Monday, July 14, 2008

ΤΟ ΚΑΛΕΣΜΑ


Η νύχτα έχει γίνει ασφυκτική, το δωμάτιο ένα κελί σε κάποιο επίπεδο της κόλασης, αν κλείσω τα μάτια μου μπορώ να συγκεντρωθώ και να ακούσω ουρλιαχτά βασανισμένων, μην είναι δικά μου τα ουρλιαχτά, μέσα στο κεφάλι μου;
Εκεί που το σώμα μου ακουμπάει στο σεντόνι, λίμνες.
Τα μαλλιά μου φίδια.

Σηκώθηκα και ντύθηκα ελαφριά, να περπατήσω ήθελα, να πάω στο πάρκο που είναι κοντά στο σπίτι μου, να απολαύσω λίγη από την δροσιά των δέντρων. Σε εκείνο το πάρκο κάποτε νομίζω πως συνάντησα τον Μαύρο. Του ξέφυγα όμως, μπορεί και να τον ονειρεύτηκα και τώρα, γύριζα εκεί χωρίς φόβο, να κάνω τις σκέψεις μου να χαθούν μέσα στη νύχτα και στα φύλλα, τις σκέψεις που δεν με αφήνουν να κοιμηθώ τα βράδια. Τώρα που όλα έχουν συμβεί και έχει περάσει καιρός και ξανασκέφτομαι εκείνη τη βραδιά, ξέρω πως και πίσω να γύριζα, θα τα ξανάκανα όλα. Δεν υπάρχει κάτι που θα μπορούσε να με αποτρέψει από το να κάνω εκείνη την βραδινή βόλτα.
Ο αέρας είναι ζεστός αλλά σαφώς καλύτερα από το σπίτι. Είναι αργά. Όλοι κοιμούνται. Ανάβω τσιγάρο και στα ακουστικά που έχω χώσει στα αυτιά μου, παίζει μια μουσική ήρεμη, να συμβαδίζει με την ατμόσφαιρα του σώματος μου. Φτάνω στο πάρκο, πεύκα και κυπαρίσσια στέκονται ακίνητα μέσα στο σκοτάδι, διάσπαρτες λάμπες κάνουν τη νύχτα πιο πυκνή αντί να τη διαλύουν. Θέλω να βρω ένα παγκάκι αλλά το μάτι μου πιάνει μία κίνηση μέσα στις σκιές, ένας αναπτήρας που δεν ανάβει, κάποιος ξαναπροσπαθεί. Να πάω να του δώσω τον δικό μου αναπτήρα;
Πάνω από την μουσική ξεχωρίζω άλλον θόρυβο, κάτι σαν κλάμα, σαν λυγμό και γέλια. Βγάζω τα ακουστικά και στέκομαι. Αφουγκράζομαι, κοιτάζω αθέατος.

Ποιος με έστειλε εκεί; Γιατί τυχαία, τέτοια πράγματα δεν είναι. Κάποιος με κάλεσε. Εσύ μικρέ μου; Εσύ ήσουν; Το κλάμα σου έφτασε στα όνειρα μου; Ήρθε η ψυχούλα σου και βρήκε την δική μου, άδεια και η δικιά μου, γέμισε από σένα και αισθάνθηκε-τι; Δεν με νοιάζει. Θα τα ξανάκανα όλα.
Προσπαθώ να ξεχωρίσω. Δύο φιγούρες, δύο τύποι κάτω από ένα δέντρο, χωμένοι στα σκοτάδια. Άγριες κινήσεις, ο ένας κρατάει έναν αναπτήρα και κάτι λέει, ο άλλος κρατάει κάτι άλλο, σχετικά μικρό, κουνιέται στα χέρια του και αυτός γελάει σιγανά. Λυγμοί.
Σαν τους λυγμούς που κάνει ένα σκυλί όταν του κλείνεις τη μουσούδα με τη παλάμη σου.
Ο αναπτήρας ανάβει και σβήνει. Ανάβει και σβήνει και φρίκη γεμίζει τα κόκαλα μου, το στομάχι μου τώρα είναι ένα τεράστιο αγκάθι. Μου πέφτει το τσιγάρο αλλά δεν με νοιάζει. "Τελείωνε ρε μαλάκα" λέει αυτός που κρατάει το κουτάβι.
Ο αναπτήρας επιτέλους ανάβει και στο λιγοστό φως του, αποκαλύπτεται ένα μακάβριο θεατρικό σκηνικό μπροστά μου, ένα όνειρο και καθώς κοιτάζω ανήμπορος σκέφτομαι ότι αν φύσαγε λίγο ο αναπτήρας δεν θα άναβε ποτέ, αλλά δεν φυσάει, το σύμπαν είναι ακίνητο, τα δέντρα ακίνητα, σοκαρισμένα βλέπουν και αυτά.

