Wednesday, September 24, 2008

ΣΥΝΑΝΤΗΣΕ ΜΕ


"Shadow Man"
by
Egggod


Ήταν ένας άνθρωπος.
Να ξεκινήσω έτσι την ιστοριούλα. Να μετρήσω κάθε λέξη και να μου δώσεις την προσοχή σου γιατί κάθε γαμημένο πράγμα που λέω πρέπει να το αναλύω.
ΉΤΑΝ
γιατί δεν είναι πια.
ΈΝΑΣ
γιατί είναι ένας ενώ θα ήθελε πολύ να είναι δύο.
ΆΝΘΡΩΠΟΣ
γιατί τον καταράστηκε η Μωμπ και δεν ήταν σκύλος ή ψαράκι ή μια γαμημένη πέτρα σε ένα σκωτσέζικο λιβάδι.

Και αυτός ο άνθρωπος μια μέρα περπατούσε σε έναν εξοχικό δρόμο και ξαφνικά σταμάτησε να περπατάει. Κοίταξε γύρω του και συνειδητοποίησε το τοπίο που τον περιέβαλε. Και τον τρόμαξε η ομορφιά, έγινε η ομορφιά δίνη και τον ρούφηξε. Πράσινα λιβάδια και δέντρα αιώνια και μια λίμνη στον ορίζοντα, καθρέφτης του ουρανού. Πουλιά να κρύβονται σε δροσερά κλαδιά και χορτάρι που μυρίζει γέννηση και αέρας που ψιθυρίζει ερωτόλογα, είσαι εδώ; Σε έφερα καρδιά μου;
Χώμα βρεγμένο, νωπό που μοσχοβολάει. Σύννεφα. Όχι απειλητικά, αθώα. Από αυτά που θα ξάπλωνες με κάποια και θα τα έβλεπες να σχηματίζουν λαγουδάκια και λουλούδια. Ένα ρυάκι κάπου τραγουδάει.
Ένα φάντασμα παιδιού, τρέχει με έναν χαρταετό.
Ένα χαρούμενο σκυλί πηδάει μέσα στα χόρτα και κυνηγάει μικρά ζωάκια.

Στέκεται ο άνθρωπος- ο άντρας- και μένει σιωπηλός.
Και βλέπει

στάχτη παντού και καμένους κορμούς και μια στέρφα λίμνη.
Πτώματα πουλιών και σκελετούς από όνειρα. Βλέπει

τάφους και γοτθικά ξωκλήσια, να χτυπούν οι καμπάνες τους και να καλούν για προσευχή. Τι άλλο έχει μείνει; Η προσευχή είναι το σωσίβιο του άπιστου και η δικαιολογία του πιστού. Βλέπει μαύρο ουρανό και κόκκινα σαν αίμα σύννεφα. Το ρυάκι είναι από δάκρυα. Οι μυρωδιές είναι αμαρτωλές.

Έφυγε η καρδιά έξω απ' το σώμα.
Πήγε ταξίδι μακρινό και πήρε μαζί της αναμνήσεις, σάρκα και λόγια που ειπώθηκαν σε λήθαργο μέσα. Σε λήθαργο καλό, αποχαυνωμένο λήθαργο μετά από έρωτα.

Ένα κερί
ένα φιλί
και δάχτυλα μέσα στα μαλλιά μου.
Ένα μπουκάλι άδειο και καπνό στα πνευμόνια μου.

Θα σε ανταλλάξω με βρωμιά.
Θα σε ξεράσω σε σοκάκια πρόστυχα.

Και κάθε φορά θα σου ζητάω συγνώμη. Μέχρι να βαρεθείς τις δικαιολογίες μου. Μέχρι να βαρεθώ και γω εμένα και επιτέλους να πάω να βρω το λιβάδι που μου αξίζει.

Να σε καλέσω να το γιορτάσουμε μαζί....

