Tuesday, May 20, 2008

ΑΛΛΟΤΙΝΟΣ ΒΑΣΙΛΙΑΣ

Κάποτε είχα έναν πύργο.

Μου πήρε χρόνια να τον χτίσω, να σηκώσω τα τεράστια τείχη του, να στολίσω τις αίθουσες και να διακοσμήσω τις σάλες. Μόλις ετοιμάστηκε, έσκαψα μία τάφρο, τη γέμισα νερό και έριξα μέσα καρχαρίες να κολυμπάνε. Κλείδωσα όλες τις πόρτες, δύο και τρεις φορές. Ανέβασα κανόνια στις επάλξεις, τις πολεμίστρες τις έντυσα με ψεύτικα κεφάλια τεράτων, να τρομάζουν αυτούς που πέρναγαν από μακριά.

Μόλις τελείωσα το έργο μου, κάθισα στον θρόνο μου τον χρυσό, στην καρδιά του πύργου. Άναψα κεριά και έστρωσα μεγαλόπρεπο τραπέζι για τους καλεσμένους. Μα αυτοί δεν φάνηκαν. Πήγα μέχρι την κεντρική πύλη, κοντοστάθηκα και αφουγκράστηκα. Τίποτα. Ησυχία. Άνοιξα τις επτά κλειδαριές και σήκωσα τη δρύινη μπάρα. Νύχτα έξω. Κατέβασα την ξύλινη γέφυρα και πέρασα πάνω από τα σκοτεινά νερά της τάφρου, προχώρησα μέχρι τη στροφή του δρόμου. Τίποτα. Κανείς.

Νευρίασα. Αφού δεν θέλει να έρθει κανένας δεν πειράζει. Το μεγάλο, σκοτεινό μου καταφύγιο, θα στοιχειώσω μόνος μου, ας περνάνε οι άλλοι μακριά, σε λίγο καιρό θα βγούνε ιστορίες για φαντάσματα και στοιχειά και εμένα αυτό με βολεύει. Σε λίγο καιρό, βρύα θα σκαρφαλώσουν στις πόρτες και στα παράθυρα, κισσοί θα στολίσουν πένθιμα τα ακροκέραμα και τις κομψές υδρορροές. Σε λίγο καιρό οι άνθρωποι θα αλλάζουνε δρόμο, τρομαχτικός βασιλιάς εγώ και εκείνοι ασήμαντοι χωρικοί. Και όλα θα είναι εντάξει.

Έτσι σκέφτηκα.

Πέρασαν χρόνια. Τα μαλλιά μου σέρνονταν στο έδαφος, τα γένια μου μακριά και μπερδεμένα, κλαδάκια τα στόλιζαν και σκόνη. Μέσα στη μαύρη πανοπλία μου, ασφαλής, περιδιάβαινα τους σκοτεινούς διαδρόμους και έλεγχα ότι όλα είναι κλειστά. Στο πέρασμα μου, ιστοί κολλούσαν απάνω μου, δεν ασχολιόμουν να τους βγάλω. Αραιά και που, έπιανα την αντανάκλαση μου να με κοιτάζει μέσα από κάποιον καθρέφτη, μια λεία επιφάνεια, ένα σπαθί στον τοίχο. Τα μάτια μου δεν τα αναγνώριζα. Άφησα τις λείες επιφάνειες να θολώσουν, καρβούνιασα με δάδες τους καθρέφτες.

Κρυμμένος.

Και ένα βράδυ, καθισμένος στον θρόνο μου, χαμένος σε σκέψεις τρελές, ενοχλήθηκα από μία παραφωνία στον χώρο. Μία λευκή νότα στην αίθουσα τη μαύρη, να πεταρίζει φυλακισμένη. Ένα περιστέρι. Πώς μπήκε εδώ; Το κάστρο μου δεν είναι ασφαλές! Η παρείσακτη παρουσία πρέπει να πεθάνει. Κυνήγησα το περιστέρι σε δωμάτια και διαδρόμους, αυτό τρομαγμένο να χτυπάει σε πόρτες, έπιπλα και τοίχους. Ζαλισμένο, σταμάτησε να πετάει και κούρνιασε σε μία γωνιά, απροστάτευτο, αθώο, λευκό. Το έπιασα και του έστριψα τον λαιμό με μία κίνηση.

