Wednesday, June 25, 2008

ΤΟ ΣΑΛΙ


Το έπλεξε η γιαγιά μου εφτά αιώνες πριν.
Η γιαγιά μου ήταν από τη Σμύρνη και έτσι.
Η γιαγιά μου με έλεγε "Τζιέρη μου".
Την βλέπω ακόμα στα όνειρα μου.

Ήταν σαν κάπα μαγική, πλεγμένο με χοντρή κλωστή σε σχήμα τεράστιας μαργαρίτας. Καφέ, ομόκεντροι κύκλοι που ενώνονταν μεταξύ τους με χοντρές καφετιές φλέβες, σαν ιστός, σαν κάτι βγαλμένο από παραμύθι. Το φόραγα απάνω μου και ήμουνα ο Χάρι Πότερ με την κάπα που τον κάνει αόρατο, ήμουνα άλλοτε ο Σούπερμαν και καμιά φορά φάντασμα.

Σύρθηκα στο πάτωμα και το έτριψα το σάλι μέχρι που ξέφτισε, αλλά ποτέ,
κανείς,
δεν το πέταξε.

Κοιμήθηκα απάνω του μπροστά στο τζάκι και πλάκωσα την αδερφή μου, όταν έκανε πως μου το παίρνει.
Σε εκείνο το σάλι, πλεγμένο με τραγούδια και μυρωδιά από σκόρδο σε μια παλιά κουζίνα.
Το πρώτο μου γατάκι, κοιμήθηκε πάνω σε αυτό το σάλι. Το γατάκι με κόλλησε έναν μύκητα που έκανε όλα μου τα μαλλιά να πέσουν. Το γατάκι το πήρε ο διάολος.
Το σάλι κανείς δεν το πέταξε.

Καμιά φορά, η μάνα μου το φόραγε όταν έβλεπε τηλεόραση τον χειμώνα. Κάπνιζε και πήγαινα και ξάπλωνα απάνω της και το σάλι μύριζε τσιγάρο και μάνα.
Μύριζε φαγητό και ιδρώτα.

Το σάλι γενικά μύριζε διάφορα.

Και το βρήκα προχτές.

Σε ένα άδειο δωμάτιο, σε ένα άδειο σπίτι, με την τωρινή γάτα μου να με κοιτάζει σαν χαζή. Αναδιοργάνωνα τις ντουλάπες.
Όταν ξαφνικά αδειάζουν οι μισές ντουλάπες του σπιτιού, έχεις πολύ χώρο για να απλώσεις τα ρούχα σου.

Να απλώσεις τα ρούχα σου για να μην κοιτάς άδειες ντουλάπες.

Και εκεί που κατεβάζω, ούτε και γω ξέρω τι από μία ψηλή ντουλάπα, να το! Το καφετί έκτρωμα που με συνόδευε πάντα. Το πήρα και χωρίς να σκεφτώ, το 'χωσα στη μούρη μου. Μύριζε ακόμα...κάτι.

Η γάτα μου νιαούρισε ανήσυχη.
Τι μύριζε;

Μύριζε....

μάνα
τσιγάρο
φαγητό
βρωμιά
σκόνη


και
κάτι ακόμα ρε πούστη μου.....

Α, ναι.
Το βρήκα τι μύριζε.

Πόση ώρα έκλαιγα θα με ρωτήσεις.

Δεν ξέρω.
Μου φάνηκε σαν να περάσαν 32 χρόνια.

Friday, June 20, 2008

ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ


Χτες πέρασα μπροστά από ένα φαρμακείο. Είχε ένα διαφημιστικό πόστερ στη βιτρίνα του, κάτι για τη γήρανση.

