Tuesday, May 27, 2008

ON THE WALL


Χτες έπλυνα το σουρωτήρι από τα μακαρόνια. Είπα να ξεκινήσω με αυτό. Τρεις βδομάδες άπλυτο, αλλά πόσο βρώμικο μπορεί να είναι ένα σουρωτήρι;

Κόπηκα με ένα ξεραμένο μακαρόνι.

Δηλαδή

κόπηκα με ένα μακαρόνι.

Να μια πρόταση που δεν πίστευα πως θα έλεγα ποτέ. Θες να ακούσεις και άλλη μία;

Καθρέφτη, καθρεφτάκι μου, θα σε βράσω με πράσα και λάχανα να σε φάω και να σε χέσω αγαλματάκι, μπιζού να σε βάλω στη βιβλιοθήκη μου.

Γιατί τώρα τελευταία αγαπημένε μου καθρέφτη

δεν παλεύεσαι.

ΠΑΡΑΛΟΓΙΣΜΟΙ


Σιωπή φωνούλα μου, σ' ακούω αλλά τώρα πρέπει λίγο να σωπάσεις να ακούσω τα κύματα και τον αέρα, στοιχεία της φύσης που έρχονται να με παρασύρουν σε παραλίες ερημικές, κάποτε παίζανε εκεί άνθρωποι, τώρα καβούρια τριγυρίζουν πεινασμένα με δαγκάνες αιχμηρές.
Κοιτάξτε ματάκια μου τα χρώματα τα ιερά, μαύρο και μπλε και κόκκινο του δέρματος, δέρμα κρυφό που βλέπουν μόνο λίγοι, πτυχές σάρκας ορκισμένες σε ένα όνομα, σάρκα σημαδεμένη από ενός τα δόντια.
Οταν ήμουνα παιδί ονειρευόμουν πως μεγαλώνοντας θα ήμουν ολόκληρος μα τώρα εδώ που έφτασα, παιδί θέλω να ξαναείμαι, να χτυπάω τα γόνατα μου και να τρέχω ουρλιάζοντας σε αγκαλιές, να κοιμάμαι και να ονειρεύομαι βερίκοκα, όχι αυτόν τον πόνο.
Τα όσα έγραψα σε πέτρα, με τα νύχια μου τώρα σβήνω, με αίμα βάφω τον βράχο της δικής μου ιστορίας και όποιος θα έρθει από δίπλα να με ακουμπήσει φιλικά, θα τον ποτίσω αγάπη.
Αχ, καρδιά μου, τι μου έχεις φταίξει και σε μεταχειρίζομαι έτσι, σαν νταβατζής που δεν γνωρίζει θεό ή δαίμονα, να κοιμηθώ, να κοιμηθώ στην αγκαλιά σου λίγο;
Δώσε μου λίγο χρόνο, να με βρω, να ξαναπώ αστεία και να χορέψω, να φτιάξω τα μαλλιά μου στον καθρέφτη που τα έχω άλουστα και έχουν μαζέψει σκόνη τα σεντόνια.
Ισως είναι για καλό τα αγκάθια, μπλέξανε στο ρούχο μου και με τραβάνε, να ξεκολλήσω πρέπει αλλά στην προσπάθεια θα χάσω σάρκα, το ξέρω.
Πονάω.
Αλήθεια λέω.
Νίκησα σε αγώνες αλλοτινούς, έφερα λάφυρα και χρυσάφια από τις εκστρατείες μου τις λατρεμένες, κολύμπησα σε γάλα και μέλι, να με στεγνώσει κανείς δεν έχει μείνει, ένα πανί σκισμένο που θα τρίψω μόνος μου πάνω στο σώμα μου.
Τι είναι αυτό που με κάνει να θέλω ουρανό αλλά πεινάω μόνο για λάσπη;
Ολόκληρα έπη έχω φτιάξει μέσα στο κεφάλι μου, μα μόλις βγαίνουν, σονέτα γίνονται και χάνεται η ουσία.
Υστατο χτύπημα και τελειωτικό - το βλέμμα μου το πρωί.
Μουχλιάζει η ίριδα μου, την κρύβω πίσω από γυαλιά ηλίου, τα σκυλιά με καταλαβαίνουν και γαβγίζουν σαν περνώ.
Είμαι ανάσα, λαχάνιασμα, άπνοια, λυγμός και βογκητό.
Σε μένα θα ξεσπάσω.
Αλλιώς ας έρθει εκείνος που θα μου πει πως ήμουν πάντα ο θεός μου.
Μονάχα μία χάρη να ζητήσω, αν επιτρέπεται σε θύτες να ζητάνε, αν γίνεται, να πάρω μαζί μου ένα μαξιλάρι και λίγο σκόνη, το μαξιλάρι είναι για όνειρα που μου χρωστάω, η σκόνη είναι από ένα τριαντάφυλλο που δεν αγόρασα ποτέ γιατί έκανε πέντε ευρώ.
Ούτε εγώ με ξέρω πια και έχω φοβηθεί τόσο που τα βράδια βογκάω.
Υλη είμαι ή μήπως μία παραφωνία ενός βάρδου σε κουτούκι μεσαιωνικό;

Τι λέω;
Σβήστα όλα.
Γύρνα πίσω.

Στην πρώτη λέξη του κειμένου.

ΤΟ ΟΜΟΡΦΟΤΕΡΟ ΟΝΕΙΡΟ ΠΟΥ ΕΙΔΑ

Είναι χαρά μου που συμμετέχω στη πρώτη ψηφιακή- εκδοτική προσπάθεια του artbomber.com.
Είναι χαρά μου που βλέπω τον ιστό να μεγαλώνει, τις φωνές να πληθαίνουν, τον κόσμο να έρχεται κοντά.
Μπράβο στα παιδιά για τη κίνηση.
Καλή συνέχεια και εις ανώτερα.

Τις 15 ιστορίες μπορείτε να τις κατεβάσετε δωρεάν από εδώ.

Αν και ψηφιακές αυτές οι ιστορίες
μυρίζουν όλες χώμα και ουρανό.


