Saturday, April 19, 2008

ΝΕΕΣ ΠΙΝΕΛΙΕΣ


Γεννήθηκα σε ένα μικρό προάστιο του τίποτα.
Μικρό χωριό με πλατάνια γύρω γύρω.
Με μεγάλωσαν κάτι γρατζουνιές στα γόνατα μου και δύο φωνές πίσω από μία κλειστή πόρτα που ουρλιάζουν.
Παλιά ήθελα τον κόσμο να αλλάξω, τώρα έμαθα να αφήνω τον κόσμο να με αλλάζει, με την καλή την έννοια.
Άμα βρέχει κρατάω ομπρέλα αλλά πολλές φορές, θέλω να την πετάξω, να κάνω μπάνιο σε νερό από σύννεφα.
Μια γιαγιά μου είπε προχτές ότι έχω χαμόγελο παιδιού.
Καλό είναι αυτό;
Καλό είναι.

Τι άλλα νέα ρε;

Μπήκε η μεγάλη εβδομάδα αλλά μικρή θα μου φανεί το ξέρω. Δεν έχω δει και πασχαλιές φέτος, μου κακοφάνηκε, παλιά τις κόβαμε και τρέχαμε στη μάνα μου να τις βάλει στο βάζο. Πότισε η μυρωδιά τους τα δάχτυλα μου και τα μυρίζω σαν πρεζάκι από τότε.
Α, άκου κι αυτό.
Γύριζα σπίτι κατά τις 4 το πρωί. Είχε μία δροσιά, όχι κρύο, οι δρόμοι άδειοι, μύριζε χορτάρι ο αέρας. Είπα στον ταξιτζή να με αφήσει στο πάρκο που είναι κοντά στο σπίτι μου, κάτι μου 'ρθε, είχα όρεξη για βόλτα. Πεύκα παντού και μαύρες σκιές αλλά ένιωθα γαλήνη, δεν φοβόμουνα. Κάθισα σε ένα παγκάκι και άναψα τσιγάρο, χάζευα το φεγγάρι που γέμισε πάλι. Μία αίσθηση σαν κάποιος να με παρακολουθεί. Κοίταξα τριγύρω, τίποτα. Άρχισα να σκέφτομαι σενάρια για ταινίες, πως και καλά μέσα από τις σκιές βγαίνει ο σατανάς και κάθεται δίπλα μου και θέλει να κερδίσει την ψυχή μου αλλά στο τέλος εγώ τον κερδίζω με μια γαμάτη ατάκα, κάτι ψαρωτικό. Θόρυβος μέσα στους θάμνους. Εντάξει εκεί τα χρειάστηκα λιγάκι, να την κάνω σιγά σιγά, τι θέλω τέτοια ώρα στο πάρκο ο μαλάκας;
Χαζό ε;

Ένα καλό φιλαράκι μου είπε ότι με έχει ανάγκη.
Το 'παιξα κι εγώ δυνατός, δεν του είπα πως και εγώ νιώθω την ανάγκη να με έχει ανάγκη. Ο φθόγγος "γκ" στη λέξη αυτή με πνίγει καμιά φορά.
Έπιασα να ζωγραφίζω πάλι, ξέθαψα έναν μισοτελειωμένο καμβά και έπρεπε να καθαρίσω πρώτα τη σκόνη που είχε μαζέψει απάνω του, πριν αρχίσω να απλώνω τα λάδια. Είχα κάνει έναν ουρανό μπλε μαύρο. Τον ξαναζωγράφισα τυρκουάζ, από πάνω.
Αυτό είναι το ωραίο με τη ζωγραφική.
Οι νέες πινελιές μπορούν μέχρι και το μαύρο να σβήσουν.
Και ας μένει το μαύρο από κάτω.

Τον τελευταίο μήνα πήρα μία μεγάλη απόφαση.
Να δίνω την ευκαιρία στους ανθρώπους να με εκπλήσσουν.
Μου βγήκε σε καλό.
Κάποια στιγμή μπορεί να εκπλαγώ και γω από μένα.

Να όπως τώρα ας πούμε.

Άμα έβγαινε ο σατανάς να μου πάρει την ψυχή, μέσα από τα σκοτάδια, θα του λεγα :
"Πάρ' την αλλά να την δώσεις πίσω όπως την βρήκες"



"Γεμάτη"

Friday, April 11, 2008

A letter to Guillermo "Habacuc" Vargas

I'm writing this letter in English although it is not my native language.
I'm writing it in English, hoping that "Habacuc" will stumble upon this place and thus read this letter.

I hope you're reading you sick fuck.

Guillermo Vargas Jimenez was born in San Hose of Costa Rica in the year 1975. That makes him a year older than me.
Assuming the name "Habacuc" he became an artist and participated in several exhibitions.
In the year 2007, during the Bienarte of Costa Rica, he displayed an installation named "Eres Lo Que Lees"- (You are what you read).