Τέρμα οι ρυτίδες ή κάτι τέτοιο.
Μετά, πιο κάτω, βρήκα ένα νεκρό σπουργίτι στο πεζοδρόμιο. Ήταν άθικτο, ανέπαφο, σαν να είχε σταματήσει να πετάει ξαφνικά, σαν να μην το τράβαγαν πια τα θέλγητρα του ανέμου. Σαν να έκλεισε τα φτερά του και να ξάπλωσε εκεί για να το βρω εγώ.
Πήρα το μετρό και κατέβηκα Μοναστηράκι. Πήγα Ψυρρή. Κόσμος πολύς, θάλασσες από ανθρώπους, με έκαναν να αισθάνομαι πιο μόνος από ότι πραγματικά είμαι. Αρώματα, παρέες, μουσικές.
Πουτάνες. Τις χάζεψα λίγο παραπάνω απ' ότι συνήθως.
Μαγαζιά με χαμηλωμένα φώτα, αλκοόλ να ρέει παντού, ταβέρνες και ρεμπετάδικα, μία καντίνα με βρώμικα, σκυλιά χαζεμένα από την ζέστη και τον κόσμο, να ξαπλώνουν στη μέση του δρόμου, άρχοντες σε μία πόλη που παλεύει για ανάσα. Κάθισα μόνος μου σε ένα μεζεδοπωλείο και παρήγγειλα τσίπουρο, ένα καραφάκι. Και δεν πίνω τσίπουρο. Έβγαλα το σημειωματάριο μου.

Να σου γράψω.

Γύρω μου το χάος, θέλω να με καταλάβεις.
Κάτι τύποι δίπλα μου τσακώνονται για τη σύνθεση της εθνικής. Στη μύτη μου φτάνει μυρωδιά από χασίσι. Μυρωδιά από ιδρωμένους σβέρκους και γυναικείους λαιμούς και τσίκνα από τα παραδίπλα φαγάδικα. Μυρωδιά από ζωή.
Τι αντίθεση!
Εγώ εκεί καθισμένος, με ένα μασημένο στυλό στο χέρι, μπροστά σε μια άδεια σελίδα από ένα κενό σημειωματάριο. Ξεκίνησα να γράφω μετά το τρίτο καραφάκι. Μία κοπελιά ήρθε και μου ζήτησε αναπτήρα. Όμορφη ήταν. Όπως όλες οι γυναίκες.

"Τι γράφεις;"
"Σημείωμα αυτοκτονίας"

Γελάσαμε και κάθισε. Η παρέα της ήταν μερικά τραπέζια παρακάτω. Αρχίσαμε να μιλάμε και να πίνουμε. Ήταν στη Καλών Τεχνών, δεύτερο έτος. Μου είπε το όνομα της και τι μουσική ακούει, που συχνάζει και ποια ταινία την έκανε να κλάψει, μου είπε εφτά εκατομμύρια πράγματα που με άφησαν παγερά αδιάφορο.
Πέρασε η ώρα, με κάλεσε να πάμε Φιλοπάππου, με κιθάρες, να γιορτάσουμε την πανσέληνο. Κοίταξα τη γραμμένη σελίδα μπροστά μου. Τι είχα γράψει; Θολά τα γράμματα, μυρμήγκια που δεν ησυχάζουν.
Ακολούθησα τη παρέα μεθυσμένος.
Σκαρφαλώσαμε σε βράχια κάτω από το φεγγάρι και ξεκίνησε η μουσική. Τριγύρω, μέσα στα δέντρα, κάφτρες από τσιγάρα, άλλες παρέες, που και που ένα γελάκι. Οι φωνές των παιδιών που τραγουδούσαν, έγιναν με την ώρα ύμνοι λατρευτικοί, έχασα τη γη και χάθηκα στο φεγγάρι. Ξάπλωσα πίσω.