Monday, September 22, 2008

ΜΟΝΟ ΜΙΑ ΑΝΑΣΑ 2


Σε βρήκα. Χωρίς να ξέρω τα προηγούμενα μας, την ιστορία που βαραίνει τόσο ελαφριά τα πεπρωμένα μας. Πέσαμε για πολύ αλλά κράτησε τόσο λίγο. Σαν νεροτσουλήθρα στις διακοπές, θες να ανέβεις ξανά και ξανά γιατί ποτέ δεν χορταίνεις αλλά οι βόλτες σου είναι συγκεκριμένες, το εισιτήριο είναι για δέκα μόνο.
Πέσαμε με υπέρλαμπρα φτερά να πλαταγίζουν, σε φως φεγγαριού λουσμένοι, μέσα από σύννεφα γεννημένοι.
Και ζήσαμε, Θεέ τι ζήσαμε και ΠΩΣ.
Σε βρήκα όμως.
Με βρήκες.

Σε αυτές μας τις ενώσεις είναι που θυμόμαστε από τι είμαστε φτιαγμένοι, στις πρώτες γνωριμίες και στις πρώτες αγκαλιές, στα πρώτα δάκρυα, στα πρώτα βλέμματα, φίλοι και εραστές, γονείς και δάσκαλοι, κατακτητές, βιαστές και δολοφόνοι, όλοι οι ρόλοι που έχουμε διαλέξει για να μάθουμε, να κερδίσουμε, να ξεπεράσουμε ή να ενστερνιστούμε. Σε αυτό το χωμάτινο σχολείο που μυρίζει πατημένα σταφύλια.

ΣΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΚΕΛΙ ΠΟΥ ΠΡΟΣΠΑΘΟΥΜΕ ΝΑ ΚΡΥΦΤΟΥΜΕ
αλλά που να κρυφτείς
σε ποια γωνιά να στρέψεις το πρόσωπο σου;
Αφού έχουμε δώσει ραντεβού πάνω σε σύννεφα.

Ο λαός λέει ότι μοίρα δεν υπάρχει, ότι εμείς γράφουμε το ριζικό μας.
Ναι, εμείς το γράφουμε. Αλλά το γράφουμε με μελάνι από ουρανό και πάπυρο από όνειρα, αγγέλων ποίηση.

άγγελε

Δεν με πειράζει που δαίμονας θες να 'σαι.

Θα γίνω λίγο δαίμονας και γω τώρα.
Να ζήσω τα σκοτάδια μου και να τρίξω πάνω στη σάρκα μου γυαλί και άμμο. Γιατί φτερά δεν έχω να σε τραβήξω πάνω, μόνο κάτω τώρα.

Και θα ονειρευτώ και γω -όπως και συ- ότι η πτώση μου θα γίνει πτήση.
Μην μου κλαις για τα αντίο που λες.

Όλα καλωσορίσματα θα γίνουν εκεί πάνω.

Όλα τα αντίο, καλωσορίσματα θα γίνουν σε λιγάκι.

Σε μια ανάσα.

Sunday, September 21, 2008

ΣΚΟΥΡΙΑΣΜΕΝΕΣ ΠΑΝΟΠΛΙΕΣ


Σε ένα μεγάλο τραπέζι, καθισμένοι άνθρωποι, ποτά μπροστά τους, το μαγαζί είναι μεσαιωνικής διακόσμησης. Σαν μία στρογγυλή τράπεζα στη σύγχρονη εποχή. Μόνο που το τραπέζι δεν είναι στρογγυλό και οι ιππότες είναι ασφαλιστές, καθηγητές και δημόσιοι υπάλληλοι, web designers και τεχνικοί υπολογιστών.
Κουβεντιάζουν φωναχτά για να ακούνε ο ένας τον άλλον αλλά οι κουβέντες τους είναι κενές, κάτι για να περάσει η ώρα, ήρθαν εδώ από συνήθεια, ερχόντουσαν παλιά-όταν δεν είχαν εμφανιστεί οι φαλάκρες και οι άσπρες τρίχες στη παρέα.