Καλή ανάγνωση

Saturday, May 24, 2008

ΒΡΟΧΗ ΤΟΥ ΜΑΗ

Βροχή.
Τρέχει ο κόσμος να κρυφτεί, με εφημερίδες και ομπρέλες των πέντε ευρώ.
Μία άκακη βροχή, καλοκαιρινή, ίσα που έχουν μαζευτεί μερικά σύννεφα, συμμορία περαστική στον ουρανό.
Η βροχή φυλακίζει τη σκόνη του μεσημεριού στο έδαφος.
Μικρά ρυάκια στους δρόμους που όλοι υπερπηδάνε χωρίς πρόβλημα.
Δέντρα αναπνέουν με μεγαλύτερη ευκολία.

Ένας άνθρωπος στέκεται στη μέση ενός χωραφιού. Έχει ανοίξει το πουκάμισο του, το κεφάλι του στραμμένο προς τα πάνω. Δεν τον νοιάζει που βρέχεται.
Ένα δέντρο είναι και αυτός.
Μία σταγόνα γίνεται με κάθε σταγόνα.
Ο ουρανός τον ποτίζει και η καρδιά του μεγαλώνει.

Τρέχουν οι άνθρωποι να κρυφτούν από τη βροχή.
Αυτός για κάποιον λόγο

βαρέθηκε να τρέχει.

Friday, May 23, 2008

SALTO MORTALE


Ακούμπησε απαλά το κραγιόν στα χείλη του, τελευταία πινελιά, μετά με πούδρα κάλυψε το πρόσωπο του και με ένα χαρτομάντιλο εξαφάνισε τις ατέλειες. Σηκώθηκε και ο μαιτρ του έκανε νόημα. Ήταν ώρα.
Έβαλε την κόκκινη μύτη και πέρασε τη κουρτίνα.
Κατάμεστο το τσίρκο, φωνές και χειροκροτήματα, προβολείς δυνατοί τον τυφλώνουν. Από τα μεγάφωνα τον αναγγέλλουν. Σκουντουφλάει και πέφτει και όλοι ξεκαρδίζονται.
Υποκλίνεται και αρχίζει το νούμερο του. Το ίδιο κάθε βράδυ απλά σε διαφορετική πόλη, σε διαφορετικές φάτσες, αυτές οι φάτσες που είναι μόνο δόντια και στόματα που γελάνε, γελάνε. Κάνει το νούμερο του και είναι αλλού. Γελάει μόνο το μακιγιάζ του, αυτός κοιμάται μέσα του.
Πετάει ένα ποτήρι νερό στη μούρη του.
Σπάει ένα βάζο στο κεφάλι του.
Κάνει ποδήλατο και πέφτει και τσακίζεται.
Πάει να φάει μία μπανάνα και του μπαίνει στο μάτι.
Μετά γλιστράει στη φλούδα της.
Είναι νεκρός ο κλόουν αυτός και κανείς δεν το ξέρει, όλοι γελάνε.
Πάει για το φινάλε.
Ανεβαίνει την ανεμόσκαλα.
Ψηλά, πάνω από τον κόσμο, στη κορυφή της τέντας, μυρμήγκια όλοι κάτω.
Πρέπει να βουτήξει στο στρώμα, το 'χει κάνει άπειρες φορές.
Με το τράβηγμα ενός λεπτού σκοινιού, θα του βγει το παντελόνι στον αέρα.
Θα προσγειωθεί φορώντας μία τεράστια βράκα και όλοι θα σκάσουν στα γέλια.

Είναι στην άκρη.
Χαιρετάει.
Βουτάει στο κενό.


Είναι απίστευτο πως μία μικρή κλίση, μία μικρή αλλαγή στις μοίρες της πορείας σου, μία ανεπαίσθητη στροφή στο μέσα σου, μπορεί να τα τελειώσει όλα.

Ή να τα αρχίσει.

Tuesday, May 20, 2008

ΑΛΛΟΤΙΝΟΣ ΒΑΣΙΛΙΑΣ

Κάποτε είχα έναν πύργο.

Μου πήρε χρόνια να τον χτίσω, να σηκώσω τα τεράστια τείχη του, να στολίσω τις αίθουσες και να διακοσμήσω τις σάλες. Μόλις ετοιμάστηκε, έσκαψα μία τάφρο, τη γέμισα νερό και έριξα μέσα καρχαρίες να κολυμπάνε. Κλείδωσα όλες τις πόρτες, δύο και τρεις φορές. Ανέβασα κανόνια στις επάλξεις, τις πολεμίστρες τις έντυσα με ψεύτικα κεφάλια τεράτων, να τρομάζουν αυτούς που πέρναγαν από μακριά.

Μόλις τελείωσα το έργο μου, κάθισα στον θρόνο μου τον χρυσό, στην καρδιά του πύργου. Άναψα κεριά και έστρωσα μεγαλόπρεπο τραπέζι για τους καλεσμένους. Μα αυτοί δεν φάνηκαν. Πήγα μέχρι την κεντρική πύλη, κοντοστάθηκα και αφουγκράστηκα. Τίποτα. Ησυχία. Άνοιξα τις επτά κλειδαριές και σήκωσα τη δρύινη μπάρα. Νύχτα έξω. Κατέβασα την ξύλινη γέφυρα και πέρασα πάνω από τα σκοτεινά νερά της τάφρου, προχώρησα μέχρι τη στροφή του δρόμου. Τίποτα. Κανείς.

Νευρίασα. Αφού δεν θέλει να έρθει κανένας δεν πειράζει. Το μεγάλο, σκοτεινό μου καταφύγιο, θα στοιχειώσω μόνος μου, ας περνάνε οι άλλοι μακριά, σε λίγο καιρό θα βγούνε ιστορίες για φαντάσματα και στοιχειά και εμένα αυτό με βολεύει. Σε λίγο καιρό, βρύα θα σκαρφαλώσουν στις πόρτες και στα παράθυρα, κισσοί θα στολίσουν πένθιμα τα ακροκέραμα και τις κομψές υδρορροές. Σε λίγο καιρό οι άνθρωποι θα αλλάζουνε δρόμο, τρομαχτικός βασιλιάς εγώ και εκείνοι ασήμαντοι χωρικοί. Και όλα θα είναι εντάξει.

Έτσι σκέφτηκα.