Φύγανε και με αφήσανε εκεί. Εντάξει, δεν τους κακοκαρδίζω, ούτε που με ήξεραν άλλωστε, μεθυσμένοι και αυτοί.
Πήρε να χαράζει.
Ο ουρανός έγινε γκρίζος, πουλιά ξυπνήσανε, έντομα περπατούσαν απάνω μου και εγώ ανάσκελα, άνοιξα τα μάτια μου.
Και εκεί, δίπλα μου, πάνω στον βράχο, ένα σπουργίτι να με κοιτάει.
Μην είναι το σπουργίτι από το πεζοδρόμιο; Ψυχοπομπούς τα λέγανε στα αρχαία χρόνια, συνόδευαν τις ψυχές στον κάτω κόσμο. Πήγα να σηκωθώ και γύρισε το σύμπαν ανάποδα, ο ουρανός από κάτω, το χώμα απάνω. Γύρισα στο πλάι και άδειασα τα σωθικά μου. Τρόμαξε το σπουργίτι και έφυγε μακριά.
Δεν πήρε τίποτα μαζί του.
Την ψυχή μου ακόμα την έχω.

Μα να σου ορκιστώ δεν μπορώ, πως για μια στιγμή δεν ευχήθηκα να την έπαιρνε μαζί του.
Σκούπισα το πρόσωπο μου με την γραμμένη σελίδα.

Πήρα τον δρόμο του γυρισμού.
Γεμάτος χώματα και ξερατά.
Πώς με κοιτάγανε οι περαστικοί.
Και εγώ τους κοίταγα και χαμογελούσα.
Πέρασα και από το πεζοδρόμιο το γνωστό, αυτό που σου 'λεγα. Το σπουργίτι δεν ήταν εκεί, κάποιος θα πρέπει να το μάζεψε. Κάποιο παιδί σε ένα μακάβριο παιχνίδι, σαν τρόπαιο ζωής, σαν φαντασία σήψης.

Ή πέταξε.
Αναστήθηκε.
Έμεινε εκεί λουσμένο όλο το βράδυ στο φως της Εκάτης, πήρε ζωή και έφυγε για ουρανούς.

έμεινε εκεί
ξαπλωμένο ώρες πολλές στο φεγγαρόφωτο μέσα
ξαναγεννήθηκε και έφυγε

Και παρόλο που σκιά δεν έχω και ας μεσουρανεί ο ήλιος,
να πάρω το παράδειγμα του θέλω και να το κάνω πράξη.

Να φύγω για ουρανούς
Να φύγω για ουρανούς

Tuesday, June 17, 2008

ΟΜΟΡΦΗ ΠΕΙΝΑ


Μεσημέρι.
Τραβηγμένο παντζούρι.
Ένα καναρίνι σε διπλανό μπαλκόνι κελαηδάει. Οι άνθρωποι νομίζουν ότι τα καναρίνια τραγουδάνε. Δεν τραγουδάνε. Ουρλιάζουνε τη σκλαβιά τους. Έχεις ακούσει καναρίνι ελεύθερο να τραγουδάει; Έχεις δει καναρίνι ελεύθερο;

Τα καναρίνια κλαίνε.

Αλλά εκείνο το μεσημέρι, το καναρίνι στο διπλανό μπαλκόνι κελαηδούσε.
Το έπιασε η μυρωδιά που έβγαινε από το δωμάτιο.
Κορμιά.
Τριβή.
Ιδρώτας.

Ξυπνήσανε νωρίς το πρωί και μείνανε στο κρεβάτι.
Αυτή να παίζει μαζί του, να τον βασανίζει, να του απαγορεύει την πολυπόθητη κορύφωση και αυτός να χάνει το όνομα του. Και το δικό της.
Τώρα είναι πάνω του ξανά.
Χορεύει στη κοιλιά του και αυτός θέλει νερό. Τα σκέλια πονάνε και των δύο. Σαν να βλαστημάνε τη θνησιμότητα τους με τα κορμιά τους.
Τώρα είναι ξαπλωμένοι και λαχανιάζουν.
Τώρα είναι ξανά μέσα της και την κοιτάει στα μάτια.
Του έρχεται να μιλήσει δυνατά μα είναι μεσημέρι.
Εκείνη θέλει να του πει με λέξεις τι της ψιθυρίζουν τα σπλάχνα της, αλλά δαγκώνει τα δάχτυλα της.
Νερό τρέχει από πάνω του και την τσούζει στα μάτια της.