Μέσα μου ξύπνησε κάτι, όχι απαραίτητα καλό, κάποιο ζώο, λύκος θαρρώ πως ήταν. Η άσχημη πλευρά του λύκου. Ξεκίνησα να τρέχω, μας χώριζαν δεκαπέντε μέτρα. Δεκαπέντε μέτρα ανάμεσα σε εμένα και τα τέρατα που έχουν λούσει με υγρό για αναπτήρες το κουτάβι. Το μυρίζω καθώς πλησιάζω, καθώς η απόσταση μικραίνει αλλά είμαι μακριά. Δεν πρόλαβα να φωνάξω. Δεν πρόλαβα, ίσως γιατί δεν το πίστευα.

Μία λάμψη φωτίζει το πάρκο, η λάμψη τρέχει και έχει φωνή και ουρλιάζει. Μου δίνει φως η λάμψη για να δω τα πρόσωπα τους. Δύο τέρατα στην ηλικία μου, δεν με έχουν δει, ετοιμάζονται να τρέξουν, γελάνε, το κουτάβι φλέγεται και κοπανιέται στο χώμα και ουρλιάζει. Πέφτω με ορμή πάνω στο κτήνος με τον αναπτήρα. Σωριαζόμαστε κάτω και εκείνος δεν αντιδρά, έχει τρομάξει γιατί εγώ δεν έχω βγάλει άχνα, ξεπήδησα μέσα από το σκοτάδι σαν κάτι...τι; Δεν με νοιάζει τίποτα. Δεν υπάρχουν συνέπειες για τις πράξεις μου, μια λύσσα μόνο, θα την σβήσω αυτή τη λύσσα, θα ξεδιψάσω μέσα της. Τον πιάνω από τα μαλλιά και χτυπάω το κεφάλι του στο χώμα, τρίχες του μένουν στα χέρια μου, τον ξαναπιάνω και χώνω τους αντίχειρες μου στα μάτια του. Ο σύντροφος του με γραπώνει και με πετάει από πάνω του. Κάτι λένε. Εγώ δεν έχω βγάλει άχνα. Κοιτάζω το κουτάβι. Στριφογυρίζει στο γρασίδι και η φλόγα σβήνει, χάνεται και εκείνο μένει ακίνητο αλλά ζωντανό, σιωπηλό, τρέμει. Τώρα είναι οι δύο τους απέναντι μου, με περικυκλώνουν. Χαμηλώνω το βάρος μου. Δεν έχω καν λαχανιάσει.
Μου ορμάνε ταυτόχρονα.
Κάποιος από τους δυο, δεν ξέρω αν ήταν αυτός που έριξα στο χώμα, με πιάνει από τον λαιμό, με πνίγει, ο άλλος μου κοπανάει με τις γροθιές τα πλευρά. Κάποιο από όλα το νιώθω να σπάει. Πιάνω τους αντίχειρες που πιέζουν τη καρωτίδα μου. Τους λυγίζω προς τα πίσω, τους νιώθω να υποκύπτουν στη πίεση, δύο κλαράκια είναι που τα σπάω χωρίς να το σκεφτώ. Ο ένας φονιάς ουρλιάζει τώρα και με αφήνει. Ο άλλος με πιάνει από τα πόδια και με ρίχνει στο έδαφος. Του αρπάζω τα αυτιά και φέρνω το κεφάλι του στο ύψος του στόματος μου, σαν εραστές, ξαπλωμένοι στο χώμα. Βρωμάει αλκοόλ και απλυσιά, ξινισμένος ιδρώτας. Κλείνω τα δόντια μου γύρω από τη μύτη του. Του την επιστρέφω αμέσως, να μην του λείψει, του τη φτύνω στη μούρη. Ουρλιάζει και αυτός τώρα. Πέφτει κάτω και σφαδάζει, βρίζει και η γεύση του αίματος που έχω στο στόμα μου, είναι ανησυχητικά γλυκιά. Αυτός με τους σπασμένους αντίχειρες στέκεται από πάνω μου. Κάνω να σηκωθώ αλλά με κλωτσάει στο πρόσωπο. Δεν προλαβαίνω να αντιδράσω. Μία μεγάλη καμπάνα ξεκινά να χτυπά στο πίσω μέρος του κρανίου μου. Πάω να στηριχτώ στα χέρια μου για να σηκωθώ και τότε αυτός, σηκώνει ψηλά το πόδι του και κατεβάζει το παπούτσι του στο αριστερό μου γόνατο. Το νιώθω να σπάει και ταυτόχρονα να ξεκολλάει, κάτι αφύσικο συμβαίνει εκεί κάτω, παίρνει μία αποτρόπαια κλίση και σταματάει αυτόματα να αποκρίνεται όλο μου το άκρο. Δεν αφήνω ακόμα τον πόνο να με βρει. Κρύβομαι, σηκώνω το χέρι μου και τον αρπάζω από τα σκέλια, πιέζω, πιέζω με δύναμη όχι δική μου και αυτός μου βαράει τα χέρια αλλά δεν τον αφήνω, θέλει να μου βαρέσει το πρόσωπο, πετυχαίνει το δεξί μου μάτι αλλά φευγαλέα, σαν κορίτσι. Τον κάνω κορίτσι, όταν νιώθω κάτι στο χέρι μου να ενδίδει, σαν δύο δαμάσκηνα που πάνε να γλιστρήσουν και τα φυλακίζω και μετά τα λιώνω. Τα νιώθω να σπάνε, να συνθλίβονται και ο τύπος με ένα τελευταίο ουρλιαχτό λιποθυμάει. Ο άλλος με τη κομμένη μύτη, βογκάει, κλαίει νομίζω. Φτύνω αίμα και σέρνομαι στο κουτάβι.
Μυρίζει ψησταριά. Έχει κουρνιάσει και το αγγίζω. Τρέμει ολόκληρο, σαν να είναι φτιαγμένο από σεισμό. Αλλά ζει.
Ζω και γω.
Ζούμε.
Από μακριά φωνές.
Αφήνω τώρα τον πόνο να με βρει.
Με βρίσκει πρώτα η νύχτα και σταματάω να είμαι, ο λύκος χάνεται και μαζί του τα πάντα.