Σκουριασμένες πανοπλίες ρομαντικών εποχών.

Βρέχει και το νερό κάνει τα σκουπίδια στη πόλη να μυρίζουν. Κάποιος παντρεύτηκε. Κάποιοι έκαναν παιδιά, περίεργο. Υποτίθεται ότι τα παιδιά είναι χαρά. Στα πρόσωπα των νέων γονιών όμως δεν βλέπεις χαρά. Έχουν βάλει τους παππούδες να φυλάνε το μικρό για να έρθουν σήμερα εδώ. Για να μιλήσουν για το τίποτα, να καπνίσουν ελεύθερα και να ντυθούν καλά, παράταιρα καλά για την περίσταση, για ένα ποτάκι βγήκαμε. Για αυτούς είναι η έξοδος του μήνα όμως. Του χρόνου πάλι. Οι νέοι γονείς μιλάνε συνέχεια για τα μικρά τους. Πόσες φορές χέσανε και ποιο κωλομάγουλο λερώθηκε περισσότερο και ποια λοσιόν χρησιμοποιούν για τα εξανθήματα. Πόσο κάνουν τα καροτσάκια.
Οι κοπέλες που ακόμα δεν έχουν γίνει μητέρες, ακούνε με ενδιαφέρον και κοιτάνε τους γκόμενους τους με νόημα. Ανεπαίσθητα βλέμματα που τα πιάνεις με την άκρη του ματιού σου. Οι γκόμενοι μιλάνε για playstation και ποδόσφαιρο και για ταινίες.
Το τραπέζι είναι διάσπαρτο με κινητά και καπνοσακούλες και αναπτήρες.
Και θέλω τόσο πολύ να ξεράσω ότι ποτό έχω πιει.
Είμαι στο τρίτο.
Δεν μιλάω με κανέναν, δεν μου μιλάει κανείς. Κοιτάζω τα διακοσμητικά σπαθιά στους ξυλοντυμένους τοίχους και θέλω να αρπάξω ένα και να αρχίσω να κόβω κεφάλια. Να αρχίζω να ξεκοιλιάζω υποκριτές και προδότες και αλήθεια, νιώθω άσχημα που την έχω δει έτσι. Ο "και καλά" μαύρο πρόβατο, ο επαναστάτης, ο αληθινός. Κοιτάζω το κορμί μου, βλέπω μια σκουριασμένη πανοπλία, μια χαρά ταιριάζω εδώ, σκάσε λοιπόν.

Οι φίλοι οι παλιοί αλλάζουν θέσεις, για να πούνε τις ίδιες ιστορίες σε διαφορετικά πρόσωπα, οι γκόμενες έτσι και αλλιώς μιλάνε όλες μαζί. Βαβούρα. Κάπνα. Ζαλίζομαι αλλά νιώθω πως δεν είναι το ποτό. Μπορεί και να είναι. Παρατηρώ πρόσωπα και θυμάμαι μπουγέλα σε καλοκαιρινές νύχτες και ελεύθερα κάμπινγκ, κιθάρες και μαλλιά μέχρι τον κώλο. Σκέφτομαι που έχουν πάει τα νοίκια. Σκέφτομαι τι σκατά σύνταξη θα πάρω. Σκέφτομαι ότι πρέπει να βάλω λεφτά στην άκρη.
Τι μου συμβαίνει; Κάποιος μου έκανε ξόρκι. Ποια μαύρη τρύπα με ρούφηξε ξαφνικά;
"Τι άλλα;" μου λέει κάποιος που με έχει ξαναρωτήσει άλλες εννιά φορές το ίδιο πράγμα. Χαμογελάω για να μην δαγκώσω.

