, κοπανάει τον Α.)
Α: (βγάζει "καρούμπαλο") Μην επιμένεις, ήδη σε έχω αφήσει αρκετά. (τυλίγει "αόρατο"σκοινί στον λαιμό του Β και τον πετάει από την άκρη γκρεμού.)
Β: (κάνει ότι πέφτει, προσγειώνεται πάνω σε αεροπλάνο, πετάει γύρω από τον Α, τον βαράει με τα πολυβόλα του σκάφους που τώρα είναι μαχητικό, σταματάει δίπλα του, ο Α κείτεται νεκρός με τα πόδια ψηλά.) Ότι και να κάνεις, έχω ήδη μπει (στρίβει προς την αρχική του πορεία) οπότε όπως έλεγα. Πάω για μέσα. (χάνεται από το φως, μένει για λίγο το πτώμα του Α επί σκηνής, σκοτάδι.)

ΤΕΛΟΣ








Ε, που πας;

Wednesday, October 29, 2008

ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ ΤΟΥ ΤΡΙΣΤΑΝ (Γ)


Έφτασα στη Γλυφάδα με ταξί.
Στη πορεία, ο ταξιτζής ήθελε κουβέντα, αλλά εμένα μου αρκούσε η βρεγμένη πόλη, χόρευε σαν τρελή στο παράθυρο και μου έδειχνε μόνο τα φώτα της. Σχήματα δεν προλάβαινα να δω, μόνο τα χρώματα της πόρνης πόλης που με χάζευε από το παράθυρο, ούρλιαζε κάτι και μετά χανόταν πάλι.
Μετά από λίγο, ο ταξιτζής σταμάτησε τη προσπάθεια και στραβωμένος κοίταζε μόνο μπροστά, σε όλη τη πορεία. Του 'έδωσα τα λεφτά και δεν μίλησε. Τον χάλασα τον κακομοίρη.
Πήγα και κάθισα στην άκρη του μόλου, σε ένα μέρος κοντά στο στάδιο, τσιμέντο παντού, τεράστιοι κύβοι σαν κοιμισμένοι τιτάνες, στοιβαγμένοι ο ένας πάνω στον άλλο, μέσα στη νύχτα, οι πιο κάτω να χάνονται μέσα στο νερό και να πνίγονται, να υπομένουν το βάρος των υπόλοιπων καβατζωμένων αδερφών τους.
Οι κύβοι που λες.
Ο μόλος.

Η βροχή

είχε σταματήσει από ώρα, αλλά είχε προλάβει να βαφτίσει τα πάντα με τα υγρά της, πόρνη και αυτή.
Πόρνη πόλη
Πόρνη βροχή
Βρομούσε το τσιμέντο στην άκρη του μόλου χυμένες μπύρες και χαρτόνι. Και η θάλασσα. Μαύρη, πεινασμένη. Πίσω μου μόνο φώτα πόλης. Ο μόλος, μια κωλότρυπα σκοταδιού στο κέντρο ενός φωτεινού κύκλου. Ξέρεις, από εκείνα τα μέρη που το φως φτάνει στο πρόσωπο σου, βλέπεις ίσα που να βρεις τον αναπτήρα σου και ακούς τα γλέντια και τις φωνές από μακριά. Το χειρότερο είδος μόνου.
Περισπούδαστοι φαφλατάδες σε πάρτι και συνεστιάσεις, λένε ότι το χειρότερο είδος μόνου είναι ο "μόνος ανάμεσα σε πολλούς". Αλλά κάνουν λάθος. "Μόνος δίπλα σε άπειρους, σε αμέτρητους" και θα με θυμηθείς.
Έτσι ήταν ο μόλος και το φως του.

Πέρασαν χρόνια πολλά από εκείνο το βράδυ, που γνώρισα τον γκριζομάλλη βασιλιά στο όνειρο μου εκείνη τη νύχτα. Είδα λέει ότι στάθηκε από πάνω μου και με έβρισε, με είπε αξιολύπητο, ήταν τρανός αυτός λέει μέσα στο όνειρο μου, από κάπου μακριά είχε έρθει για να μου πει αυτές τις λέξεις και καλά στο όνειρο μου καταλάβαινα πως αυτός ήμουν εγώ αλλά πιο γέρος και δεν ξέρω τι-χάος. Πλάκα είχε το όνειρο.
Κάθισα δίπλα στη θάλασσα και σκέφτηκα τον βασιλιά.

Είμαι γέρος πια, τα κόκαλα μου πονάνε.
"Που 'σαι βρε λυκοτόμαρο;" μου έλεγε ο πατέρας μου όταν τον έπαιρνα τηλέφωνο. Τι λέξη. Λυκοτόμαρο.
Έζησα.
Δεν έχει σημασία τι έκανα. Τι πέτυχα, που λάθεψα.
Έζησα. Ή τουλάχιστον, γέμισα με τόσες δικαιολογίες τη ζωή μου, που μπορώ να με κοροϊδεύω.
Άρα, έζησα.
Οπότε άντε γαμήσου.