Πιο πριν ήταν μέσα και τσακωνόντουσαν.
Δυο μέρες πριν, χόρευαν σε ένα μαγαζί.
Μα τώρα ο χρόνος έχει αλλάξει.
Κάμποσους αιώνες πριν, πήγανε για βόλτα με ένα άλογο.
Σε έναν βωμό τον θυσίασε, εκείνη ιέρεια, αυτός παγανιστής βασιλιάς που υποκύπτει στη θέληση της τριαδικής Μάνας.
Σε ένα τοιχάκι από ξερολιθιές, της άφησε ένα γράμμα γραμμένο πάνω σε πάπυρο.
Σε ένα πλοίο το σκάσανε για μία άλλη ήπειρο, μαζί.

Τα θυμάται όλα αυτά εκείνος και βλέπει στα μάτια της πως και εκείνη τα γνωρίζει.
Αλλά δεν λένε τίποτα.
Αφήνουν το καναρίνι να τα πει όλα.

Περάσανε οι ώρες, κάνουν τσιγάρο, εκείνη όρθια στο παράθυρο, εκείνος στο κρεβάτι. Το καναρίνι έχει κοιμηθεί ή απλά σώπασε, κουρασμένο. Και εκείνοι έχουν κουραστεί αλλά χαμογελάνε.
Απογευμάτιασε.
Για ώρες δεν έχουν μιλήσει.

"Έλα ξανά κοντά μου" της λέει και είναι η φωνή του αγχωμένη.
Γυρίζει και τον κοιτάζει και είναι αυτό το βλέμμα που μυρίζει ζωή.

Το βλέμμα που δηλώνει ότι δεν θα χρειαστεί να της το ξαναπεί.

Η όμορφη ΠΕΙΝΑ.

Sunday, June 08, 2008

ΤΑΤΟΥΑΖ


Μελάνι πάνω σε δέρμα.

Εγώ διαλέγω τις εικόνες που θα με στιγματίσουν.

Εγώ πληρώνω.

Βάλε χρώματα πολλά αρχηγέ. Τα λεφτά δεν είναι θέμα. Κυρίως μπλε. Και μαύρο. Πολύ μαύρο. Και κόκκινο.

Βάλε


ένα παιδί μέσα σε μία αυτοσχέδια σκηνή από σεντόνια και καρέκλες, σε παιδικό δωμάτιο. Γύρω πετάνε τέρατα, μεσ' τη σκηνή φακός αναμμένος. Βάλε και το μυστικό το γέλιο που ξεφεύγει κάτω από τα σεντόνια και χαλάει το σκοτάδι.


Στη πλάτη μου θέλω φτερά. Αλλά πρόσεξε. Θέλω τα πούπουλα να είναι άνθρωποι που κρατιούνται χειροπόδαρα. Θα σχηματίζουν δύο τεράστιες φτερούγες που θα καταλήγουν χαμηλά.

Τι είπες;

Θα πονέσει τόσο μεγάλο σχέδιο;

Δεν πειράζει.

Ξεκίνα.


Στα χέρια μου θέλω δύο φίδια, να γεννιούνται από τα νύχια μου, να σκαρφαλώνουν μέχρι τους ώμους μου, οι γλώσσες τους να γλύφουν τον λαιμό μου.


Στο στήθος μου, κάνε χέρια tribal να χορεύουν.


Στα πόδια μου, κάνε κέλτικα δέντρα να ανεμίζουν. Βάλε εκεί μέσα και έναν νεαρό να κάνει έρωτα σε μία μικρή, απόγευμα. Βάλε στο βάθος έναν σταυρό και μία θάλασσα.


Χτύπα στο πρόσωπο μου μία μάσκα .

Τελετουργική.

Αρχαία.