Πέρασαν χρόνια. Τα μαλλιά μου σέρνονταν στο έδαφος, τα γένια μου μακριά και μπερδεμένα, κλαδάκια τα στόλιζαν και σκόνη. Μέσα στη μαύρη πανοπλία μου, ασφαλής, περιδιάβαινα τους σκοτεινούς διαδρόμους και έλεγχα ότι όλα είναι κλειστά. Στο πέρασμα μου, ιστοί κολλούσαν απάνω μου, δεν ασχολιόμουν να τους βγάλω. Αραιά και που, έπιανα την αντανάκλαση μου να με κοιτάζει μέσα από κάποιον καθρέφτη, μια λεία επιφάνεια, ένα σπαθί στον τοίχο. Τα μάτια μου δεν τα αναγνώριζα. Άφησα τις λείες επιφάνειες να θολώσουν, καρβούνιασα με δάδες τους καθρέφτες.

Κρυμμένος.

Και ένα βράδυ, καθισμένος στον θρόνο μου, χαμένος σε σκέψεις τρελές, ενοχλήθηκα από μία παραφωνία στον χώρο. Μία λευκή νότα στην αίθουσα τη μαύρη, να πεταρίζει φυλακισμένη. Ένα περιστέρι. Πώς μπήκε εδώ; Το κάστρο μου δεν είναι ασφαλές! Η παρείσακτη παρουσία πρέπει να πεθάνει. Κυνήγησα το περιστέρι σε δωμάτια και διαδρόμους, αυτό τρομαγμένο να χτυπάει σε πόρτες, έπιπλα και τοίχους. Ζαλισμένο, σταμάτησε να πετάει και κούρνιασε σε μία γωνιά, απροστάτευτο, αθώο, λευκό. Το έπιασα και του έστριψα τον λαιμό με μία κίνηση.

Και έγινε το σώμα του αέρας, λευκά πούπουλα με τύλιξαν, με κάλυψαν ολόκληρο. Και έγινε ο αέρας άνεμος και ο άνεμος, τυφώνας. Και άρχισε να καταστρέφει το σκοτάδι ο τυφώνας, διαλύοντας τα πάντα, σηκώνοντας θανατερή σκόνη και στάχτη. Το κάστρο άρχισε να τρέμει, έτρεξα να βγω έξω να σωθώ και τρέχοντας, έσπασε από πάνω μου η πανοπλία μου, ξεριζώθηκαν τα μαλλιά και τα γένια μου. Βγήκα γυμνός, πέρασα τη γέφυρα και στάθηκα τρομαγμένος, ανήμπορος, να βλέπω το κάστρο μου να πέφτει. Ένας σωρός από μαύρες πέτρες έμεινε στη θέση του πύργου. Όταν κατακάθισε η σκόνη, βρήκα μέσα στα συντρίμμια ένα πούπουλο από τα φτερά του περιστεριού. Έγινε μανδύας το πούπουλο και με τύλιξε, να με ζεστάνει.

Βγήκα στον δρόμο.

Προχωράω.

Υπάρχουν μυρωδιές εδώ έξω, καλοκαιρινή νύχτα, πυγολαμπίδες και δροσιά. Κάπου κοντά, ένα ποτάμι τραγουδάει. Μέσα σε μία συστάδα δέντρων, άνθρωποι είναι καθισμένοι γύρω από φωτιά, γελάνε μεθυσμένοι.

Θα πάω να καθίσω κοντά τους. Να με κεράσουν κρασί. Να φάμε μαζί.

Τα βλέμματα τους τα αναγνωρίζω.

Κάποτε βασιλιάδες ήταν όλοι τους, σε κάστρα που τα πήρε ο άνεμος.

Και έτσι

Ανήκω.

Saturday, May 17, 2008

Το να έρπεσαι δεν είναι ακινησία


"And when I fall
I have the strength to learn the steps
And crawl into the pain
Sometimes the mirror is cruel"

Your chosen misery - Warrel Dane

Πόσο μου αρέσει το σκοτάδι μου. Να μείνω άπλυτος για δέκα μέρες, αξύριστος και βδελυρός, να μη με κοιτάει άνθρωπος. Τα ρούχα μου όλα τσαλακωμένα, δεν ξέρω να σιδερώνω. Πιάτα άπλυτα, σκουπίδια παντού, κάδρα ακίνητα στους τοίχους, να τα πετάξω όλα, να τους αφήσω κενούς τους τοίχους, σαν εμένα τώρα.
Πόσο με έχασα;
Είχαμε δει μαζί το Fountain. Για τον θάνατο μίλαγε, μία υπέρτατη και ιδανική συμφιλίωση μαζί του. Θυμάσαι;
Νεκρά μόρια με απαρτίζουν. Είμαι μία σκιά σε έναν ερημικό τοίχο που τρομάζει τους περαστικούς. Είμαι όλη μου η ζωή, αδιόρθωτη μα τόσο σωστή στο σύνολο της. Εγώ, που πάντα θα γελάω-
ουρλιάζω. Τις τελευταίες μέρες ουρλιάζω. Τώρα ουρλιάζω. Άργησα μη σου πω.
Πόσο με έχασα;
Το κεφάλι μου πονάει και η πλάτη μου είναι πιασμένη, θα με τρίψεις; Όχι. Θα πάρω ένα χαπάκι και θα ξαπλώσω. Θα μου περάσει. Πρέπει να αλλάξω τα σεντόνια και να ποτίσω τα λουλούδια. Πρέπει να βάλω στον εαυτό μου το καλό του το κοστούμι και να τον θάψω. Άλλος πρέπει να γίνω. Πέθανα.
Πέθανα μάτια μου.
Πέθανα.
Πέθανα.
Καρδιά μου, σε σκότωσα και σένα.
Ατύχημα στη εθνική και κοίτα αλλού. Ήπια πριν οδηγήσω και φύγαμε για ταξιδάκι τελεσίδικο. Κάποιος να πάρει τους συγγενείς μας. Τι έκανα; Χριστέ μου τι έκανα;