Κάθισα στο κρύο τσιμέντο, γύρω ιώδιο και αλάτι. Διάλεξα τη συγκεκριμένη μέρα, γιατί είχε πανσέληνο, όποτε γέμιζε το φεγγάρι κάτι πάθαινα. Άναψα ένα τσιγάρο τσαλακωμένο, το ξέθαψα απ' την κωλότσεπη μου, μ' έπιασε βήχας με τη πρώτη τζούρα.
Θέλησα να γράψω ένα βιβλίο, εκεί όπως ήμουν καθισμένος. Το έγραψα μέσα στο κεφάλι μου και το ξέχασα. Μου πήρε ώρα. Μετά ένιωσα άβολα. Σηκώθηκα και πήγα πιο κοντά στο νερό.

Δίπλα μου στάθηκε η Μωμπ.

"Δεν έχω όρεξη για τις κουβέντες σου μάγισσα."
"Τι σε βασανίζει πρίγκιπα μου; Μίλησε μου και εμείς οι γριές, έχουμε τρόπους να παίρνουμε τα βάσανα απ' τις καρδιές των νέων."
"Τους ξέρω τους τρόπους σου. Και αυτό που εμένα με τρώει δεν μπορείς να το κάνεις καλά."
"Γιατί δεν μου λες, να δω η γριά τι μπορώ να κάνω."
"Πήγαινε κάνε τις μυστικές δουλειές σου και άσε με."
"Πες μου πρίγκιπα και σου υπόσχομαι-"
" ΕΙΜΑΙ ΚΕΝΟΣ ΓΡΙΑ"
"Τι εννοείς;"
"Ἑννοώ, ότι τα βράδια σαν πλαγιάζω δεν βλέπω όνειρα και τα λίγα που βλέπω, είναι φριχτοί εφιάλτες. Εννοώ ότι τα φαγητά δεν έχουν γεύση, το κρασί είναι νερό. Κάθε πρωί είναι μια βλάσφημη καινούργια αρχή, κάθε νυχτιά είναι λύτρωση γιατί τα πάντα κρύβονται και τίποτα δεν είναι φανερό. Κάθε χάδι ένα αγκάθι, κάθε χαμόγελο μια μάσκα τρόμου που δεν με φοβίζει, μοναχά με αηδιάζει. Όλα τα προσφιλή μου πρόσωπα είναι ξένα, οι φωνές τους άγνωστες."
"Μη με πλησιάζεις."
"Με φοβάσαι μάγισσα;"

Φοβήθηκα το μαύρο το νερό και έκανα λίγο πίσω. Ήπια δύο γουλιές από το φλασκί που κουβαλούσα μαζί μου. Ζέστανε λίγο το μέσα μου. Γάτες ούρλιαξαν κάπου μακριά.
Είχα γενέθλια τη μέρα που στάθηκα στον μόλο.
Χρόνια μου............πολλά.
Πολλά;
Όχι.
Αληθινά και όσα είναι.

Βουτάω σε ένα σκοτεινό ποτάμι, τα αδέρφια μου γύρω μου. Είμαστε όλοι γυμνοί. Πανσέληνος. Έχω γενέθλια σήμερα. Το νερό είναι παράξενα ζεστό ή μήπως είναι το αίμα μου, που βράζει; Βράζει με ... κάτι.
Μια θηλυκιά τυλίγει τα πόδια της γύρω μου. Με δαγκώνει παιχνιδιάρικα στον λαιμό. Μπαίνω μέσα της και το ποτάμι τώρα αδειάζει, είμαστε οι δύο μας, οι άλλοι αποτραβήχτηκαν με ευλάβεια, ρίχνοντας κλεφτές, ζηλιάρικες ματιές. Θέλει να με εξουσιάσει, παλεύει και δαγκώνει και αν αφεθώ θα γίνω σκλάβος, θέλω τόσο πολύ να παραδοθώ, την αρπάζω απ' τα μαλλιά και γρυλίζει. Την έχω ακινητοποιήσει, μαλλιά τραβηγμένα πίσω, λαιμός τεντωμένος, μέσα της δυνατά, μέσα στο νερό, πανσέληνος που μας φωτίζει. Με δέχεται και κάθε φορά που αποτραβιέμαι πριν ξανασυρθώ μέσα της, λευκά κορδόνια από τα υγρά μας κολυμπάνε μακριά με νωχελικές κινήσεις, σαν σκουλήκια από μαργαριτάρια.
Ο οργασμός μας γίνεται της αγέλης ρυθμός και όλοι ουρλιάζουμε μαζί.
Ησυχία.
Έχει κοιμηθεί πάνω στον ώμο μου τώρα, κρέμασε το κεφάλι της, τα βρεγμένα μαλλιά κουβέρτα μου, μέχρι τη μέση, ακόμα μέσα στο νερό που κυλάει. Απαλά. Τη νανουρίζω. Στέκομαι στην όχθη, βρεγμένος, εκείνη ακόμα τυλιγμένη απάνω μου, κοιτάζω τους αδερφούς μου και είμαι πλήρης.
Αλλαγή.