Και έγινε το σώμα του αέρας, λευκά πούπουλα με τύλιξαν, με κάλυψαν ολόκληρο. Και έγινε ο αέρας άνεμος και ο άνεμος, τυφώνας. Και άρχισε να καταστρέφει το σκοτάδι ο τυφώνας, διαλύοντας τα πάντα, σηκώνοντας θανατερή σκόνη και στάχτη. Το κάστρο άρχισε να τρέμει, έτρεξα να βγω έξω να σωθώ και τρέχοντας, έσπασε από πάνω μου η πανοπλία μου, ξεριζώθηκαν τα μαλλιά και τα γένια μου. Βγήκα γυμνός, πέρασα τη γέφυρα και στάθηκα τρομαγμένος, ανήμπορος, να βλέπω το κάστρο μου να πέφτει. Ένας σωρός από μαύρες πέτρες έμεινε στη θέση του πύργου. Όταν κατακάθισε η σκόνη, βρήκα μέσα στα συντρίμμια ένα πούπουλο από τα φτερά του περιστεριού. Έγινε μανδύας το πούπουλο και με τύλιξε, να με ζεστάνει.

Βγήκα στον δρόμο.

Προχωράω.

Υπάρχουν μυρωδιές εδώ έξω, καλοκαιρινή νύχτα, πυγολαμπίδες και δροσιά. Κάπου κοντά, ένα ποτάμι τραγουδάει. Μέσα σε μία συστάδα δέντρων, άνθρωποι είναι καθισμένοι γύρω από φωτιά, γελάνε μεθυσμένοι.

Θα πάω να καθίσω κοντά τους. Να με κεράσουν κρασί. Να φάμε μαζί.

Τα βλέμματα τους τα αναγνωρίζω.

Κάποτε βασιλιάδες ήταν όλοι τους, σε κάστρα που τα πήρε ο άνεμος.

Και έτσι

Ανήκω.

6 comments:

tuco said...

τι θα γίνει ρε φιλαράκο...
θ' αφήσεις κανένα πετούμενο ζωντανό ? τα λυώνεις, τα στραγγαλίζεις...τι κακό είναι τούτο...:)

ΥΓ. ΘΕΟΣ!!!!!!

Eric Draven said...

..........

έχεις το χάρισμα....

ένας εντελώς διαφορετικός τρόπος να δείξεις οτι ανήκεις κάπου!
Ένιωσα οτι πλησιάζει η ώρα να κάνω ανακαίνιση τον δικό μου πύργο...

Να είσαι καλά.

Tradescadia said...

Έτσι κλεινόμαστε σε κάστρα μέσα και οχυρωνόμαστε με τείχη, σκοτάδια και θολούς καθρέφτες. Μέχρι μια μέρα να μπει κάτι εκεί μέσα, θύμηση της ζωής που ξεχάστηκε. Αχτίδα φωτός, περιστέρι, κάτι ζωντανό. Και τότε είναι που όλα καταρρέουν και ξαναγεννιούνται από τις στάχτες τους. Μεγάλη αγκαλιά λυκόπουλο. Και φωτεινή.

Sideras said...

Είδες που έγινε μανδύας το πούπουλο και σε τύλιξε, να σε ζεστάνει…Ενώ εσύ το έσφαξες το καημένο το περιστέρι της νεράιδας της αλήθειας .Το πάθημα ελπίζω να σου έγινε μάθημα.

Όπως και να έχει, δεν πειράζει τώρα , ανήκεις εδώ στους ξεχασμένους βασιλιάδες, κάθισε στην παρέα τούς και δεν θα χάσεις… Εγώ απλά για την ώρα τους φιλοξενώ. Τι ειρωνεία εγώ, ο σιδεράς .Τώρα αντί πανοπλίες και λαμπερά σπαθιά, μου γυρεύουνε κανένα μισοφαγωμένο μανδύα, κανένα καρβέλι σάπιο ψωμί.
Έλα και εσύ θα σου πω τις ιστορίες του δάσους, να απαλύνει το μυαλό σου ,αλλά αύριο στα χωράφια του καινούργιου βασιλιά, κάτω από τον καινούργιο πύργο ,τα χέρια σου θα ματώσουν ,ώσπου να σκληραίνουν. Έτσι βλέπεις είναι ο έξω κόσμος από τον πύργο.

Egggod πολύ ωραία η ΟΝΕΙΡΟΠΥΛΗ σου αλήθεια .Λέω να την επισκέπτομαι συχνά. Καλή σου μέρα

Loth said...

Κάτι μου θύμισε αυτό εμένα...
Φοβισμένα παιδιά είναι με πληγές από δικά τους τέρατα.
Να πας και να μη φτιάξετε νέα οχυρά ποτέ ξανά...

Ματς

ceralex said...

Nαι, υπάρχουν..!
ΣυνεχίΖΕΙΣ!
Κόπιασε... βασιλειάδες όλοι,μας τα πήραν και τα σήκωσαν όλα, μα έμειναν αυτά...ΠόνοςΑγάπηΜοναξιάΘάνατος
ΈρωταςΜνήμηΝοσταλγία και τόόσα μα τόόσα χρώματα να μοιραστούμε!