ΕΚΑΝΑ ΟΤΙ ΝΟΜΙΖΑ ΠΩΣ ΕΙΝΑΙ ΣΩΣΤΟ ΚΑΙ ΑΝΤΕ ΓΑΜΗΣΟΥ

Θα πάω να γαμηθώ και γω.
Με άλλα κορμιά να σβήσω ουλές. Στην αρχή θα τρέχω στο μπάνιο και θα κάνω εμετό. Δεν είναι το ίδιο άρωμα. Δεν είναι ο ίδιος ιδρώτας. Αλλά θα είναι κάτι ζωντανό. Τα πτώματα δεν είναι φτιαγμένα για να σμίγουν. Και άμα αυτό είναι σκληρό να το σκέφτεσαι, είναι σκληρότερο να το ζεις.
Τρομάξανε οι φίλοι. Τους δαγκώνω χωρίς να το θέλω. Όσοι καταλαβαίνουν θα μείνουν. Οι υπόλοιποι θα τρέξουν μακριά. Τι να κάνω;
έπεσα
έσπασα τα μούτρα μου
θα σηκωθώ
και όταν δεν το 'χω, θα με σηκώνουν άλλοι
έτσι πάει

Και άλλες φορές δεν πάει καθόλου. Είναι άδικο. Είναι άδικο να είμαι αυτός που είμαι, να νιώθω αυτά που νιώθω, να νιώθω γενικά. Είναι άδικο. Σε ποιον έφταιξα και τώρα πέφτουν οι σάρκες μου κάτω; Λήθη θέλω, αποχαύνωση και ηλιθιότητα, να είμαι ευτυχισμένος μέσα στο αβγό μου.

Να μιλήσουμε σοβαρά;
Με τρόμαξε ο καθρέφτης.
Βασικά με τρόμαζε πάντα και το ξέρεις, το κατάλαβες και δεν είπες κουβέντα. Σε μισώ. Σε μισώ τόσο πολύ που σ' αγαπάω.
Με αηδίασα κάποια στιγμή, ένα πρωί που έφτιαξα καφέ μόνος μου, έξω πρωί και ήταν νύχτα ακόμα. Και είπα να τα αλλάξω όλα.

Και θα το κάνω.
Μου το ορκίζομαι.
Πέθανα.
Με ακούς;

Άλλος είμαι, με αίμα γράφεται το καινούργιο μου όνομα.
Να φύγεις καρδιά μου.
Να γράψεις το καινούργιο το δικό σου όνομα με ό,τι θες εσύ.

Στην ονειροπύλη μου να μην ξανάρθεις.

Σε ευχαριστώ για τον παράδεισο.

Αλλά είναι η κόλαση μου που θα με κάνει καλύτερο, όχι τα πούπουλα. Και εκεί που πάω δεν είναι για σένα.

Κοίτα να δεις που τελικά και άθεος να είσαι, πιστεύεις.
Εδώ
τώρα
στο άδειο δωμάτιο
ένα πτώμα μπροστά σε ένα υπολογιστή ψιθυρίζει προσευχές
ξανά και ξανά και ξανά και ξανά και ξανά και ξανά και ξανά

ΑΒΓΟΘΕΟΣ ΔΕΝ ΘΕΛΩ ΝΑ ΕΙΜΑΙ ΠΙΑ

Monday, May 12, 2008

LEPIDOPTERA INSECTA


Η πρώτη ήρθε σε μένα με ήχο πρώτα.
Με το που μπήκα στο σπίτι και έκλεισα πίσω μου την πόρτα, στα αυτιά μου έφτασε ένας ανεπαίσθητος ήχος από το υπνοδωμάτιο. Βασικά δύο ήχοι, διαδοχικοί, πολύ κοντά ο ένας στον άλλο και με σταθερή συχνότητα.
Ρρρρρρρρ
Φαπ
Ρρρρρρρρ
Φαπ
Σαν ένα ξεφύλλισμα σελίδων, ακολουθούμενο από ένα απότομο, υγρό, χτύπημα.
Έντομο.
Μεγάλο.

Προχώρησα βλαστημώντας μέχρι την πόρτα του δωματίου και άναψα το φως και εκεί ήταν. Μία παχιά, μεγάλη, καφετιά νυχτοπεταλούδα, να πετάει κυκλικά και μετά να χτυπάει το σώμα της στο ταβάνι. Όμως, η φωτοχυσία έφερε ριζική αλλαγή στο μοτίβο της συμπεριφοράς της. Ο μεγάλος ήλιος ήρθε να την λυτρώσει από το άγνωστο σκοτάδι στο οποίο είχε χαθεί για τόσες ώρες. Όρμηξε λαίμαργα προς την λάμπα και άρχισε να την πολιορκεί, να χτυπάει πάνω στο καυτό γυαλί και να ζαλίζεται, να ξαποσταίνει λίγο στο ταβάνι και μετά πάλι να ορμάει, αυτή η αηδιαστικά όμορφη ύπαρξη με τα τριχωτά πόδια και τα τεράστια φτερά.
Ρρρρρρρρ
Τινκ
Ρρρρρρρρ
Τινκ
Έπρεπε να την σκοτώσω, δεν είχα επιλογή, έπρεπε να πεθάνει. Πήρα μία μεγάλη πετσέτα και προσπάθησα να συντονιστώ με το ξέφρενο πέταγμα της. Και έτσι οι δυο μας χορέψαμε για κάνα πεντάλεπτο. Ώσπου η πετσέτα μου, της αφαίρεσε την πτήση της και προσγειώθηκε στο πάτωμα βίαια. Δεν την έδωσα ούτε ένα δευτερόλεπτο. Αλήθεια ορκίζομαι, πριν την πατήσω, σαν να είδα το κεφαλάκι της να γυρίζει προς το μέρος μου.
Την πέταξα στα σκουπίδια, νιώθοντας το βάρος της, τον όγκο της μέσα στο χαρτί τουαλέτας που χρησιμοποίησα, την άφησα καυλωμένος για την νίκη μου και την έσβησα από το μυαλό μου στιγμιαία.