Είμαι κωλόφαρδος.
Όσες φορές είπα "σ' αγαπώ" το εννοούσα.
Τις λίγες φορές που πιάστηκα στα χέρια με κάποιον, το ήθελα.
Ένα πρωί που γύρισα από χοντρό μεθύσι, κάθισα στο καβαλέτο μου και ζωγράφισα το αριστούργημα μου, σε ένα χαρτόνι 35 επί 50. Δεν το ξεπέρασα ποτέ, ποτέ δεν το είδε ανθρώπου μάτι. Το κρατάω ακόμα φυλαγμένο στον πάτο της ντουλάπας, το βγάζω και το κοιτάω καμιά φορά, όταν σκοτεινιάζει το βλέμμα μου και δεν χαμογελάω για καιρό.
Κοντά σε ένα πολύ γνωστό μνημείο, πάνω σε έναν αρχαίο κορμό, παράνομα, χάραξα δύο ονόματα. Ακόμα εκεί είναι, πέρασα προχτές, οι χαρακιές γίνανε φλέβες και πήρανε ζωή, πρησμένες πια χτυπούν τα ονόματα στο πέρασμα του χρόνου.
Αλλαγή.

Στέκομαι στα τέσσερα, το τρίχωμα μου ζεστό με προφυλάσσει, παρατηρώ τους άλλους που κοιμούνται χορτασμένοι. Φρόντισα για αυτούς. Είναι ασφαλείς. Τώρα η νύχτα. Για μένα, μόνο εμένα. Δέντρα και κρύα γη, φυλλώματα στα μάτια μου και θόρυβοι που είναι όμως μουσική. Ένα τρομαγμένο πουλί, ταράζεται στον ύπνο του από το πέρασμα μου, με νιώθει και ανατριχιάζει το φτέρωμα του, σκούζει σιωπηλά και εγώ το ακούω, εκεί ψηλά στο σκοτάδι. Κορμοί που ανασαίνουν και τρίζουν. Άνεμος. Νυχτολούλουδα που κάνουν έρωτα με τη μύτη μου και με ερεθίζουν, αγγέλων δάχτυλα το άγγιγμα τους καθώς τα ποδοπατώ.
Νερό που κυλάει.
Ένα ύψωμα.
Μία ατέλειωτη νυχτερινή θέα πάνω από ένα δάσος που κοιμάται, το φεγγάρι ακόμα ψηλά. Γύρω, ο κόσμος. Ψιθυρίζει κάτι και τώρα όλοι οι θόρυβοι γίνονται ψαλμός. Τα αστέρια στο ουρανό, όσα επιτρέπει η Μάνα σελήνη να φανούν, είναι μάτια θεών. Τώρα, εδώ, σε αυτό το ύψωμα, εγώ, ο Λύκος, ΞΕΡΩ.
Καταλαβαίνω για μία ΜΟΝΟ στιγμή τα ΠΑΝΤΑ.
Και όλα σε εμένα είναι καθαρά.
Για μία μόνο στιγμή.
Και κάνω το μόνο πράγμα που μπορώ.
Ουρλιάζω.
Για αυτό ουρλιάζουν οι λύκοι.
Αλλαγή.

Πάω πίσω, στη νύχτα της γέννησης μου. Είμαι μέσα στο δωμάτιο.
"Που πας; Τι κάνεις;"
Ένα νεκρό σώμα, μια σταματημένη καρδιά.
"ΣΤΑΜΑΤΑ. ΓΥΡΝΑ ΠΙΣΩ."
Ένας λύκος ουρλιάζει και εγώ μπαίνω μέσα στο μωρό. Παίρνω μαζί μου και τον μόλο, και το αριστούργημα μου που είναι ακόμα στη ντουλάπα μου. Και όλα τα χάδια που δέχτηκα.
Και ξαναζώ τη ζωή μου.
Αλλά αυτή τη φορά, αλλάζω κάτι.
Δεν μπαίνω ποτέ στο δάσος, είμαι ο Τριστάν ο βασιλιάς των ανθρώπων, κενός αλλά γεμάτος, δεν έτρεξα ποτέ μαζί με τους λύκους, συμφιλιωμένος αλλά επαρκής.
Δεν ούρλιαξα ποτέ σε φωτεινά φεγγάρια το όνομα μου.
Σιωπή.