Main attraction of this exhibit was a dog called Natividat (Nativity) left to starve in plain view. The dog was caught by children that Habacuc allegedly paid, from the surrounding streets.

He kept it there, tied for all to see, until the dog died.
Of starvation.
He gave no water to it either.

Did I mention that the title of the installation was written on the wall with dog food?

Habacuc was awarded for this and was called to represent Costa Rica in "Bienal Centroamericana Honduras 2008". Of course there's been some commotion about all this on the Internet and there is a petition one can sign, in order to prevent Vargas from doing this again.
People - especially dog lovers and owners- got angry.
That's all, fine by me.
Sign the petition.

But you...
you... artist.
You even had the nerve to state that you did it for the "stray dogs of your country" or "because you wanted to shock people into feeling".


Wanna know what I'm feeling?
FUCKING TIRED
Tired of this demented society that allows things like this to happen. Tired of the corruption and the bottomless pits of crap that I get fed EVERY DAY by EVERY ONE that is above me. Tired of knowing what is wrong and having to put up with the fact that I can't do anything about it. I'm tired of watching over my shoulder in this kill- or- get- killed world. And I always believed in the strength of youth, people like you and me, we are the ones that need to DO something.
And here you come along with your art.
Confirming my worst fear- you and all those that watched your art and did nothing.

That deep down inside, we are all fucking monsters, capable of Hell.
Well my friend...
tell you what I'm gonna do.

I'm going to indulge that feeling for a while.

Right now, I'm hoping that we bump into each other, since I'm in the art industry as well, although not as sophisticated as yourself.
I'm hoping that you have a mother alive, so I can meet her.
And tell her that I would love to have a time machine so I could go back in time.
Right at the moment when she was pushing you out of her infested womb. Then, I would insert my hand up her wet tunnel and grab your tiny, pink, fleshy head, just as you are fighting for air. And then I would squeeze hard. I would squeeze so fucking hard, that when she actually gave birth with a last heave, all that would come out would be a mess of intestines and small brains and blood. And two small eyes, right there, dripping from her goat cunt.

I would looove to meet your small sister, if you have one.
I would take her back to my place and buy her candies, we would watch tv together. And then I would rape her, over and over again, stretching her small slit like a bull to a cat. After nine months, she would have my baby, dying at birth of course. I would take the baby and feed it to you, piece by piece, feet first, testicles last.
Yep. It's a boy.
As you vomit your own nephew, I fuck you up the ass with a cactus. Do you see the art?
DO YOU?

Stick with me for a while, I'm on a roll baby.
Hey, Habacus, you prophet, are you there?

I'm getting a hard on, just by thinking of meeting you. I'm visualizing myself, walking in that fucking gallery, seeing the dog. Tied there, dying.
"It would have died anyway" you said to the media. "It was sick"
I'm walking over to the doggy, kneeling down to set her free and now you come along. You're trying to stop me. What a rush. You don't see the knife in my hand. I cut you and tie you to the wall for all to see. To stop your screaming, I stuff your mouth with your penis. You don't need it anyways. Not where you're going.
I rename the installation.
"ΦΥΣΗ" I call it which is Greek for "NATURE".
I turn the cameras on and invite all the artists of the world to watch- all those sick, little, puny, perverted people who disgrace the human kind with their doings.
First row seats- your entire family.

And then

I let little Natividat feed after 7 days of starvation. The poor thing is famished. She doesn't even chew your body, she just gulps it down like a dragon from a fairytale.

Poor, little, sick Natividat.

Looks like she's going to live after all.

With regards,
Egggod

P.S. Kill yourself.

So that I can visit your grave and piss on it.

Wednesday, April 09, 2008

ΕΙΜΑΙ


Είναι απαλά και ήρεμα όλα τώρα.
Είμαι.
Είμαι.

Ιδρώτας τρέχει από τις μασχάλες μου και τα πνευμόνια μου πονάνε. Το λείο δέρμα μου γυαλίζει. Το βλέμμα μου θολώνει και το σκοτάδι γύρω μου για λίγο, είναι φως.
Είναι φως.
Είμαι.

Θα πάρω πνοή τώρα, ανάσα ζωοδότρα. Θα την κρατήσω.
Και θα την αφήσω να ποτίσει με την ψυχή μου όσο την κρατάω.
Θα γεμίσει η ανάσα μου με αγάπη. Και όλο μου τον πόνο, που είναι αγάπη. Και όλη μου η θλίψη, που είναι αγάπη.
Θα εκπνεύσω.
Θα δω τα αστέρια που γεννιούνται, τι τυχερός που είμαι. Μακάρι να είχα κάποιον να το μοιραστώ αυτό. Έχω. Εμένα.
Θα δω τον κόσμο να ουρλιάζει τις πρώτες του κραυγές και θα μυρίσω γαλαξίες να χορεύουν. Θα ζωγραφίσω πλάσματα από πηλό και θα τα βλέπω να τρέχουν.
Θα κάνω τον άνθρωπο.