Δύο νύχτες αργότερα, οι πεταλούδες ήταν δύο μέσα στο σπίτι.
Αυτές με επισκέφτηκαν ενώ έβλεπα τηλεόραση. Πετάχτηκα με τρόμο απάνω, μη μπορώντας να πιστέψω αυτό που τα μάτια μου έβλεπαν. Φωλιά; Δεν μπορεί. Τα λεπιδόπτερα δεν κάνουν φωλιές. Μπορεί να συγκεντρώνονται στην αναζήτηση φαγητού κοντά σε λάμπες, αλλά φωλιά; Όχι. Κάτι άλλο είναι εδώ.
Έμεινα όρθιος, αναλογιζόμενος τη σημασία της διπλής εμφάνισης. Να τις αφήσω να ζήσουν; Ήρθαν να πάρουν εκδίκηση; Κινδυνεύω;
Μία πέταξε κοντά στο κεφάλι μου και μετά προσγειώθηκε πάνω στον καναπέ, όπου έμεινε να με χαζεύει. Σε λίγο, ήρθε κοντά της και η δεύτερη. Μια αναμέτρηση λοιπόν.
Έκανα ένα βήμα προς το μέρος τους και δεν κουνήθηκαν. Κι άλλο βήμα. Κάθισα στον καναπέ. Εκεί ακόμα, ένα ελαφρύ πετάρισμα στα φτερά, τίποτα άλλο. Πλησίασα το πρόσωπο μου στα σώματα τους. Χοντρά κορμιά, τριχωτά πόδια, τεράστια χνουδωτά φτερά με χρώματα καφετιά και γκρίζα, κεραίες.
Φίλησα τη μία από τις δύο.
Δεν κουνήθηκε.
Φίλησα και την άλλη.

Ακόμα καθισμένος στον καναπέ είμαι. Γυμνός.
Τώρα μέσα στο σπίτι μου πρέπει να είναι πάνω από χίλιες, δύο χιλιάδες. Κάθομαι ακίνητος και τις κοιτάζω που πετάνε τριγύρω, ένα σύννεφο από φτερά και πόδια και κεραίες. Έχω τα χέρια μου απλωμένα, τα πόδια μου ανοιχτά. Περπατάνε απάνω μου και με σκεπάζουν άμα κρυώνω. Με διασκεδάζουν με το πέταγμα τους και με καθαρίζουν συνεχώς. Δεν πηγαίνω καν στην τουαλέτα. Τρώνε ότι παράγω. Όταν θελήσω, τυλίγονται γύρω από τον πούτσο μου και με ελαφρά αγγίγματα με φέρνουν σε οργασμό, κολλάνε στις τρίχες που καλύπτουν τα σκέλια μου. Πίνουν ότι εκκρίνω. Οι ερωμένες μου.
Τα σώματα τους μυρίζουν κάστανα.

Κάποιες φορές, κάθομαι με το στόμα ανοιχτό και μπαίνουν μέσα, με σειρά, κάνουν ουρές στα μάγουλα μου για να κοινωνήσουνε το σάλιο μου και να καθαρίσουν τα δόντια μου.

Και άμα πεινάσω

απλά κλείνω το στόμα μου και μασάω.

Saturday, May 10, 2008

ΕΞΕΡΕΥΝΗΤΗΣ

"We wont follow the sun in its course. We will follow the moon in its curse." - Wilde

Ένας αναπτήρας στο αριστερό μου χέρι.
Διάδρομος αρχαίου τάφου, δεν έχει ξαναπατήσει ανθρώπου πόδι εδώ, είμαι εγώ ο πρώτος αρχαιολόγος-εξερευνητής-ποιητής-ζωή.
Μούχλα παντού, μούχλα, σκόνη, μούχλα, αρχαίο μυρίζει εδώ μέσα.
Τι σε τρομάζει σε έναν τάφο, ξέρεις;
Θα σου πω εγώ.
Σε τρομάζει το κρύο που δεν μπορείς να το διώξεις.
Σε τρομάζει το οριστικό.
Σε τρομάζει η σήψη ονείρων.
Σε τρομάζει αυτό που μένει μετά να σε θυμίζει. Τι ήσουνα; Ήσουνα αυτό το σώμα; Τι έμεινε;
Ιερογλυφικά στου τοίχους, κανείς δεν τα 'χει δει αυτά και όμως, σαν να έχω ξανάρθει. Ο διάδρομος οδηγεί σε μία χαμηλή καμάρα, πέρασμα, η φλόγα του αναπτήρα τρεμοπαίζει από την ησυχία. Η ανάσα σου είναι μουσική βέβηλη, που περπατάς; Γύρνα πίσω βρε χαζέ. Τι πας να εξερευνήσεις;
Θολωτή αίθουσα, χρυσάφια και χαλιά. Σιωπή. Σιωπή. Βαθιά.
Μία σαρκοφάγος περιμένει. Στην λάμψη από τον αναπτήρα μοιάζει να αναπνέει. Πώς μπήκες εδώ μέσα; Τι γυρεύουν τα μάτια σου τόσο διψασμένα;
Περνάει ώρα για να καταλάβω ότι είμαι τρομαγμένος, τόσο που τα πόδια μου τρέμουν και η σπονδυλική στήλη μου, έχει τεντωθεί, σε επιφυλακή είμαι. Ησυχία.
Ποιο είναι αυτό το δωμάτιο; Κάτω από ποια παιδικά σεντόνια το ονειρεύτηκες; Γιατί ξαναγύρισες σε αυτό;
Κρύο.
Κρύο.
Το θάρρος μου το ξακουστό με έφερε εδώ και η βλακεία μου. Να βγω δεν μπορώ. Αρχέγονα, ιερά μυστικά ξυπνάνε στις σκιές, κοινή γνώση για τους χαμένους, μυστήρια για μένα. Ο αφελής. Που ήρθα;

Ο αναπτήρας τελειώνει, σβήνει.
Στέκομαι στο απόλυτο σκοτάδι.
Τα μάτια μου ατενίζουν τυφλά.
Κρύο.
Και μέσα στο σκοτάδι, από κάπου δίπλα μου μία φωνή, σκονισμένη φωνή, αρχαία.