Κοιτάζω τον νέο στα μάτια και του λέω την αλήθεια.
Και πάω πίσω στη γέννηση του.
Και χώνομαι στο σώμα του.
"ΠΟΥ ΠΑΣ; ΣΤΑΜΑΤΑ."
Είμαι ο Τριστάν.
Ο άνθρωπος. Ο λύκος.

Και σε κάθε γεμάτο φεγγάρι
μέχρι το τέλος της ζωής μου
για μία μόνο στιγμή
ξαναθυμάμαι την αλήθεια

και τότε κάνω το μόνο πράγμα που μπορώ.

Sunday, October 26, 2008

Γύρισα σπίτι σήμερα.
Ήταν μια καλή μέρα μετά από πολύ καιρό.

Σαν συναχωμένος μαλάκας κλαίω πάνω από την άμμο της γάτας.
Είναι που ήταν μια καλή μέρα.

Και θα θελα να τη μοιραστώ.

Thursday, October 09, 2008

ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ ΤΟΥ ΤΡΙΣΤΑΝ (Β)

by Egggod

Στάθηκε στη μέση της αυλής και άφησε το ζεστό αίμα να τρέξει στο στήθος του. Αχνιστό νέκταρ, χύθηκε από το στόμα του στο πηγούνι του και μετά, αγκάλιασε ζεστό τον λαιμό του και από εκεί, έβρεξε όσα από τα μαλλιά του ακουμπούσαν στους ώμους του και κύλησε πορφυρό πάνω στο στέρνο του. Ένα θηλυκό της αγέλης πέρασε και τον δάγκωσε ελαφριά στον λαιμό, το χέρι της τυλίχτηκε στο πέος του. Αμέσως έφυγε και πήγε να κυνηγήσει κάποιους άλλους, παίζοντας μαζί τους, παίζοντας με όλους, γρυλίζοντας. Ο Τριστάν την κοίταξε και χαμογέλασε. Τα δόντια του κόκκινα, στην ανθρώπινη του μορφή τώρα.

Έτσι χαμογελούσε λίγο πριν, μπροστά στο κρεβάτι της Μωμπ.

Κατάφεραν να μπουν στον πύργο, όταν πια ο Τριστάν φώναξε την μητέρα του και είπε στους φρουρούς ποιος ήταν. Η βασίλισσα γεννάει του είπανε. Μα τον έβαλαν μέσα οι ανόητοι φρουροί γιατί τον αναγνώρισαν. Νόμισαν πως θα διπλασιάσουν τη χαρά της βασιλικής οικογενείας με το καινούργιο αυτό μαντάτο. Ο Τριστάν γύρισε.
Τους σκότωσε όλους ο -από καιρό- χαμένος πρίγκιπας. Σκότωσε τον πατέρα του, τον βασιλιά, πριν προλάβει να τραβήξει το σπαθί του. Έκοψε τον λαιμό της μάνας του και ξέσκισε με τα δόντια του το νεογνό που ήταν στην αγκαλιά της. Δεν στάθηκε ούτε ένα δευτερόλεπτο, καμία τύψη δεν σκίασε το δολοφονικό βλέμμα του, ήπιε καλά το αίμα των δικών του.
Ύπουλα, οι λύκοι με τις ανθρώπινες μορφές, σκότωσαν όλους τους φρουρούς, δεν άφησαν ούτε τις μαγείρισσες, τις υπηρέτριες και τα παιδιά τους. Σκότωσαν τους αυλικούς και τους κηπουρούς και τους σταβλίτες. Μαύροι και γκρίζοι λύκοι που γινήκαν άνθρωποι στο ανοιγοκλείσιμο του ματιού, όρμησαν μέσα από την νυχτιά και πλύνανε το κάστρο σε αίμα, ότι λευκό τριαντάφυλλο υπήρχε στους απέραντους κήπους, κόκκινο έγινε- να αχνίζουν τα λουλούδια στο φεγγάρι.
Να αχνίζει και το στέρνο του αρχηγού και αδερφού τους, πρώτος στη σφαγή ο Τριστάν, στη μαύρη του ψυχή καμία αποστροφή, καμία μετάνοια, κανένας οίκτος.
Έτρεξε μέσα από το αίμα και το σκοτάδι ο Τριστάν και ανέβηκε τα σκαλιά που οδηγούσαν στο δωμάτιο της Μωμπ. Διέλυσε την πόρτα και την βρήκε να στέκεται στο περβάζι του παραθύρου, να τον κοιτάει στα μάτια, είχε ακούσει τον χαμό η γριά, κατάλαβε τη μοίρα της.
"Δεν θα με φας εμένα Λύκε" του είπε και έκανε να βουτήξει στο κενό. Κινήθηκε ο Τριστάν σαν του ανέμου την πνοή και την άρπαξε πριν χαθεί, με γρύλισμα άγριο την πέταξε στο κρεβάτι της και στάθηκε από πάνω της.
"Θα σε φάω γριά. Αλλά πρώτα, θα σε απολαύσω"της είπε και της χαμογέλασε. Όση ώρα κάτω τρέφονταν οι λύκοι, τα ουρλιαχτά της μάγισσας βαφτίζανε τη νύχτα. Οι λίγοι που επέζησαν εκείνης της βραδιάς, φέρανε τη φωνή της γριάς μέχρι το νεκροκρέβατο τους.

