Friday, May 02, 2008

PORN BALLAD


Καλοκαίρι.
Πάντα ήθελα να μάθω να παίζω το "Αστούριας" του Αλμπενίζ, στη κιθάρα. Γιαυτό σαν σωστός έφηβος επαναστάτης, πήγα και γράφτηκα σε ένα τοπικό ωδείο για να κάνω μαθήματα. Δεν ξετρελάθηκα ποτέ με την εκμάθηση κιθάρας. Βαριόμουνα τα θεωρητικά, βαριόμουνα την εξάσκηση που ήθελε.
Αλλά το ωδείο είχε δύο πολύ καλά πράγματα. Τα παρεάκι που δημιουργήθηκε και την Σελέστ.
Η Σελέστ ήταν η καθηγήτρια μας στο σολφέζ. Κοντά στα τριάντα, ψηλή με καστανά μαλλιά, πράσινα μάτια. Ήταν μισή Γαλλίδα, μισή Ελληνίδα. Την πειράζαμε φωνάζοντας τη Διαλεχτή, αυτό σήμαινε το όνομα της. Πρέπει να ήταν χίπισσα. Φορούσε συνέχεια κάτι μακριές φούστες και είχε πάντα μαζί της ένα ταγάρι πάνινο με λουλούδια.

Η Σελέστ ήταν η πιο όμορφη γυναίκα στον κόσμο για τα δεκαεφτάχρονα μάτια μου. Ακόμα είναι, όταν την θυμάμαι αρκετά.

Καλοκαίρι λοιπόν και το ωδείο κανόνισε εξόρμηση με πούλμαν σε παραλιακό μέρος της Εύβοιας, διήμερη. Συνοδοί, η Σελέστ και ο Γιάννης, ο καθηγητής μας στην κιθάρα, κάπου στα τριάντα πέντε και αυτός, παππούς για μένα τότε. Πήγαμε για Σαββατοκύριακο, μείναμε σε ένα ξενοδοχειάκι της κακιάς ώρας, τουλάχιστον ήταν κοντά στη θάλασσα. Θυμάμαι ότι η διαδρομή προς τα εκεί, είχε πολύ πλάκα. Είχαμε τις κιθάρες μας μέσα στο πούλμαν και παίζαμε όλοι μαζί, τραγουδάγαμε και γελάγαμε με τον οδηγό που μας έλεγε να βγάλουμε τον σκασμό καλοπροαίρετα. Περάσαμε τέλεια εκείνες τις δύο μέρες. Όλη μέρα παραλία και το βράδυ ταβερνάκι. Το δεύτερο βράδυ, ο Γιάννης θα μας πήγαινε όλους για βραδινό μπάνιο σε μία απόμερη παραλία, λίγο έξω απ΄την πόλη. Πήραμε ψυγειάκια και κιθάρες, πείσαμε και τον οδηγό να μη μας παρατήσει, νωρίς θα γυρίσουμε μωρέ και φύγαμε.
Φτάσαμε απόγευμα, πολλή ζέστη, πολλά κουνούπια, αλλά διάθεση ανεβασμένη. Την παραλία την λέγανε "Κορακοπόδι". Ήταν σχετικά μικρή και στην αριστερή μεριά είχε ένα μικρό, φυσικό ακρωτήρι που εκτεινόταν καμιά εικοσαριά μέτρα μέσα στη θάλασσα. Αν πήγαινες κολυμπώντας γύρω του, βρισκόσουν σε έναν μικρό ορμίσκο με λείες πέτρινες πλάκες- μία ιδιωτική πισινούλα.