Ο μούργος είναι δίπλα μου εδώ και έναν χρόνο. Φοράει κάλυπτρο στο ένα του ματάκι, σαν πειρατής. Έτσι τον φωνάζω. Πειρατή. Εγώ πια περπατάω με μπαστούνι. Οι τύποι είναι ακόμα μέσα. Ο κυρ Λευτέρης που είδε όλο το σκηνικό και που ήρθε και μάρτυρας, είπε ότι δεν κράτησε πάνω από δεκαπέντε δευτερόλεπτα. Εμένα μου φάνηκε λιγότερο. Μια ανάσα.
Τα βράδια ο Πειρατής κοιμάται στο κρεβάτι μου.
Τη μέρα δεν ξεκολλάει από κοντά μου.
Δεν αφήνει άλλον να πλησιάσει, είναι δύσκολο σκυλί, δαγκώνει. Τον καταλαβαίνω όμως. Καμιά φορά βλέπει εφιάλτες ο κακομοίρης και πιάνει τα ποδαράκια του μες τον ύπνο του και τα δαγκώνει. Τον ξυπνάω και μου γλύφει τα δάχτυλα.

Και καμιά φορά
άμα έχει καλό φεγγάρι
πηγαίνουμε οι δύο μας και καθόμαστε στο πάρκο.
Εκείνου, του ξεφεύγουν άθελα του, μουγκρητά, μέσα από το στέρνο του βαθιά.
Κοιτάζει το σκοτάδι και γρυλίζει.

Και γω πάλι, σαν άνθρωπος,
ξέρω ακριβώς τι νιώθει. Σκύβω τότε στο αυτάκι του και του ψιθυρίζω με απόλυτη αγάπη.

"Θα τα ξανάκανα όλα Πειρατή."

Πανάθεμα με, ορκίζομαι πως με καταλαβαίνει.

4 comments:

Eric Draven said...

Δεν έχω λόγια...

μόνο μια καλημέρα

και μια αγκαλιά από μένα στον Πειρατή σου....

Να είσαι καλά φίλε.

Lee said...

Οπως καθε φιλος που θα χρειαζοταν την βοηθεια σου.

ceralex said...

σοκαρισμένη...
στα σίγουρα σε καταλαβαίνει...

πανάθεμά σε, με τσάκισες πάλι..

καλό βράδυ σε σένα και στη μουσούδα σου

deadend mind said...

απίστευτο..ανατριχιαστικο. (όποτε μπαίνω στο μπλογκ σου χάνω τα λόγια μου ;))