Στάθηκε στη μέση της αυλής. Τα ουρλιαχτά τώρα είχαν κοπάσει. Σιγά σιγά, οι χορτασμένοι αδερφοί του, τον κυκλώσανε.
"Όσοι δεν έχουν πεθάνει, αλλάξτε τους. Να γίνουν σαν και εμάς. Μετά ελάτε όλοι στη κεντρική σάλα, όπου θα ανάψουμε φωτιές και θα γλεντήσουμε. Σήμερα η οικογένεια μας μεγαλώνει. Αύριο, το υπόλοιπο βασίλειο, σε λίγο όλη η χώρα. Ο νόμος του Λύκου θα υπερισχύσει αδέρφια μου. Σας το λέω εγώ ο Τριστάν, ο βασιλιάς σας."
Έτσι μίλησε ο σκοτεινός άντρας, που έφυγε παιδί για το δάσος.
Εκείνο το βράδυ γλεντήσανε οι λύκοι. Γιορτάσανε τα κορμιά τους πάνω σε γούνες, μπροστά από μεγάλες φωτιές. Ήπιαν κόκκινο βασιλικό κρασί, πετάξανε κάτω κάδρα και σκίσανε σεντόνια. Γυμνοί περιφέρονταν στους διαδρόμους όπου αραιά και που, ένα πτώμα ξεπρόβαλε κάτω από κάποιο έπιπλο ή να-κρεμασμένο πιο πέρα από τα έντερα του. Το όργιο κράτησε μέχρι το πρωί.
Ο λυκοβασιλιάς, γλέντησε και αυτός με τη ψυχή του.
Το πρωί, γεμάτος κρασιά και αίμα, τυλίχτηκε με μια μαύρη βελούδινη κουβέρτα, ασημένια κλωστή να πλέκει κλαδιά πάνω στην επιφάνεια της, το σούρσιμο της πάνω στις κρύες πέτρες, ένας ψίθυρος.
Πήγε και στάθηκε στο μπαλκόνι του παλατιού, αυτό που δέσποζε πάνω από όλη την επικράτεια, ο ήλιος να ξημερώνει πάνω στο αγριεμένο πρόσωπο του. Κοίταξε γύρω του, το βασίλειο.
Και γρύλισε ο Τριστάν.

Και περάσαν χίλια χρόνια.

Όσοι στο φως του Λύκου περπατούν, γερνούν και κάποια στιγμή πεθαίνουν, αλλά όχι με ανθρώπινους ρυθμούς. Έτσι και ο Τριστάν, μεγάλωσε και τα μαλλιά του γκρίζαραν. Και το βασίλειο του απλώθηκε, μέχρι τα πέρατα της γνωστής γης, όλοι σχεδόν λυκάνθρωποι, οι λίγοι άνθρωποι παρίες, σκλάβοι ή τροφή.
Μία κοινωνία λύκων, με μπουρδέλα όπου το εξεζητημένο ήταν να πας με ανθρώπινη γυναίκα.
Με εμπόριο και πολιτισμό αλλά καθόλου ιδιοκτησία, ομαδικές οικογένειες και τεράστια κοινόβια, με δωρεάν εργασία αλλά απόλυτη ισότητα. Όσοι ταιριάζαν με κάποιο θηλυκό, ταιριάζανε για όλη τους τη ζωή. Αυτοί έφευγαν από τα κοινόβια και στήνανε δικό τους σπιτικό, ανέρχονταν στην κατηγορία του "Ὁύματαρ", του Ταιριασμένου.
Μια κοινωνία λύκων.
Μία τεράστια αγέλη.
Και πάνω από όλους ο αρχηγός.
Ο Τριστάν.

Αιώνες ολόκληρους μόνος, αμέτρητα θηλυκά να περνούν από το κρεβάτι του αλλά πάντα μόνος, πάντα άδειος να κοιτάει τον ήλιο να ανατέλλει και να μην αντέχει τις καινούργιες μέρες που ξημερώνουν, τη νύχτα να προτιμάει-πάντα.
Νύχτα ήταν όταν τον πλησίασε ο στρατηγός του και παλιός φίλος, ο Ντάρνακ.