"Πού ήσουν;"

Ναι
Τώρα θυμάμαι

Friday, May 09, 2008

Είναι ωραία εδώ μέσα.
Έλα.
Έλα να σε ξεναγήσω.
Εκείνο το κουβάρι εκεί πέρα είναι τα συμπλέγματα μου. Μη δίνεις σημασία.
Αυτό που σου μυρίζει άσχημα είναι οι κάλτσες μου. Πολλά άπλυτα μαζεύτηκαν.
Θα με κάνεις μπάνιο;
Τι λέω;
Εννοώ
εδώ μέσα κάνει μόνο γκρίζο.
Με πειράζουν εγωιστικά πράγματα γιαυτό δεν τα αναφέρω.
Μία γόπα σε ένα τασάκι. Έχω να το αδειάσω τρεις ώρες. Αυτή η ουρίτσα κάτω από τον καναπέ είναι η γάτα μου. Έχει τρομάξει και δεν λέει να βγει από κει. Με πήρε χαμπάρι και απόψε με μισεί.
Μην προσπαθήσεις καν το παράθυρο.
Άστο.
Το' χω προσπαθήσει άπειρες φορές. Κολλημένο είναι.

Προσπέρνα

Είναι το αβγό μου εδώ και είναι ωραία.

Φεύγα σου λέω
Τρέχα.

Έλα πάρε τον πούλο.
Μείνε λίγο.

Ίσα μέχρι να ξημερώσει που δεν μου κολλάει ύπνος.

Αχχχχ
χαχαχα
χαχ
χχχρρρ
χαχα

ΦΥΛΛΟ ΝΑ ΕΙΜΑΙ ΣΕ ΤΥΦΩΝΑ ΜΕΣΑ
Θα πάω να με πιάσω
Να κάνω ένα τσιγάρο πρώτα

Να προσποιηθώ ότι είναι το δωμάτιο γεμάτο και εγώ μιλάω σε κάποιον πάνω από την μουσική.

Άδειο είναι το δωμάτιο. Μιλάω μόνος μου.

Και η γάτα δεν λέει να ξεμυτίσει.
Την τρόμαξα απόψε.
Απ' την ουρά θα την τραβήξω από κει κάτω, να την αγκαλιάσω με το ζόρι.

Monday, May 05, 2008

Re: Re: Forward

by Egggod

Σε ένα ψηφιακό μονόδρομο θα πάρω τα μέτρα μου να γίνω πιο πολύ εμένα μετρώντας χτύπους καρδιάς αντί για τέμπο, ουάου δες με να χορεύω-η κίνηση μου αργεί και χάνει καρέ, είμαι σαν να χορεύω μέσα σε ένα πυροτέχνημα, η φλόγα δεν με καίει, είναι από αυτή που έχει φτιαχτεί ο κόσμος και το ξέρω, το ξέρω κάθε φορά που πιάνω το πινέλο, που ακουμπάω τα πλήκτρα, που ξαπλώνω μέσα σου, γίνομαι καλύτερος κυρίως μέσα από τις αποτυχίες μου, αρκεί να μου δώσεις την ευκαιρία να σε βγάλω για ένα καφέ, δώσε μου την ευκαιρία να αποκατασκευάσω πλήρως μπροστά σου της σκέψης μου το οικοδόμημα και μετά άσε με να σου αποδείξω πόσο διαφέρει αυτό που σκέφτομαι με αυτό που νιώθω, σε αγαπάω και ας μην σε ξέρω και μακάρι να ένιωθε όλος ο κόσμος έτσι, να μπορούσα για λίγο να γίνω όλοι να τους αλλάξω τα μυαλά και αχ ρε μάνα, να ήσουνα ο ήλιος και εγώ ο γιος σου, ένας παλιός θεός λένε ότι ήταν του ήλιου, μήπως δεν ήταν όλοι; και να μπορέσω να φυσήξω αυτό που νιώθω να γίνει ο ΛΟΓΟΣ και οι δέκα εντολές να τους έπειθα όλους πως αυτό που ξέρω είναι το σωστό, για καφέ να γίνουμε φίλοι, γιατί έτσι τελικά μας ορίστηκε να φτάνουμε εκεί που πρέπει, με ανθρώπινα πόδια και μυαλό, όχι φτερά και θεία πνοή και ξεμπέρδεψες, κάτσε, έχω τόσα να πω που δεν θα κάνω καν κενό θα είμαι σαν φύση, ανυπότακτος, αδυσώπητος, σκληρός, ερωτικός, θα είμαι αυτό που θέλω εσύ να είσαι κάθε που με αγκαλιάζεις και ανασαίνεις βαριά, θα είμαι ο φίλος του ανθρώπου, αρκεί να μου δώσεις την ευκαιρία.
Τι παράξενο. Μου έδειξες πως άμα τελικά ελπίζεις, καταλαβαίνεις και αν περιμένεις αρκετά, πως η ελπίδα δεν έχει καμία σημασία, ούτε η θετική σκέψη, ούτε καν η χαρά, ούτε καν ο έρωτας, θα καταλάβεις ότι όλες σου οι αποφάσεις, όλος σου ο πόνος, γραμμένο τον έχω, είναι αυτός που σε έκανε να έρθεις στο σήμερα σου.
Οπότε μη μου κλαίγεσαι.
Εσύ.
Σ ' εσένα μιλάω.
ΞΥΠΝΑ
Μπας και ξυπνήσεις και μένα δηλαδή, δεν το παίζω προφήτης, άσε, έχω ρόλους πολλούς για την κάθε μου μέρα, θεός δεν είμαι, σε κράζω μπας και με ακούσω εγώ. Λέγεται προβολή και βασικά θέλω να με αγαπάς, πόσο λατρεύω να με αγαπάς, φίλε, κολλητέ, θεατή, γκόμενα, αναγνώστη, εραστή, πατέρα, πατέρα πόσο μ' αρέσει που σε σκότωσα σε μικρή ηλικία, μόνο και μόνο για να δω πως ζόμπι είσαι δεν πεθαίνεις, στον καθρέφτη κάθε μέρα σε βρίσκω, μάνα πόσο μ' αρέσει που δεν πρόλαβα να σου πω κάποια πράγματα.
Τώρα πρέπει να με υπερβώ και να βρω μόνος μου τον τρόπο να τα φωνάξω, σαν να είσαι. Εδώ. Εκεί, παραπέρα στέκουν πέντε λύκοι και είναι οι αδερφοί μου, και θα την μεγαλώσω την αγέλη μου, εγώ πιστεύω στους ανθρώπους, όλους φίλους θα τους έχω και πιο πολύ θα προσέχω εκείνους που νομίζουν πως είναι πρόβατα. Λύκοι είναι και είναι δικοί μου, θα τους το λέω μέχρι να με βαρεθούνε και ας είμαστε όλοι χαμένοι, τυφλοί να σκουντουφλάμε ψάχνοντας ο ένας τον άλλο, έτσι και αλλιώς όλοι ένα είμαστε οπότε δεν ανησυχώ. Δεν ανησυχώ και για το μέλλον. Αφού έφτασα εδώ που έφτασα, να μην μετανιώνω τίποτα, κάτι πήγε καλά. Οπότε να πάει να γαμηθεί το αύριο. Ας έρθει. Και αυτό δικό μου θα το κάνω , όπως έκανα μέχρι σήμερα. Τι διάολο; Κάτι καλά πήγε.