Να' ναι η μάσκα της αρχαίας κωμωδίας που ξεκαρδίζεται.

Όχι, όχι.

Της τραγωδίας που πονάει.

Βασικά, κάνε το πρόσωπο μου μισό - μισό. Να κλαίει και να γελάει μαζί.


Για τέλος,

ζωγράφισε πάνω στα βλέφαρα μου χείλια.

Στα αυτιά μου, τραγούδια.

Στο στόμα μου, δάκρυα.


Κάνε με πίνακα, να με περιφέρω.

Να φωνάζω ότι ζω.

Saturday, June 07, 2008

ΑΓΓΕΛΩΝ ΣΙΩΠΗ


Έπεσε μέσα σε νερό, βαθύ νερό, σκοτεινό, νυχτιά ήταν.
Από φως, σκοτάδι.
Τον μάζεψε ένας ψαράς που ήτανε εκείνη την ώρα στα ανοιχτά. Τον τύλιξε με μάλλινη κουβέρτα. Του έτριψε τα χέρια και του παραμέρισε τα μακριά μαλλιά από το πρόσωπο.

Δεν είχε στόμα ο άγγελος.

Στη πλάτη του, δυο πληγές, γέμιζαν τη βάρκα με αίμα, ξαπλώνανε τα ψάρια πάνω στο αίμα και πολεμάγανε για αέρα, ανάσανε βαθιά ο άγγελος και τους έκλεψε την πνοή, πεθάναν τα ψάρια, γυάλινα τα μάτια τους πια. Ο ψαράς τον πήγε σπίτι του, τον έβαλε δίπλα στη φωτιά να ζεσταθεί, ξύπνησε η γυναίκα του ψαρά και τρόμαξε, την πήρε αγκαλιά αυτός και πήγανε στο δωμάτιο της μικρής να δούνε αν ξύπνησε.
Έμεινε μόνος ο άγγελος και έκλαψε, δίπλα στη φωτιά, τα δάκρυα του σβήσανε τα πυρωμένα κάρβουνα.

Κρυμμένο τον κρατήσαν, μακριά από ανθρώπων μάτια, του δώσανε ρούχα και παπούτσια. Περάσανε τα χρόνια και κρυμμένος έμεινε, η μικρή έπαιζε μαζί του στην ακρογιαλιά και όταν μεγάλωσε του διάβαζε βιβλία και ποιήματα. Και κάθε βράδυ ο άγγελος, που ποτέ δεν κοιμόταν, ποτέ δεν έτρωγε, καθόταν δίπλα στη φωτιά και την έσβηνε με τα δάκρυα του.

Γεράσαν οι ψαράδες, μεγάλωσε η μικρή και έγινε γυναίκα, σφιχτό το δέρμα της, τα κόκκινα μαλλιά της μία φλόγα, αυτή τη φλόγα δάκρυα δεν τη σβήνουν. Ερωτεύτηκε τον άγγελο, πέρναγε μαζί του τα δειλινά, αγνοούσε τους γαμπρούς από το χωριό, οι γέροντες θυμώναν.

Ένα σούρουπο του είπε "Σ' αγαπώ" και ο άγγελος τη φίλησε.

Ένα σούρουπο θάψανε τον γέρο και αργότερα, σούρουπο πάλι, θάψανε δίπλα του και τη γριά. Ο άγγελος φίλησε την κοπελιά.
Εκείνη τον αγκάλιασε.
Και πάνω στους φρεσκοσκαμμένους τάφους σμίξανε, άγγελος και άνθρωπος, από σκοτάδι φως.

Ένα δειλινό, τον βρήκε όρθιο να στέκεται στη πόρτα της κάμαρας, να την χαζεύει, να χαζεύει τη φουσκωμένη της κοιλιά. Την πήρε από το χέρι και πήγανε μαζί στην αμμουδιά.
Έσκυψε ο άγγελος, έπιασε ένα ξύλο, χάραξε κάτι στην άμμο.
Πέταξε το ξύλο μακριά και την αγκάλιασε.
Μπήκε στο νερό ο άγγελος και χάθηκε στα σκοτεινά νερά.