"Βασιλιά μου, γιατί πάλι μόνος κάθεσαι στο σκοτάδι; Δεν σε τραβάει το γλέντι που μέχρι εδώ ακούγεται;"
"Άλλα πράγματα με τραβούν παλιέ μου φίλε."
"Σαν τι, Τριστάν; Μίλησε μου και έχω αρκετά καθαρό κεφάλι για να σε ακούσω και να προσέξω τα λόγια σου"
"Ἁμφιβάλλω για τη νηφαλιότητα σου, ωστόσο κάθισε μαζί μου για λίγο."
Πήρε μία καρέκλα και κάθισε δίπλα στον βασιλιά του ο άντρας, γελώντας. Μπροστά τους ζεστή φωτιά, μυρωδιά από ξύλο γύρω τους. Καθίσαν για λίγο σιωπηλοί, ο Ντάρνακ να περιμένει.
"Φεύγω αδελφέ."
"Όπου και να πας βασιλιά μου θα έρθω μαζί σου"
"Εσύ θα έχεις άλλες έγνοιες. Κάποιος πρέπει να πάρει τη θέση μου."
"Τα λόγια σου με μαυρίζουν αδελφέ. Μήπως θες να βγούμε στο δάσος, να αλλάξουμε μορφή, να κυνηγήσουμε τροφή και να ξεχαστούμε; Είναι γλυκιά η λήθη της Μορφής. Όταν είμαστε Λύκοι, είμαστε χαρούμενοι."
"Και όταν είμαστε άνθρωποι, πονάμε, ναι. Αλλά θα φύγω, το έχω αποφασίσει και εσύ θα με διαδεχθείς. Το που θα πάω, δεν θα το γνωρίζει κανείς. Αλλά είναι κάτι που με καλεί, κάτι που πρέπει να γνωρίσω. Φεύγω με την αυγή."
"Και το βασίλειο; Ο κόσμος που εσύ δημιούργησες Τριστάν; Μετά από όσα έκανες, δειλιάζεις, φεύγεις;"
Πετάχτηκε απάνω ο Τριστάν, αναποδογύρισε η καρέκλα του, έλαμψαν τα δόντια του στο φως της φωτιάς και ο Ντάρνακ έσκυψε γρήγορα το κεφάλι. Ο βασιλιάς δεν χρειάστηκε να ξαναμιλήσει. Ακούμπησαν τα μέτωπα τους οι δύο άντρες και μείνανε έτσι για κάμποση ώρα.
Ύστερα ο Ντάρνακ με βαριά καρδιά, έφυγε.

Το πρώτο φως του ήλιου, βρήκε τον Λύκο στις πύλες του κάστρου, ντυμένο σε μαύρο δέρμα, μακρύς μανδύας να στολίζει την αγέρωχη μορφή του, μακριά γκρίζα μαλλιά να λούζουν τους ώμους του. Έφυγε για το δάσος ο Τριστάν και πέρα από αυτό.

Εδώ τελειώνει η ιστορία του.
Η ιστορία του βασιλιά των λύκων, του νεκρογεννημένου Τριστάν, που άφησε τον κόσμο των ανθρώπων και άλλαξε τον κόσμο όλων, που χάραξε το σημάδι του στη ιστορία του βασιλείου, μύθοι γράφτηκαν με τα κατορθώματα του, ποιήματα και τραγούδια πλουτίσανε τους άθλους του και την ζωή του και έγινε σύμβολο ο Τριστάν, να τον θυμούνται όλοι, να τον φοβούνται και να τον σέβονται.
Θέλω να σας πω για τη γενιά του Ντάρνακ και για την Επανάσταση των ανθρώπων.
Θέλω να σας πω για τις τελευταίες στιγμές του Τριστάν στο Ρουμπινένιο Ποτάμι και την κυρά του Δάσους.
Θέλω να σας πω για την τελευταία, άγνωστη μάχη του βασιλιά.

Αλλά η ιστορία έχει ζωή δική της.

Θέλω

να ανάψω το τσιγάρο μου εδώ και μισή ώρα, αλλά δεν μπορώ να κουνηθώ. Το αλκοόλ έχει ποτίσει τα μόρια μου και αύριο πρέπει να σηκωθώ νωρίς, τώρα όμως απλά κάθομαι εδώ -που είμαι, στο πάτωμα; Έχει πανσέληνο σήμερα, χέστηκα, αυτά είναι για τους ερωτευμένους. Έναν αναπτήρα.
Το βασίλειο μου για έναν αναπτήρα.
Τι είναι αυτή η ουσία στο μάγουλο μου; Εμετός; Ξεραμένα δάκρυα; Χέστηκα.

Σέρνομαι μέχρι το κρεβάτι.
Και πάνω που σβήνω το φως, ακούω μια φωνή -κάποιος είναι όρθιος στο κεφάλι του κρεβατιού.
"Είσαι αξιολύπητος" μου λέει ο γκριζομάλλης βασιλιάς.

Τα γαμημένα δόντια του λάμπουν, σαν να μην έχει καπνίσει ποτέ.