ΤΙ ΑΛΛΑ ΡΕ ΓΑΜΗΜΕΝΕ; ΝΑ ΣΟΥ ΠΩ.
ΕΙΜΑΙ ΕΔΩ ΚΑΙ ΚΑΘΟΜΑΙ ΤΟΣΗ ΩΡΑ ΚΑΙ ΣΕ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΩ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΧΕΙΣ ΤΙ ΝΑ ΠΕΙΣ ΚΑΙ ΚΑΘΕ ΦΟΡΑ ΠΟΥ ΤΑ ΗΛΙΘΙΑ ΝΕΑ ΣΟΥ ΤΑ ΕΧΟΥΝ ΑΚΟΥΣΕΙ ΟΛΟΙ ΑΠΟ ΔΕΚΑ ΦΟΡΕΣ, ΞΑΝΑΓΥΡΝΑΣ ΣΕ ΜΕΝΑ ΚΑΙ ΜΕ ΡΩΤΑΣ ΤΙ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΔΕΝ ΒΛΕΠΕΙΣ ΟΥΤΕ ΕΣΥ ΟΥΤΕ ΚΑΝΕΙΣ ΟΤΙ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟ ΤΡΑΠΕΖΙ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑΣ ΔΡΑΚΟΣ ΠΟΥ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ, ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ ΝΑ ΜΕΘΥΣΟΥΜΕ ΑΡΚΕΤΑ ΟΛΟΙ ΜΑΣ ΓΙΑ ΝΑ ΣΚΑΣΕΙ ΜΥΤΗ ΚΑΙ ΝΑ ΜΑΣ ΚΑΤΑΣΠΑΡΑΞΕΙ, ΝΑ ΜΑΣ ΜΑΣΗΣΕΙ ΜΕ ΞΥΡΑΦΕΝΙΑ ΔΟΝΤΙΑ, ΝΑ ΜΗΝ ΒΡΟΥΝΕ ΟΥΤΕ ΤΡΙΧΑ, ΜΑ ΚΑΛΑ ΔΕΝ ΤΟΝ ΒΛΕΠΕΤΕ ΤΟΝ ΔΡΑΚΟ ΡΕ; ΞΥΠΝΑΤΕ ΡΕΕΕΕΕΕ, ΞΥΠΝΑΤΕ ΜΗ ΠΑΡΩ ΦΟΡΑ ΚΑΙ ΓΔΥΘΩ ΚΑΙ ΑΡΧΙΣΩ ΝΑ ΟΥΡΛΙΑΖΩ ΣΤΑ ΜΟΛΥΣΜΕΝΑ ΤΥΜΠΑΝΑ ΣΑΣ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΜΟΥ ΠΟΥ ΤΟ ΕΧΩ ΞΕΧΑΣΕΙ ΤΟΣΗ ΩΡΑ ΕΔΩ ΜΕΣΑ-

"Πες ρε. Τι άλλα;"
"Τίποτα μωρέ. Τα ίδια."

Ξαφνικά πέφτει σιωπή. Μέχρι και η μουσική χαμήλωσε. Εξαντλήθηκαν τα θέματα, έχει πάει μία η ώρα και όλοι περιμένουν...κάτι. Κάποιος να πει αυτό που όλοι σκέφτονται, μα κανείς δεν τολμάει. Ούτε εγώ. Και τότε αρχίζει κάποιος να λέει ανέκδοτο.
Ανέκδοτα θέλετε μαλάκες;
Πάρτε έναν καθρέφτη.

Χαιρετώ, πληρώνω και φεύγω.
Ψιλόβροχο, ευπρόσδεκτο. Δεν κινδυνεύει το τσιγάρο που έχω στα χείλη μου. Μυρίζω τα δέντρα και την άσφαλτο. Αλλά κάτι με βαραίνει ρε πούστη μου, τι σκατά-
Η πανοπλία μου είναι και το σπαθί μου το στομωμένο.
Σε μια λακκούβα μέσα τα πετάω και κατουράω το αλκοόλ που έχω πιει από πάνω τους.
-Βασιλιά μου, δεν το βρήκαμε το Γκράαλ, άδικα τόσα χρόνια εκστρατείας.
-Δεν πειράζει νέε μου. Αρκεί να περάσατε καλά, να ζήσατε και να γελάσατε.