Στάθηκε αυτή να δει αν ο καλός της θα πετάξει.
Αλλά φτερά δεν είχε ο άγγελος, μήτε στόμα για να φωνάξει.
Κοίταξε κάτω στην άμμο, το γραμμένο.

"Ήθελα να δω πως είναι οι άγγελοι. Στη κόλαση γυρίζω ζωή μου"

Το παιδί σαν γεννήθηκε δεν έκλαψε καθόλου.

Πήρε ανάσα και έζησε.

Tuesday, June 03, 2008

ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΜΟΥ ΚΑΝΟΥΝ ΤΗ ΠΟΛΗ


Είμαι σε ένα ποτάμι δίπλα. Βράδυ. Γεμάτο φεγγάρι και το νερό ψιθυρίζει τελετές. Είμαι το νερό και οι ρίζες που με κρατάνε μακριά του.

Στέκομαι σε μια έρημο, πέρα μακριά κάτι κόκκινα βράχια, σκορπιοί τρέχουν να κρυφτούν από τον ήλιο. Είμαι η άμμος και η σκόνη και οι κάκτοι οι δροσεροί.

Η πόλη έχει αρχίσει να ψήνεται.
Οι άνθρωποι έχουν αρχίσει να ψήνονται.
Βρίζονται τα πρωινά, την ώρα που ανοίγουν τα σαντουιτσάδικα στη 3ης Σεπτεμβρίου, αγριοκοιτάζονται στο μετρό, χωλαίνουν τα μεσημέρια που τα μπλουζάκια τους κολλάνε στις πλάτες τους, στραβώνουν οι άντρες με τους ακάλυπτους λαιμούς των κοριτσιών, κοιτάνε οι γυναίκες το πεζοδρόμιο ενώ τις χαζεύουν όλοι οι άλλοι τριγύρω.
Όσοι έρχονται στη πόλη, τρέχουν για δροσερούς καφέδες στη Πλάκα, αλλά και εκεί η ζέστη φτάνει.
Τα σκυλιά άρχισαν να λιώνουν στα πεζούλια.
Οι κολλημένες τσίχλες λιώνουν στην άσφαλτο.
Τα περίπτερα γεμίσανε με νερά.
Και κάποια συντριβάνια.

Δεν τη παλεύω αυτή τη πόλη τώρα.
Την λατρεύω αυτή τη πόλη.

Είμαι ένα παράθυρο σε μία συνοικία κρυφή, κάποιος στέκεται πίσω από μια αραχνοΰφαντη κουρτίνα και χαϊδεύεται. Είμαι ένα αεράκι στον ιδρωμένο του σβέρκο.

Είμαι γαρδένιες σε μπαλκόνια που θέλουν πότισμα.

Κοιτάω πίσω μου και βλέπω μια πόλη που δεν αντέχω.

Αρχίδια μάγκες.

Δεν μου φταίει η πόλη σε τίποτα.

Θα την φορέσω απάνω μου την πόλη και ό,τι φέρει μαζί της, θα πάω σε όλη την Ελλάδα να την ξεράσω και να την μοιράσω σε κομμάτια, να απλώσω τις μνήμες της πόλης σε άλλα καυτά μέρη, η μία ζέστη να βρει την άλλη και να γίνουν οι δύο ζέστες ολοκαύτωμα απάνω μου, να ιδρώσω από πυρετό και να κρυώσω τη νύχτα, να μην με χωράνε τα σεντόνια.

Κοιτάω πίσω μου και βλέπω απλά μία πόλη.
Απλά μία πόλη είναι.
Μέσα σε χιλιάδες άλλες.

Και ξέρεις κάτι;

Χαμογελάω.
Για πρώτη φορά μετά από καιρό.

Κοιτάω μπροστά μου και βλέπω μια πόλη.