Και τώρα εγώ, που μπορεί και να πεθαίνω, μέσα στη μαστούρα μου, την έχω δει κοκκινοσκουφίτσα, ω, τι μεγάλα δόντια που έχεις μαλάκα.

Και αρχίζω να γελάω.

Αυτός απλά με κοιτάζει, με μάτια από λάβα.

Wednesday, October 01, 2008

ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ ΤΟΥ ΤΡΙΣΤΑΝ (Α)


Μια φορά και έναν καιρό,
σε μία παραμυθένια χώρα,
ζούσε ένας πρίγκηπας.

Τον έλεγαν Τριστάν και γεννήθηκε νεκρός.
Το μικρό του σωματάκι βγήκε παγωμένο από τη μήτρα της μητέρας του, ένα μικρό, ακίνητο σώμα βουτηγμένο στο αίμα, να γυαλίζει στο φως των κεριών σαν πλάσμα του βυθού, σαν κάτι που άνηκε σε απύθμενα βάθη, λευκό.
Ζαλισμένη η μητέρα του ζήτησε να τον κρατήσει στην αγκαλιά της. Η γριά μαία κοίταξε τον βασιλιά της που στεκόταν παραδίπλα, περιμένοντας. Εκείνος με τη σειρά του, βλοσυρός και αποκαρδιωμένος, γύρισε το βλέμμα του στη μάγισσα του παλατιού, την Μωμπ. Με το λευκοντυμένο της κεφάλι, η μάγισσα ένευσε αρνητικά, ένα νεκρό παιδί είναι κακό σημάδι, όλοι το ήξεραν.

"ΔΩΣΤΕ ΜΟΥ ΝΑ ΤΟΝ ΚΡΑΤΗΣΩ" φώναξε η βασίλισσα. Της έδωσαν το παγωμένο σωματάκι και το φύλαξε στον κόρφο της.
Και τότε ένας λύκος από κάπου μακριά, μέσα από τα δάση που περιτριγύριζαν το κάστρο, ούρλιαξε προς το κρυμμένο φεγγάρι και μαζί του, έβγαλε την πρώτη του κραυγή και ο μικρός Τριστάν. Ξαφνικά το νεογνό ήταν ζωντανό - σαν από θαύμα. Όλοι μέσα στο δωμάτιο αναφώνησαν έκπληκτοι, χάρηκε ο βασιλιάς που απέκτησε διάδοχο, ευτυχισμένη η βασίλισσα γελούσε τραντάζοντας το μωρό στην αγκαλιά της, η μαία έτρεξε να πει το θαυμαστό μαντάτο στις υπηρέτριες που περίμεναν απ' έξω, να το μάθουν όλοι, ο πρίγκηπας ζει και είναι υγιής. Όλοι ήταν χαρούμενοι.
Μονάχα η Μωμπ πήγε και στάθηκε στο παράθυρο σκεφτική, τρομαγμένη. Το θολό από τον καταρράκτη βλέμμα της ανίχνευσε τη νύχτα, τα σκοτεινά δάση. Η έκλειψη τώρα τελείωνε.
Κακό σημάδι, σκέφτηκε. Οι θεοί να μας προστατεύουν από το κακό.

Αλλά οι θεοί, σπάνια στρέφουν τα αυτιά τους προς τις γριές τις μάγισσες που ξέρουν πολλά και έχουν ζήσει ακόμα περισσότερα.

Τα χρόνια πέρασαν και ο Τριστάν μεγάλωσε. Ένα πανέμορφο αγόρι με ξανθά μαλλιά και γαλάζια μάτια, πυκνά φρύδια που ενώνονταν στο μέτωπο. Ο Τριστάν ο σκοταδογεννημένος, έλεγε ο λαός. Ο λυκαδελφός.
Και η Μωμπ, γριά, κουρασμένη, να τον παρατηρεί, να τον προσέχει.

Τραγουδούσαν οι άνθρωποι στα χωράφια:
Με ουρλιαχτό του λύκου και από νυχτιάς πνοή
Γεννήθηκε ο Τριστάνος, της έκλειψης παιδί

