Tuesday, May 27, 2008

ΠΑΡΑΛΟΓΙΣΜΟΙ


Σιωπή φωνούλα μου, σ' ακούω αλλά τώρα πρέπει λίγο να σωπάσεις να ακούσω τα κύματα και τον αέρα, στοιχεία της φύσης που έρχονται να με παρασύρουν σε παραλίες ερημικές, κάποτε παίζανε εκεί άνθρωποι, τώρα καβούρια τριγυρίζουν πεινασμένα με δαγκάνες αιχμηρές.
Κοιτάξτε ματάκια μου τα χρώματα τα ιερά, μαύρο και μπλε και κόκκινο του δέρματος, δέρμα κρυφό που βλέπουν μόνο λίγοι, πτυχές σάρκας ορκισμένες σε ένα όνομα, σάρκα σημαδεμένη από ενός τα δόντια.
Οταν ήμουνα παιδί ονειρευόμουν πως μεγαλώνοντας θα ήμουν ολόκληρος μα τώρα εδώ που έφτασα, παιδί θέλω να ξαναείμαι, να χτυπάω τα γόνατα μου και να τρέχω ουρλιάζοντας σε αγκαλιές, να κοιμάμαι και να ονειρεύομαι βερίκοκα, όχι αυτόν τον πόνο.
Τα όσα έγραψα σε πέτρα, με τα νύχια μου τώρα σβήνω, με αίμα βάφω τον βράχο της δικής μου ιστορίας και όποιος θα έρθει από δίπλα να με ακουμπήσει φιλικά, θα τον ποτίσω αγάπη.
Αχ, καρδιά μου, τι μου έχεις φταίξει και σε μεταχειρίζομαι έτσι, σαν νταβατζής που δεν γνωρίζει θεό ή δαίμονα, να κοιμηθώ, να κοιμηθώ στην αγκαλιά σου λίγο;
Δώσε μου λίγο χρόνο, να με βρω, να ξαναπώ αστεία και να χορέψω, να φτιάξω τα μαλλιά μου στον καθρέφτη που τα έχω άλουστα και έχουν μαζέψει σκόνη τα σεντόνια.
Ισως είναι για καλό τα αγκάθια, μπλέξανε στο ρούχο μου και με τραβάνε, να ξεκολλήσω πρέπει αλλά στην προσπάθεια θα χάσω σάρκα, το ξέρω.
Πονάω.
Αλήθεια λέω.
Νίκησα σε αγώνες αλλοτινούς, έφερα λάφυρα και χρυσάφια από τις εκστρατείες μου τις λατρεμένες, κολύμπησα σε γάλα και μέλι, να με στεγνώσει κανείς δεν έχει μείνει, ένα πανί σκισμένο που θα τρίψω μόνος μου πάνω στο σώμα μου.
Τι είναι αυτό που με κάνει να θέλω ουρανό αλλά πεινάω μόνο για λάσπη;
Ολόκληρα έπη έχω φτιάξει μέσα στο κεφάλι μου, μα μόλις βγαίνουν, σονέτα γίνονται και χάνεται η ουσία.
Υστατο χτύπημα και τελειωτικό - το βλέμμα μου το πρωί.
Μουχλιάζει η ίριδα μου, την κρύβω πίσω από γυαλιά ηλίου, τα σκυλιά με καταλαβαίνουν και γαβγίζουν σαν περνώ.
Είμαι ανάσα, λαχάνιασμα, άπνοια, λυγμός και βογκητό.
Σε μένα θα ξεσπάσω.
Αλλιώς ας έρθει εκείνος που θα μου πει πως ήμουν πάντα ο θεός μου.
Μονάχα μία χάρη να ζητήσω, αν επιτρέπεται σε θύτες να ζητάνε, αν γίνεται, να πάρω μαζί μου ένα μαξιλάρι και λίγο σκόνη, το μαξιλάρι είναι για όνειρα που μου χρωστάω, η σκόνη είναι από ένα τριαντάφυλλο που δεν αγόρασα ποτέ γιατί έκανε πέντε ευρώ.
Ούτε εγώ με ξέρω πια και έχω φοβηθεί τόσο που τα βράδια βογκάω.
Υλη είμαι ή μήπως μία παραφωνία ενός βάρδου σε κουτούκι μεσαιωνικό;

Τι λέω;
Σβήστα όλα.
Γύρνα πίσω.

Στην πρώτη λέξη του κειμένου.

4 comments:

Φαίδρα φις said...

έχει σπουδαία σημασία αυτή η επιστροφή στην σιωπή...,
ωραία σύνθεση,διφορούμενη και ευαίσθητη,
μα,οι σπονδές δεν καθαγιάζουν τους μικρούς θανάτους,
το πολύ πολύ να τους κάνουν με κάποιο τρόπο πιο γλυκό ν'αντέχονται,
τουλάχιστον στο βαθμό που η πνευματική τους άρση ανήκει στο βασίλειο μιας ανάστασης...,
ξεκίνα δυνατά και βημάτιζε ως εκεί που αξίζει...

σήμερα θα πάρω τσόφλι,μα νόμιζα πως είπες πως δε θες να είσαι άλλο αυγοθεός...,

καλημέρα

EggGod said...

Δεν θέλω να είμαι, αλήθεια. Αλλά είμαι πιο πολύ από ποτέ.
Καλημέρα

Eric Draven said...

α ρε μπαγάσα, έχεις έναν μοναδικό τρόπο να μας ταξιδεύεις μακριά και ειλικρινά σε θαυμάζω γι αυτό.

Να είσαι καλά φίλε μου.

Lee said...

Η φωνούλα δεν σωπαινει ποτε, δεν μασαει ουτε μπροστα στα πιο εκκωφαντικα φαινόμενα της φυσης. Νομιζω πρεπει να κουβεντιασεις μαζι της, δεν μπορεις αιωνια να κρυβεσαι πισω απο χαμηλα ποτηρια με παγακια και σκουρα γυαλια ηλιου...