kane copypaste afto to minima an den to steileis se 15 atoma mexri to mesimeri avrio, tha patheis kati kako, an to steileis tha kerdiseis polla lefta kai kati kalo tha ginei stis epomenes 24 wres, steilto den einai fake!

---------------------
----------
----------(((((((^^^^^^^
^^^^^//friredist10099.????!ht.43.phEr/>>>>>>>>>>//#---------
------------preyst.dhm///mailsupport///redist///com//)))))^^^^^^----
----------------------------------------------------------------------------
jkkkmm2332160690000060965***////////////


miraculousinsomnia

καυλίπέοςσαραντάρασκυλιάπόρνεςτηςλάσπηςαβγάθεοίκαιπούτσοιπεολαγνείαμπρίτνευσπή
αρντάνιελντελουίςμαμαλάκηςβοηθήματασυνταγέςομοιπαθητικήςολυμπιακάραγαμώτομουνί
τηςχαιδωςμποντλέρχέσιμοχεσμένησκατάσκατολαγνείαμιαμπανάνακαιέναςπιγκουίνοςαδυνά
τισματομήνυματηςζωήςρυτίδεςαμάξιακατάνεςτηλεόρασησεξμπροστάστητηλεόρασηκαιοιγείτ
ονεςναακούνεγατιάσκυλιάλύκοςλυκόφωςλυκόμουνάρεςξεσκισμένηκαταβαράθρωσηθεικόςθεί
τσαμπειμπισίτεράσφαλτοςφάλτσαστημπάλαξερόχυμαπουτσαράςμίσοςαγάπηγέλιογελαδερόςα
γελάδαγέλασεαναπτήραςχαλιάπερσίαςπιστωτικήγυαλιάιδρώταςιδρωμένεςπόρνεςσκουπίζω
φροντιστήριαπεθαμένοςανέχειςφτάσειωςεδώείσαιδικόςμουπνοήφρέσκοθεόςμωρόμωρουδιακά
μωρόμουεσύνύχτασκοτάδιασφάλειακάποτεθαταθυμόμαστεόλακαιθαγελάμεσιωπήσιωπήσιωπ

Friday, May 02, 2008

PORN BALLAD


Καλοκαίρι.
Πάντα ήθελα να μάθω να παίζω το "Αστούριας" του Αλμπενίζ, στη κιθάρα. Γιαυτό σαν σωστός έφηβος επαναστάτης, πήγα και γράφτηκα σε ένα τοπικό ωδείο για να κάνω μαθήματα. Δεν ξετρελάθηκα ποτέ με την εκμάθηση κιθάρας. Βαριόμουνα τα θεωρητικά, βαριόμουνα την εξάσκηση που ήθελε.
Αλλά το ωδείο είχε δύο πολύ καλά πράγματα. Τα παρεάκι που δημιουργήθηκε και την Σελέστ.
Η Σελέστ ήταν η καθηγήτρια μας στο σολφέζ. Κοντά στα τριάντα, ψηλή με καστανά μαλλιά, πράσινα μάτια. Ήταν μισή Γαλλίδα, μισή Ελληνίδα. Την πειράζαμε φωνάζοντας τη Διαλεχτή, αυτό σήμαινε το όνομα της. Πρέπει να ήταν χίπισσα. Φορούσε συνέχεια κάτι μακριές φούστες και είχε πάντα μαζί της ένα ταγάρι πάνινο με λουλούδια.

Η Σελέστ ήταν η πιο όμορφη γυναίκα στον κόσμο για τα δεκαεφτάχρονα μάτια μου. Ακόμα είναι, όταν την θυμάμαι αρκετά.

Καλοκαίρι λοιπόν και το ωδείο κανόνισε εξόρμηση με πούλμαν σε παραλιακό μέρος της Εύβοιας, διήμερη. Συνοδοί, η Σελέστ και ο Γιάννης, ο καθηγητής μας στην κιθάρα, κάπου στα τριάντα πέντε και αυτός, παππούς για μένα τότε. Πήγαμε για Σαββατοκύριακο, μείναμε σε ένα ξενοδοχειάκι της κακιάς ώρας, τουλάχιστον ήταν κοντά στη θάλασσα. Θυμάμαι ότι η διαδρομή προς τα εκεί, είχε πολύ πλάκα. Είχαμε τις κιθάρες μας μέσα στο πούλμαν και παίζαμε όλοι μαζί, τραγουδάγαμε και γελάγαμε με τον οδηγό που μας έλεγε να βγάλουμε τον σκασμό καλοπροαίρετα. Περάσαμε τέλεια εκείνες τις δύο μέρες. Όλη μέρα παραλία και το βράδυ ταβερνάκι. Το δεύτερο βράδυ, ο Γιάννης θα μας πήγαινε όλους για βραδινό μπάνιο σε μία απόμερη παραλία, λίγο έξω απ΄την πόλη. Πήραμε ψυγειάκια και κιθάρες, πείσαμε και τον οδηγό να μη μας παρατήσει, νωρίς θα γυρίσουμε μωρέ και φύγαμε.
Φτάσαμε απόγευμα, πολλή ζέστη, πολλά κουνούπια, αλλά διάθεση ανεβασμένη. Την παραλία την λέγανε "Κορακοπόδι". Ήταν σχετικά μικρή και στην αριστερή μεριά είχε ένα μικρό, φυσικό ακρωτήρι που εκτεινόταν καμιά εικοσαριά μέτρα μέσα στη θάλασσα. Αν πήγαινες κολυμπώντας γύρω του, βρισκόσουν σε έναν μικρό ορμίσκο με λείες πέτρινες πλάκες- μία ιδιωτική πισινούλα.

