Sunday, September 21, 2008

ΣΚΟΥΡΙΑΣΜΕΝΕΣ ΠΑΝΟΠΛΙΕΣ


Σε ένα μεγάλο τραπέζι, καθισμένοι άνθρωποι, ποτά μπροστά τους, το μαγαζί είναι μεσαιωνικής διακόσμησης. Σαν μία στρογγυλή τράπεζα στη σύγχρονη εποχή. Μόνο που το τραπέζι δεν είναι στρογγυλό και οι ιππότες είναι ασφαλιστές, καθηγητές και δημόσιοι υπάλληλοι, web designers και τεχνικοί υπολογιστών.
Κουβεντιάζουν φωναχτά για να ακούνε ο ένας τον άλλον αλλά οι κουβέντες τους είναι κενές, κάτι για να περάσει η ώρα, ήρθαν εδώ από συνήθεια, ερχόντουσαν παλιά-όταν δεν είχαν εμφανιστεί οι φαλάκρες και οι άσπρες τρίχες στη παρέα.

Σκουριασμένες πανοπλίες ρομαντικών εποχών.

Βρέχει και το νερό κάνει τα σκουπίδια στη πόλη να μυρίζουν. Κάποιος παντρεύτηκε. Κάποιοι έκαναν παιδιά, περίεργο. Υποτίθεται ότι τα παιδιά είναι χαρά. Στα πρόσωπα των νέων γονιών όμως δεν βλέπεις χαρά. Έχουν βάλει τους παππούδες να φυλάνε το μικρό για να έρθουν σήμερα εδώ. Για να μιλήσουν για το τίποτα, να καπνίσουν ελεύθερα και να ντυθούν καλά, παράταιρα καλά για την περίσταση, για ένα ποτάκι βγήκαμε. Για αυτούς είναι η έξοδος του μήνα όμως. Του χρόνου πάλι. Οι νέοι γονείς μιλάνε συνέχεια για τα μικρά τους. Πόσες φορές χέσανε και ποιο κωλομάγουλο λερώθηκε περισσότερο και ποια λοσιόν χρησιμοποιούν για τα εξανθήματα. Πόσο κάνουν τα καροτσάκια.
Οι κοπέλες που ακόμα δεν έχουν γίνει μητέρες, ακούνε με ενδιαφέρον και κοιτάνε τους γκόμενους τους με νόημα. Ανεπαίσθητα βλέμματα που τα πιάνεις με την άκρη του ματιού σου. Οι γκόμενοι μιλάνε για playstation και ποδόσφαιρο και για ταινίες.
Το τραπέζι είναι διάσπαρτο με κινητά και καπνοσακούλες και αναπτήρες.
Και θέλω τόσο πολύ να ξεράσω ότι ποτό έχω πιει.
Είμαι στο τρίτο.
Δεν μιλάω με κανέναν, δεν μου μιλάει κανείς. Κοιτάζω τα διακοσμητικά σπαθιά στους ξυλοντυμένους τοίχους και θέλω να αρπάξω ένα και να αρχίσω να κόβω κεφάλια. Να αρχίζω να ξεκοιλιάζω υποκριτές και προδότες και αλήθεια, νιώθω άσχημα που την έχω δει έτσι. Ο "και καλά" μαύρο πρόβατο, ο επαναστάτης, ο αληθινός. Κοιτάζω το κορμί μου, βλέπω μια σκουριασμένη πανοπλία, μια χαρά ταιριάζω εδώ, σκάσε λοιπόν.

Οι φίλοι οι παλιοί αλλάζουν θέσεις, για να πούνε τις ίδιες ιστορίες σε διαφορετικά πρόσωπα, οι γκόμενες έτσι και αλλιώς μιλάνε όλες μαζί. Βαβούρα. Κάπνα. Ζαλίζομαι αλλά νιώθω πως δεν είναι το ποτό. Μπορεί και να είναι. Παρατηρώ πρόσωπα και θυμάμαι μπουγέλα σε καλοκαιρινές νύχτες και ελεύθερα κάμπινγκ, κιθάρες και μαλλιά μέχρι τον κώλο. Σκέφτομαι που έχουν πάει τα νοίκια. Σκέφτομαι τι σκατά σύνταξη θα πάρω. Σκέφτομαι ότι πρέπει να βάλω λεφτά στην άκρη.
Τι μου συμβαίνει; Κάποιος μου έκανε ξόρκι. Ποια μαύρη τρύπα με ρούφηξε ξαφνικά;
"Τι άλλα;" μου λέει κάποιος που με έχει ξαναρωτήσει άλλες εννιά φορές το ίδιο πράγμα. Χαμογελάω για να μην δαγκώσω.