Στρώσαμε πετσέτες και μείναμε μέσα στο νερό μέχρι που σκοτείνιασε. Κάποια στιγμή ο Γιάννης με τον οδηγό ανάψανε φωτιά, καθίσαμε τριγύρω και βγάλαμε τις κιθάρες. Πότε τραγουδούσε κάποιος μόνος του, πότε όλοι μαζί αν ξέραμε τους στίχους. Από Led Zeppelin μέχρι Ξυλούρη, όλα τα σφάξαμε. Με την άδεια του Γιάννη, βγήκαν και οι μπύρες, δεν πίνανε όλοι, κάποιοι μείνανε στον χυμό. Όχι η Σελέστ.
Φορούσε στη μέση μια μεγάλη, γαλάζια πετσέτα, τα μαλλιά πιασμένα ψηλά, να επιδεικνύει τον λεπτό της λαιμό. Έπινε μπύρες και γελούσε, τραγουδούσε με την υπέροχη φωνή της και πέταγε μικρές λεξούλες σε σπασμένα ελληνικά. Ήταν ένα δελφίνι, μία νεράιδα. Έπινα μπύρες και την χάζευα και κάποια στιγμή με πήρε χαμπάρι, αμάθητος εγώ, δεν ήξερα να κρύβομαι.

Κοινώς, καρφώθηκα.
Ευτυχώς.

Μου έκανε νόημα να την ακολουθήσω, φόρεσε το ταγάρι της και σηκώθηκε, ξυπόλυτη χάθηκε στο σκοτάδι. Οι υπόλοιποι στον κόσμο τους, τραγουδούσανε και πίνανε. Σηκώθηκα σαν υπνωτισμένος, ευτυχώς δεν με ρώτησε κανείς που πάω γιατί θα ξανακαθόμουν κάτω. Περπατούσε μπροστά και εγώ μερικά μέτρα πιο πίσω, αυτή μία Κίρκη και εγώ ούτε καν Οδυσσέας, ένα άβουλο γουρούνι ήμουνα. Κάθισε κοντά στα βράχια που έμπαιναν στη θάλασσα και έβγαλε κάτι από την τσάντα της, ένα περίεργο τσιγάρο. Το άναψε και βρώμισε ο τόπος αλλά δεν με ένοιαζε. Ένιωθα τα πόδια μου να τρέμουν οπότε κάθισα δίπλα της. Έψαχνα απεγνωσμένα κάτι να πω αλλά δεν μπορούσα να βρω κάτι της προκοπής. Το μόνο που ήθελα να της πω ήταν το πόσο όμορφη ήταν με την πετσέτα της και το κίτρινο μαγιό της, αλλά αυτά δεν λέγονται.
Μου έδωσε να καπνίσω από το τσιγάρο της.
"Έχεις ξανακάνει;" με ρώτησε χαμογελώντας και εγώ φυσικά της είπα ναι, αν και δεν ήξερα σε τι αναφερόμασταν. Τράβηξα μία τζούρα. Τράβηξα δεύτερη. Στην τρίτη, της το έδωσα πίσω και ξάπλωσα στην άμμο, χωρίς να ανησυχώ πια για τα πόδια μου που έτρεμαν. Δεν είχα πια πόδια, ήμουν μόνο η ανάσα μου και το πουλί μου. Αυτά μόνο καταλάβαινα.
Εφτά χιλιάδες χρόνια μετά, την ένιωσα να ξαπλώνει δίπλα μου.
Δεν μιλούσε κανείς μας.
Από κάπου πιο δεξιά, τραγούδια φτάνανε στα αυτιά μας.
Αστέρια. Αλάτι. Ιδρώτας και κύματα.
"Θες να πάμε στη πισινούλα;"
Έκανα να σηκωθώ και το κεφάλι μου ακολούθησε δέκα λεπτά μετά, εκείνη γέλασε και πέταξε την πετσέτα. Μπήκαμε στο νερό, κολυμπήσαμε γύρω από τα βράχια και βγήκαμε στον ορμίσκο. Το μοναδικό φως, αυτό του φεγγαριού.

