Saturday, June 07, 2008

ΑΓΓΕΛΩΝ ΣΙΩΠΗ


Έπεσε μέσα σε νερό, βαθύ νερό, σκοτεινό, νυχτιά ήταν.
Από φως, σκοτάδι.
Τον μάζεψε ένας ψαράς που ήτανε εκείνη την ώρα στα ανοιχτά. Τον τύλιξε με μάλλινη κουβέρτα. Του έτριψε τα χέρια και του παραμέρισε τα μακριά μαλλιά από το πρόσωπο.

Δεν είχε στόμα ο άγγελος.

Στη πλάτη του, δυο πληγές, γέμιζαν τη βάρκα με αίμα, ξαπλώνανε τα ψάρια πάνω στο αίμα και πολεμάγανε για αέρα, ανάσανε βαθιά ο άγγελος και τους έκλεψε την πνοή, πεθάναν τα ψάρια, γυάλινα τα μάτια τους πια. Ο ψαράς τον πήγε σπίτι του, τον έβαλε δίπλα στη φωτιά να ζεσταθεί, ξύπνησε η γυναίκα του ψαρά και τρόμαξε, την πήρε αγκαλιά αυτός και πήγανε στο δωμάτιο της μικρής να δούνε αν ξύπνησε.
Έμεινε μόνος ο άγγελος και έκλαψε, δίπλα στη φωτιά, τα δάκρυα του σβήσανε τα πυρωμένα κάρβουνα.

Κρυμμένο τον κρατήσαν, μακριά από ανθρώπων μάτια, του δώσανε ρούχα και παπούτσια. Περάσανε τα χρόνια και κρυμμένος έμεινε, η μικρή έπαιζε μαζί του στην ακρογιαλιά και όταν μεγάλωσε του διάβαζε βιβλία και ποιήματα. Και κάθε βράδυ ο άγγελος, που ποτέ δεν κοιμόταν, ποτέ δεν έτρωγε, καθόταν δίπλα στη φωτιά και την έσβηνε με τα δάκρυα του.

Γεράσαν οι ψαράδες, μεγάλωσε η μικρή και έγινε γυναίκα, σφιχτό το δέρμα της, τα κόκκινα μαλλιά της μία φλόγα, αυτή τη φλόγα δάκρυα δεν τη σβήνουν. Ερωτεύτηκε τον άγγελο, πέρναγε μαζί του τα δειλινά, αγνοούσε τους γαμπρούς από το χωριό, οι γέροντες θυμώναν.

Ένα σούρουπο του είπε "Σ' αγαπώ" και ο άγγελος τη φίλησε.

Ένα σούρουπο θάψανε τον γέρο και αργότερα, σούρουπο πάλι, θάψανε δίπλα του και τη γριά. Ο άγγελος φίλησε την κοπελιά.
Εκείνη τον αγκάλιασε.
Και πάνω στους φρεσκοσκαμμένους τάφους σμίξανε, άγγελος και άνθρωπος, από σκοτάδι φως.

Ένα δειλινό, τον βρήκε όρθιο να στέκεται στη πόρτα της κάμαρας, να την χαζεύει, να χαζεύει τη φουσκωμένη της κοιλιά. Την πήρε από το χέρι και πήγανε μαζί στην αμμουδιά.
Έσκυψε ο άγγελος, έπιασε ένα ξύλο, χάραξε κάτι στην άμμο.
Πέταξε το ξύλο μακριά και την αγκάλιασε.
Μπήκε στο νερό ο άγγελος και χάθηκε στα σκοτεινά νερά.

Στάθηκε αυτή να δει αν ο καλός της θα πετάξει.
Αλλά φτερά δεν είχε ο άγγελος, μήτε στόμα για να φωνάξει.
Κοίταξε κάτω στην άμμο, το γραμμένο.

"Ήθελα να δω πως είναι οι άγγελοι. Στη κόλαση γυρίζω ζωή μου"

Το παιδί σαν γεννήθηκε δεν έκλαψε καθόλου.

Πήρε ανάσα και έζησε.

3 comments:

Eric Draven said...

Με κάνεις πάντα να σκέφτομαι και να προβληματίζομαι...

Ποιος είναι τελικά ο άγγελος και ποιος ο διάβολος στις δικές μας ζωές....?

Καλή σου μέρα, να είσαι καλά.

Kleine wolke said...

Συγκινήθηκα. Κι αλλο!;

Νεράιδα της βροχής said...

μήπως εμείς και τα δυο δεν είμαστε;

και πάντα χωρίς φτερά...

φιλιά βρόχινα...