Θα τον δω να μεγαλώνει.
Θα τους δω όλους να γερνάνε. Να περνάνε οι γενιές και να με συνδέουν με το μίσος. Θα μου βγάλουν ονόματα, μα τι κάνουν;
Τώρα σκοτώνονται.
Μεταξύ τους.
Για μένα.
Μα τι κάνουν; Τι πήγε λάθος;
Τι έκανα;
Τι έκανα;
Τι δημιούργησα;

Θα με ξεχάσουν.
το σκοτάδι γύρω μου θα είναι λίγο πιο κρύο μόνος και ας είμαι όλοι


Το όραμα τελειώνει και ακόμα κρατάω την ανάσα μου.

Ξέρω τι θα γίνει από πριν. Γιατί είμαι το πριν και το μετά και το πάντοτε.

Ξέρω τι θα γίνει αλλά δεν μπορώ να κρατήσω την ανάσα μου άλλο.
Μόνο μία ελπίδα φυλάω και την αφήνω να φύγει αμέσως μαζί με τον αέρα μου.

Και θα δούμε τι θα γίνει.
Δεν ανησυχώ.

Κάπου εκεί μέσα στην ανάσα μου, έχει μπερδευτεί και η ψυχή μου.
Που είναι αγάπη.
Είμαι.
Είμαι αγάπη.

Δεν ανησυχώ.
Εκπνέω.

Και εγένετο φως


Thursday, April 03, 2008

ΣΥΝΘΗΜΑ


Καμιά φορά βλέπεις πάνω σε τοίχους τα πιο ωραία συνθήματα.
Καμιά φορά δεν βγάζουν πολύ νόημα. Τα βλέπεις την πρώτη μέρα και δεν τα καταλαβαίνεις.
Μετά ξαναπερνάς από κει και τα βλέπεις με άλλα μάτια.
Και τότε τα συνθήματα στους τοίχους αποκτούν τη φωνή με την οποία φτιάχτηκαν.

Μεταξουργείο, απόγευμα.
Βροχερή μέρα.
Κάτι χαμίνια γυφτάκια τρέχουν ξυπόλητα στην άσφαλτο, μα πώς ζούνε αυτοί οι άνθρωποι; Σκουπίδια παντού, γατιά ανά δεκάδες. Παρκαρισμένα αμάξια πάνω στα μικρά πεζοδρόμια, μερικές γωνιές μυρίζουν κάτουρο, από άλλες δεν περνάς καν. Ένα τσιμπουριασμένο σκυλί έχει κουρνιάσει κάτω από ένα αμάξι, του σφυρίζω και με γράφει. Περπατάω και με νιώθω βαρύ, κάποιος έχει βγάλει το χρώμα από τα πάντα και μου φαίνονται όλα γκρίζα, ώχου μωρέ, και τι θα κάνω με τη ζωή μου, μπλα, μπλα.
Άσε να μην σκέφτομαι έτσι και χαμογέλα.
Στρίβω στη γωνία και με ξαναπιάνει η φλυαρία. Ναι άλλα άμα γίνει και αυτό εγώ θα κάνω έτσι και θα πω τότε αυτό και μπορεί και να τον πιω, δε γαμιέται, πωωω λέμε είναι όλα γκρίζα. Τρεις τύποι κάθονται σε ένα πεζούλι και τρυπιούνται.
Απλώνει τώρα η γκριζίλα και έχει φτιάξει κρούστα πάνω από τα μάτια μου, βλέπω μόνο σχήματα σε απόλυτο γκρίζο να κουνιόνται.
Σταματάω, δεν πάει άλλο έτσι, τα λέω αυτά ή τα σκέφτομαι; Να στρίψω ένα τσιγάρο, τι θα κάνω με τη πάρτη μου, πρέπει να χαλαρώσω λίγο, ο καιρός περνάει και θέλω να κάνω τόσα πολλά. Μία μαύρη γάτα.
Κάποιον να μιλήσω, ποιον να πάρω, δεν πάνε να γαμηθούνε όλοι;

Και εκεί βλέπω το σύνθημα πίσω μου. Με μεγάλα μαύρα γράμματα.

ΚΑΠΟΙΟΣ ΚΑΙΓΕΤΑΙ ΚΑΙ ΜΥΡΙΣΕ Η ΠΟΛΗ ΑΓΑΠΗ

Χαμογελάω.
Κάτι σέρνεται στο παπούτσι μου.
Είναι ο μούργος κάτω από το αμάξι.
Τελικά με ακολούθησε.

Κοίτα τον χαζό που ξαπλώνει και μου κάνει χαρές μέσα στη μέση του δρόμου...