Στρώσαμε πετσέτες και μείναμε μέσα στο νερό μέχρι που σκοτείνιασε. Κάποια στιγμή ο Γιάννης με τον οδηγό ανάψανε φωτιά, καθίσαμε τριγύρω και βγάλαμε τις κιθάρες. Πότε τραγουδούσε κάποιος μόνος του, πότε όλοι μαζί αν ξέραμε τους στίχους. Από Led Zeppelin μέχρι Ξυλούρη, όλα τα σφάξαμε. Με την άδεια του Γιάννη, βγήκαν και οι μπύρες, δεν πίνανε όλοι, κάποιοι μείνανε στον χυμό. Όχι η Σελέστ.
Φορούσε στη μέση μια μεγάλη, γαλάζια πετσέτα, τα μαλλιά πιασμένα ψηλά, να επιδεικνύει τον λεπτό της λαιμό. Έπινε μπύρες και γελούσε, τραγουδούσε με την υπέροχη φωνή της και πέταγε μικρές λεξούλες σε σπασμένα ελληνικά. Ήταν ένα δελφίνι, μία νεράιδα. Έπινα μπύρες και την χάζευα και κάποια στιγμή με πήρε χαμπάρι, αμάθητος εγώ, δεν ήξερα να κρύβομαι.

Κοινώς, καρφώθηκα.
Ευτυχώς.

Μου έκανε νόημα να την ακολουθήσω, φόρεσε το ταγάρι της και σηκώθηκε, ξυπόλυτη χάθηκε στο σκοτάδι. Οι υπόλοιποι στον κόσμο τους, τραγουδούσανε και πίνανε. Σηκώθηκα σαν υπνωτισμένος, ευτυχώς δεν με ρώτησε κανείς που πάω γιατί θα ξανακαθόμουν κάτω. Περπατούσε μπροστά και εγώ μερικά μέτρα πιο πίσω, αυτή μία Κίρκη και εγώ ούτε καν Οδυσσέας, ένα άβουλο γουρούνι ήμουνα. Κάθισε κοντά στα βράχια που έμπαιναν στη θάλασσα και έβγαλε κάτι από την τσάντα της, ένα περίεργο τσιγάρο. Το άναψε και βρώμισε ο τόπος αλλά δεν με ένοιαζε. Ένιωθα τα πόδια μου να τρέμουν οπότε κάθισα δίπλα της. Έψαχνα απεγνωσμένα κάτι να πω αλλά δεν μπορούσα να βρω κάτι της προκοπής. Το μόνο που ήθελα να της πω ήταν το πόσο όμορφη ήταν με την πετσέτα της και το κίτρινο μαγιό της, αλλά αυτά δεν λέγονται.
Μου έδωσε να καπνίσω από το τσιγάρο της.
"Έχεις ξανακάνει;" με ρώτησε χαμογελώντας και εγώ φυσικά της είπα ναι, αν και δεν ήξερα σε τι αναφερόμασταν. Τράβηξα μία τζούρα. Τράβηξα δεύτερη. Στην τρίτη, της το έδωσα πίσω και ξάπλωσα στην άμμο, χωρίς να ανησυχώ πια για τα πόδια μου που έτρεμαν. Δεν είχα πια πόδια, ήμουν μόνο η ανάσα μου και το πουλί μου. Αυτά μόνο καταλάβαινα.
Εφτά χιλιάδες χρόνια μετά, την ένιωσα να ξαπλώνει δίπλα μου.
Δεν μιλούσε κανείς μας.
Από κάπου πιο δεξιά, τραγούδια φτάνανε στα αυτιά μας.
Αστέρια. Αλάτι. Ιδρώτας και κύματα.
"Θες να πάμε στη πισινούλα;"
Έκανα να σηκωθώ και το κεφάλι μου ακολούθησε δέκα λεπτά μετά, εκείνη γέλασε και πέταξε την πετσέτα. Μπήκαμε στο νερό, κολυμπήσαμε γύρω από τα βράχια και βγήκαμε στον ορμίσκο. Το μοναδικό φως, αυτό του φεγγαριού.

Δεν θυμάμαι πολλά, δυστυχώς.
Το νερό γύρω μου ήταν σαν αμνιακό υγρό. Με το ζόρι κρατούσα το κεφάλι μου πάνω από την επιφάνεια. Ήθελα να ξαπλώσω στο βυθό, πάνω στη λευκή άμμο και να κοιτάω τα άστρα μέσα από το νερό. Έπαιρνα ανάσες και το κεφάλι μου γινόταν όλο και πιο ελαφρύ. Άρχισα να χάνω τα όρια μου, δεν ήξερα που άρχιζε και που τελείωνε το σώμα μου, μέχρι που ήρθε και με άγγιξε στον ώμο.
Είχε αφήσει το μαγιό της στις λείες πλάκες.
Με φίλησε με χείλια από αλάτι. Το σώμα της είχε μια ελαφριά μυρωδιά από αντηλιακό. Γλιστρούσε. Τα πάντα γλιστρούσαν, μα περισσότερο, η αίσθηση της πραγματικότητας. Τα πόδια της, δύο φίδια με δική τους ζωή, κατέβασαν το μαγιό μου και μετά τυλίχτηκαν γύρω μου.
Θυμάμαι τα μικρά κύματα που δημιούργησαν τα σώματα μας.
Θυμάμαι την ανάσα της στο αυτί μου.

Δεν λείψαμε πολύ. Μονάχα δυο αιώνες. Αν κατάλαβε κάποιος κάτι, δεν το έμαθα ποτέ.
Γυρίσαμε πίσω στη φωτιά, στα τραγούδια, σαν να μην τρέχει τίποτα.
Η Σελέστ τον χειμώνα, έφυγε μόνιμα για Γαλλία.
Εγώ σταμάτησα το ωδείο και τα μαθήματα κιθάρας.

Δεν έμαθα ποτέ το "Αστούριας".

Δεν πειράζει.

Το έχω στο mp3 μου και το ακούω που και που...