Δεν θυμάμαι πολλά, δυστυχώς.
Το νερό γύρω μου ήταν σαν αμνιακό υγρό. Με το ζόρι κρατούσα το κεφάλι μου πάνω από την επιφάνεια. Ήθελα να ξαπλώσω στο βυθό, πάνω στη λευκή άμμο και να κοιτάω τα άστρα μέσα από το νερό. Έπαιρνα ανάσες και το κεφάλι μου γινόταν όλο και πιο ελαφρύ. Άρχισα να χάνω τα όρια μου, δεν ήξερα που άρχιζε και που τελείωνε το σώμα μου, μέχρι που ήρθε και με άγγιξε στον ώμο.
Είχε αφήσει το μαγιό της στις λείες πλάκες.
Με φίλησε με χείλια από αλάτι. Το σώμα της είχε μια ελαφριά μυρωδιά από αντηλιακό. Γλιστρούσε. Τα πάντα γλιστρούσαν, μα περισσότερο, η αίσθηση της πραγματικότητας. Τα πόδια της, δύο φίδια με δική τους ζωή, κατέβασαν το μαγιό μου και μετά τυλίχτηκαν γύρω μου.
Θυμάμαι τα μικρά κύματα που δημιούργησαν τα σώματα μας.
Θυμάμαι την ανάσα της στο αυτί μου.

Δεν λείψαμε πολύ. Μονάχα δυο αιώνες. Αν κατάλαβε κάποιος κάτι, δεν το έμαθα ποτέ.
Γυρίσαμε πίσω στη φωτιά, στα τραγούδια, σαν να μην τρέχει τίποτα.
Η Σελέστ τον χειμώνα, έφυγε μόνιμα για Γαλλία.
Εγώ σταμάτησα το ωδείο και τα μαθήματα κιθάρας.

Δεν έμαθα ποτέ το "Αστούριας".

Δεν πειράζει.

Το έχω στο mp3 μου και το ακούω που και που...

7 comments:

Eric Draven said...

"αναμνήσεις που μέσα μας γυρνάνε
και που και που μας τραγουδούν κάτι από τα παλιά,
έτσι για να ξυπνήσουν μέσα μας
όσα οι ψυχές ποτέ δεν λησμονάνε..."

να είσαι καλά.

Ζέτα said...

Θα συμφωνήσω με τον Eric Draven...
Πέρυσι είχα μία ανάλογη ιστορία, όχι με καθηγητή στο ωδείο, αλλά σ' με "κάποιον" σ' ένα θέατρο που είχα πάει ένα βράδυ του Μάρτη...
Το μόνο κοινό είναι το δικό μου "κάρφωμα" και η δική του ανταπόκριση...
Τον κοιτούσα πολύ ώρα...
Με κατάλαβε! Έστρεψα αλλού το βλέμμα μου αλλά ήταν ήδη αργά...ειχα "καρφωθεί"!
Με φλέρταρε...αλλά εγώ ήμουν πολύ διστακτική (περνούσα άσχημη φάση τότε)...και έτσι τελείωσε άδοξα η βραδυά...
Σκέφτομαι...τι θα μπορούσε να είχε γίνει αν ήμουν πιο ανοιχτή? Μετάνιωσα για τη στάση μου, για το ότι δεν μιλήσαμε πολύ, για το βλέμμα μου που απέφευγε το δικό του, για τον φόβο μου μην του δείξω τι αισθάνομαι...και για πολλά άλλα πράγματα...
Άραγε θα τον ξαναδώ?
Άραγε αν τον ξαναδώ θα με θυμάται?
Εγώ σίγουρα...για πολλούς λόγους...
Προσπάθησα από τότε πολλές φορές αλλά μάταια...κι έχω πέσει σε μελαγχολία...
Μακάρι να μου ξαναδωθεί η ευκαιρία!...

Crazy Chef said...

μαθηματα....

Tradescadia said...

Μούσκεμα μας έκανες πρωινιάτικο! Σ'έπιασε η άνοιξη για τα καλά ε;

Lee said...

Εφηβικοι ερωτες.
Τους θυμασαι και χαμογελας :)

it is said...

το πετάρισμα της καρδιάς μπροστά στο νέο, άγνωστο, η αμφιβολία για το αν συμβαίνει στ' αλήθεια, δεν έχουν υποκατάστατο...

από την άλλη θα συμφωνήσω και με tradescadia...


γαμώ και αυτό... έχεις καταντήσει εκνευριστικός ρε πούστη άντρα... :p

deadend mind said...

Ήθελα να ξαπλώσω στο βυθό, πάνω στη λευκή άμμο και να κοιτάω τα άστρα μέσα από το νερό.

τέλειο. αραγε να ζωγραφιζεται κιολας..