ΤΙ ΑΛΛΑ ΡΕ ΓΑΜΗΜΕΝΕ; ΝΑ ΣΟΥ ΠΩ.
ΕΙΜΑΙ ΕΔΩ ΚΑΙ ΚΑΘΟΜΑΙ ΤΟΣΗ ΩΡΑ ΚΑΙ ΣΕ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΩ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΧΕΙΣ ΤΙ ΝΑ ΠΕΙΣ ΚΑΙ ΚΑΘΕ ΦΟΡΑ ΠΟΥ ΤΑ ΗΛΙΘΙΑ ΝΕΑ ΣΟΥ ΤΑ ΕΧΟΥΝ ΑΚΟΥΣΕΙ ΟΛΟΙ ΑΠΟ ΔΕΚΑ ΦΟΡΕΣ, ΞΑΝΑΓΥΡΝΑΣ ΣΕ ΜΕΝΑ ΚΑΙ ΜΕ ΡΩΤΑΣ ΤΙ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΔΕΝ ΒΛΕΠΕΙΣ ΟΥΤΕ ΕΣΥ ΟΥΤΕ ΚΑΝΕΙΣ ΟΤΙ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟ ΤΡΑΠΕΖΙ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑΣ ΔΡΑΚΟΣ ΠΟΥ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ, ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ ΝΑ ΜΕΘΥΣΟΥΜΕ ΑΡΚΕΤΑ ΟΛΟΙ ΜΑΣ ΓΙΑ ΝΑ ΣΚΑΣΕΙ ΜΥΤΗ ΚΑΙ ΝΑ ΜΑΣ ΚΑΤΑΣΠΑΡΑΞΕΙ, ΝΑ ΜΑΣ ΜΑΣΗΣΕΙ ΜΕ ΞΥΡΑΦΕΝΙΑ ΔΟΝΤΙΑ, ΝΑ ΜΗΝ ΒΡΟΥΝΕ ΟΥΤΕ ΤΡΙΧΑ, ΜΑ ΚΑΛΑ ΔΕΝ ΤΟΝ ΒΛΕΠΕΤΕ ΤΟΝ ΔΡΑΚΟ ΡΕ; ΞΥΠΝΑΤΕ ΡΕΕΕΕΕΕ, ΞΥΠΝΑΤΕ ΜΗ ΠΑΡΩ ΦΟΡΑ ΚΑΙ ΓΔΥΘΩ ΚΑΙ ΑΡΧΙΣΩ ΝΑ ΟΥΡΛΙΑΖΩ ΣΤΑ ΜΟΛΥΣΜΕΝΑ ΤΥΜΠΑΝΑ ΣΑΣ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΜΟΥ ΠΟΥ ΤΟ ΕΧΩ ΞΕΧΑΣΕΙ ΤΟΣΗ ΩΡΑ ΕΔΩ ΜΕΣΑ-

"Πες ρε. Τι άλλα;"
"Τίποτα μωρέ. Τα ίδια."

Ξαφνικά πέφτει σιωπή. Μέχρι και η μουσική χαμήλωσε. Εξαντλήθηκαν τα θέματα, έχει πάει μία η ώρα και όλοι περιμένουν...κάτι. Κάποιος να πει αυτό που όλοι σκέφτονται, μα κανείς δεν τολμάει. Ούτε εγώ. Και τότε αρχίζει κάποιος να λέει ανέκδοτο.
Ανέκδοτα θέλετε μαλάκες;
Πάρτε έναν καθρέφτη.

Χαιρετώ, πληρώνω και φεύγω.
Ψιλόβροχο, ευπρόσδεκτο. Δεν κινδυνεύει το τσιγάρο που έχω στα χείλη μου. Μυρίζω τα δέντρα και την άσφαλτο. Αλλά κάτι με βαραίνει ρε πούστη μου, τι σκατά-
Η πανοπλία μου είναι και το σπαθί μου το στομωμένο.
Σε μια λακκούβα μέσα τα πετάω και κατουράω το αλκοόλ που έχω πιει από πάνω τους.
-Βασιλιά μου, δεν το βρήκαμε το Γκράαλ, άδικα τόσα χρόνια εκστρατείας.
-Δεν πειράζει νέε μου. Αρκεί να περάσατε καλά, να ζήσατε και να γελάσατε.

Ώχου μωρέ και τι μαυρίλα είναι αυτή. Κάθομαι σε ένα παγκάκι και περιμένω. Με το πρώτο φως της αυγής, ξαναγυρίζω στη λακκούβα. Ακόμα εκεί είναι η πανοπλία, ποιος θα την έπαιρνε άλλωστε; Την ξαναφοράω και παίρνω τον δρόμο για το σπίτι, βρεγμένος.

-Κάτσε ρε βασιλιά να ξαναρίξω μια ματιά και που ξέρεις; Αμέσως να το ρίξουμε στο δράμα. Περίμενε ντε.

Με πήρε στο κατόπι μια αγέλη από βρωμόσκυλα.
Μάλλον μυρίσανε το κάτουρο στη πανοπλία.

3 comments:

Eric Draven said...

Πόσο δίκιο έχεις....


Τι άλλα?

Ένα τίποτα, μέσα στο κουραδένιο σας κεφάλι, να τι άλλα...

Πήρες μια σκηνή που όλοι μας ζήσαμε κάποια στιγμή και την απογείωσες πάλι!

Καλή σου μέρα και καλή εβδομάδα να έχεις.
Με, ή χωρίς πανοπλία....

Lúthien said...

Τόσο καιρό έβλεπα το link για το blog σου στη σελίδα της Loth αλλά συνέχεια ανέβαλα την επίσκεψη. Και τώρα το μετανιώνω... :)

Τα σέβη μου κύριε Ιππότα!

deadend mind said...

την επομενη φορα που θα ξαναβγεις μαζί τους (αν) πες κατι αληθινο και λιγο δυσκολο. καμια φορα λειπει μονο η αφορμη. κατα τ' άλλα, όλοι εναλλασσόμαστε στους ρολους του μαυρου και του άσπρου προβατου, φοβάμαι. η μπορει κ να ειμαι μονο εγω.