Στα 19 του, ο πρίγκιπας επισκέφτηκε τη γριά μάγισσα στη κάμαρα της. Ιστοί παντού και καζάνια μαυρισμένα. Σκελετοί ζώων και δέρματα, φιαλίδια και παλιά βιβλία με γραφές ξεχασμένες να στολίζουν τις σκοροφαγωμένες σελίδες τους. Στο τζάκι έκαιγε μια δειλή φωτιά, η μάγισσα προτιμούσε το σκοτάδι.
"Θέλω να βρω την ψυχή μου μάγισσα" της είπε χωρίς προστριβές.
"Δεν μπορείς να βρεις κάτι που δεν ήταν δικό σου για να χάσεις" απάντησε η Μωμπ.
"Άσε τα παιχνίδια μάγισσα και σε έχω δει πως με κοιτάζεις. Ξέρεις ότι δεν είμαι ολόκληρος. Τα βράδια το δάσος με καλεί, μια γλυκιά φωνή μου τραγουδάει να γυμνωθώ και να τρέξω στα δέντρα ελεύθερος. Τη μέρα περιπλανιέμαι μόνος, μακριά από των ανθρώπων τις φωνές και την ανακατωσούρα των λέξεων τους. Μα σαν πέσει το βράδυ, διψώ να τρέξω μακριά, να βρω ένα ξέφωτο και να ουρλιάξω από χαρά που όμοια της δεν έχω αισθανθεί. Είμαι άδειος μάγισσα και την ψυχή μου αναζητώ. Πες μου τι να κάνω και μην με περιπαίζεις. Το ξέρω πως δεν με συμπαθείς και πρόβλημα δεν έχω. Ούτε και γω σε λογαριάζω για τίποτα σπουδαίο του λόγου σου."
Την κοίταξε βαθιά και πρόσθεσε: "Τα μάγια σου δεν πιάνουν σε μένα"
Σηκώθηκε η μάγισσα από τα γούνινα σκεπάσματα της και κοίταξε τον νεαρό στα μάτια, μάτια λύκου, μάτια ζώου θανατηφόρου.
"Τότε να πας εκεί που σε καλούν" του είπε και η καρδιά της πετάρισε με το θάρρος της το περίσσιο. "Να πας και αν είναι γραφτό, πάλι κοντά μας θα γυρίσεις."
Χάρηκε ο νεαρός και έκανε να φύγει, μα τον σταμάτησε η χαμηλή φωνή της Μωμπ, στης πόρτας το κατώφλι.

"Μα και πίσω να μην ξαναρθείς, πάλι γραφτό σου θα 'ναι."

Με παγωμένη τη καρδιά, έφυγε τη νύχτα ο Τριστάν και χάθηκε στο δάσος.
Και δεν τον ξαναείδε ποτέ κανείς, για πολλά χρόνια.
Για νεκρό τον θεώρησαν οι γονείς του, νεκρό τον είχαν και οι χωριάτες, οι αυλικοί και ο κόσμος όλος. Το όνομα του σιγά σιγά ξεχάστηκε.
Το μαύρο πένθος της βασίλισσας, έσπασε με μια καινούργια γέννα. Αγόρι υγιές, άξιος διάδοχος του θρόνου, ευλογημένο με γερή κράση. Το κλάμα του γέμισε το παλάτι τη νύχτα της γέννησης του. Λύκος κανείς δεν ήχησε εκείνη τη νυχτιά.
Η Μωμπ ήταν ευχαριστημένη.
Μα σαν πήγε το βράδυ στην κάμαρα της και ξάπλωσε, είδε άσχημο όνειρο που το θεώρησε οιωνό.

Είδε

να τρέχω μέσα στα δέντρα με την αγέλη μου, ελεύθερος. Με δέχτηκαν σαν όμοιο τους, δεν με έκριναν όπως κάνατε εσείς οι άνθρωποι, με τις ονομασίες σας και τα καχύποπτα σας βλέμματα. Με αγκάλιασαν και κάθε πανσέληνο, παίρνουμε ανθρώπινες μορφές και γιορτάζουμε τη νέα σελήνη κάνοντας έρωτα πάνω στη γη. Κυνηγάμε όταν πεινάμε και κοιμόμαστε σε ζεστές τρύπες μέσα στο χώμα όταν πέφτει ο χειμώνας. Το σκοτάδι είναι κρυψώνα, όχι απειλή. Έρχομαι γριά, να πάρω πίσω αυτό που μου ανήκει. Έρχομαι με τα αδέλφια μου να διεκδικήσω τον θρόνο μου. Και όποιος προσπαθήσει να με σταματήσει, θα πεθάνει. Σήμερα έχει πανσέληνο γριά. Και είμαι κοντά...

Με ουρλιαχτό φοβερό ανασηκώθηκε η Μωμπ στο κρεβάτι της. Σταμάτησε να ουρλιάζει λαχανιασμένη, μα το ουρλιαχτό συνεχιζόταν. Δεν κατάλαβε η γριά στην αρχή. Νόμιζε πως το όνειρο την τρέλανε.

Με φρίκη συνειδητοποίησε η γριά την καταδίκη όλων τους.

Ήταν λύκος αυτός που ούρλιαζε κάπου κοντά, έξω απ' του σκοτεινού κάστρου τα τείχη.
Πριν ακόμα σβήσει, κι άλλες λυκοφωνές συνάντησαν τη μία και έγινε αποτρόπαιος θρήνος το τραγούδι τους.

Από το μικρό παραθύρι, της φάνηκε της μάγισσας πως η σελήνη χαμογελούσε με κακία.