Ώχου μωρέ και τι μαυρίλα είναι αυτή. Κάθομαι σε ένα παγκάκι και περιμένω. Με το πρώτο φως της αυγής, ξαναγυρίζω στη λακκούβα. Ακόμα εκεί είναι η πανοπλία, ποιος θα την έπαιρνε άλλωστε; Την ξαναφοράω και παίρνω τον δρόμο για το σπίτι, βρεγμένος.

-Κάτσε ρε βασιλιά να ξαναρίξω μια ματιά και που ξέρεις; Αμέσως να το ρίξουμε στο δράμα. Περίμενε ντε.

Με πήρε στο κατόπι μια αγέλη από βρωμόσκυλα.
Μάλλον μυρίσανε το κάτουρο στη πανοπλία.

Wednesday, September 10, 2008

ΤΡΙΑ ΓΕΜΑΤΑ ΦΕΓΓΑΡΙΑ


Ένα καλοκαίρι.
Με δόντια κοφτερά, ξεκολλάει τώρα από πάνω μου, πρόλαβα και κρύφτηκα μέσα σε εσοχή, πήρε μαζί του κομμάτια -αλλά είμαι εδώ. Κρυμμένος αλλά ζωντανός, χασκογελάω παρανοϊκά με την μέθη της επιβίωσης, εκεί έξω από την προστασία της σπηλιάς κάτι ανασαίνει βαριά. Με περιμένει.

Να ποτίζω τη γαρδένια.

Να χαμογελάω.
Να είμαι "καλός".
Να είμαι κάτι άλλο.

Γύρισα χιλιόμετρα πολλά, έχασα μέρη, ονόματα και μυρωδιές, ένα γινήκαν όλα και κάπου ξύπνησα σε ένα αυτοκίνητο που πήγαινε με 160. Στην άσφαλτο, το αίμα μοιάζει μαύρο. Πετρέλαιο λες και κοιτάς αλλού.
Φλαμίνγκο στο ένα πόδι κάπου στον βορά, αετοί στη Πελοπόννησο και γκρεμοί της Κρήτης. Κάστρα παρατημένα, του Μιστρά και του Μεγάλου Μάγιστρου στη Ρόδο, ο δρόμος των ιπποτών και η εθνική των κουρασμένων, με νυσταγμένες φάτσες να ρουφάνε απαίσιους καφέδες δίπλα σε ζητάδες. Μία γερασμένη πόρνη στον Πύργο.
Τρία γεμάτα φεγγάρια.
Τρία γεμάτα φεγγάρια αρκούν για να χάσεις το μυαλό σου.
Ο ιδρώτας πάνω στον σβέρκο, οι αναθυμιάσεις στα πεζοδρόμια και η "Αραμπέλλα" στον Θερμαϊκό. Και πίσω μου να με ακολουθεί σταθερά εκείνος. Μία φιγούρα είναι, μία σκιά.
Ένα καλοκαίρι με δόντια είναι και με έφτασε.

Να ποτίζω τη γαρδένια.

Να χαμογελάω.
Να είμαι "καλός".
Να είμαι κάτι άλλο.

Αλλά έτρεξα και κρύφτηκα στην εσοχή του φθινοπώρου και τώρα είμαι ακόμα εδώ. Και γελάω παρανοϊκά.
Η γαρδένια νεκρή, μάλλον από μέρες. Την έκαψε το φως.
Καλύτερα.
Άραγε να ουρλιάζουν οι γαρδένιες όταν καίγονται;

Κάτι είναι εκεί έξω και ανασαίνει βαριά. Ωραία. Τώρα που ξαπόστασα, θα βγω απ' τη κρυψώνα.
Να δείξω τα δικά μου δόντια.

Το καλοκαίρι πήρε μία νίκη.

Αλλά τώρα, έχω τον χειμώνα με το μέρος μου....

καλό
χειμώνα