Wednesday, March 26, 2008

OPERA


Συντρίμμια ενός αισιόδοξου μυαλού, ξεβγαλμένα σε παραλία άδεια από κόσμο, είναι χειμώνας, φυσάει και οι γλάροι κοιμούνται σε βράχια κουρνιασμένοι.

Του άρεσε τόσο πολύ η όπερα. Ένα περίεργο πράγμα όμως, δεν θυμόταν ποτέ τα ονόματα από τις όπερες που παρακολουθούσε. Πήγαινε από νωρίς και έβγαζε εισιτήριο για τις παραστάσεις. Έπαιρνε εφημερίδα και καθόταν σε ένα μικρό καφενεδάκι μέχρι να έρθει η ώρα. Με το κοστούμι του, το καπέλο του το μαύρο, ένας κύριος σωστός.

"Ένα σκέτο ελληνικό διπλό"

Βράδιαζε. Τα φώτα στη πόλη άναβαν και το κτίριο της όπερας γινόταν μία παριζιάνικη πανδαισία, μία καρτ ποστάλ. Του άρεσε να βλέπει τα φώτα, τον κόσμο που μαζευόταν απ' έξω, άνθρωποι πολλοί, αρώματα και καλά ντυσίματα, χαρούμενοι ψίθυροι και επιτηδευμένα βλέμματα. Σιγά σιγά για την είσοδο και μετά στη θέση του. Έδινε κάτι παραπάνω στις ταξιθέτριες και του άρεσε που του χαμογελούσαν.
Μετά ξεκίναγε το θέαμα.
Είσαι εδώ;
Βλέπεις;

Η μεγάλη κόκκινη αυλαία ανοίγει. Ησυχία. Μυρωδάτο σκοτάδι από βρεγμένα παλτά και ανάσες. Κανείς δεν κουνιέται, ευλάβεια. Ένα μικρό φως περιγράφει ένα αγγελικό πρόσωπο, μία κοπέλα ντυμένη στα άσπρα. Τραγουδάει και η φωνή της είναι βάλσαμο. Βιολιά αρχίζουν να ανασαίνουν και μαζί τους ξεφυσάει και ο κόσμος που κρατάει την ανάσα του.
Οι τρίχες στον σβέρκο του είναι μικρά μυρμήγκια.
Η κοπέλα τραγουδάει για τον έρωτα της, έναν πλούσιο ευγενή και αυτή μία παραδουλεύτρα, μόνη της, ζει την ανεκπλήρωτη τραγικότητα της. Χρώματα ανάβουν τριγύρω, το έργο προχωράει. Το πιάνο συνοδεύεται από κύμβαλα και τα βιολοντσέλα κάνουν έρωτα με τα πνευστά. Κοστούμια και υπέροχα σκηνικά, τελικά ο ευγενής ερωτεύεται και αυτός με την σειρά του την κοπέλα αλλά τους κρατάνε μακριά οι κοινωνικές τους διαφορές , ένας άξεστος αλήτης από ένα καπηλειό ερωτεύεται την μικρή και μαθαίνει για τον έρωτα της την ώρα που αυτή τον εξομολογείται στην φίλη της. Η παράνομη σχέση ανθίζει. Αυτός ετοιμάζεται να παντρευτεί μία πλούσια γυναίκα αλλά δεν την αγαπάει. Μαγική σκηνή σε ένα πάρκο με κερασιές. Έχουν κάνει τις κερασιές να μαδάνε καθώς οι δύο τους τραγουδάνε για το πόσο αγαπάνε ο ένας τον άλλον.
Τι συμβολικό, σκέφτεται. Αυτοί είναι ερωτευμένοι και γύρω τους όλα πεθαίνουν.
Με ένα φιλί τελειώνει αυτή η σκηνή. Ξέρει πως η ιστορία δεν θα έχει καλό τέλος αλλά αυτό είναι που τον τραβάει περισσότερο. Θέλει να είναι το τέλος τραγικό, να κλάψει όλο το θέατρο, να κλάψει και αυτός, το έχει ανάγκη. Στο έργο γίνεται πανηγύρι. Οι δύο ερωτευμένοι έχουν αποφασίσει να κλεφτούν την ώρα του πανηγυριού, ο γάμος του νεαρού γιορτάζεται. Ο άξεστος αλήτης ξέρει το σχέδιο τους και τους στριμώχνει κάπου απόμερα καθώς το σκάνε. Παλεύει με τον νεαρό και τον μαχαιρώνει. Το σκάει τρέχοντας.
Σκοτεινιάζει η σκηνή. Ένας προβολέας πέφτει πάνω στο τραγικό ζευγάρι, αυτός ξαπλωμένος κάτω, εκείνη να τον κρατάει στα χέρια της.
Το finale grandioso. Δεν κουνιέται άνθρωπος, ο αέρας μέσα στο θέατρο έχει γίνει νερό και όλοι οι ήχοι έχουν χαθεί, μόνο η φωνή των δύο ερωτευμένων. Κλαίνε τραγουδώντας και μαζί τους κλαίνε τα βιολιά. Μπορεί να αυτοκτονήσει και αυτή. Αχ, τι θα γίνει άραγε; Και τότε το έργο αλλάζει παντελώς, γίνεται ονειρικό, μα τι εύρημα!
Ένας άγγελος εμφανίζεται πίσω της, μόνο που αυτός έχει μαύρα φτερά και κρατάει ένα τεράστιο δρεπάνι. Έχουν κάνει καταπληκτική κατασκευή, ο τενόρος όντως κατεβαίνει από το ταβάνι και το δρεπάνι που κρατάει, πιάνει σχεδόν όλη τη σκηνή. Η κοπέλα απαρνιέται τον έρωτα και τραγουδάει τώρα στον μαύρο άγγελο. Του ζητάει να την κάνει γυναίκα του, για να αγαπάει για πάντα τον θάνατο και μόνο, α, τώρα έγινε κατανοητό: αυτός είναι ο θάνατος. Αυτός την παντρεύεται και δίνει χάρη στον νεαρό, α, άκου να δεις: κόλπο ήταν, η νεαρή το έκανε επίτηδες για να πάρει αυτήν ο θάνατος και όχι τον νεαρό, του το ζήτησε χάρη για τον γάμο τους.

Το στήθος του φουσκώνει, θα κλάψει τελικά. Για αυτό ήρθε.

Το έργο τελειώνει με έναν αποσβολωμένο νεαρό που κοιτάει την αγαπημένη του να πετάει μακριά, αγκαλιά με έναν μαύρο άγγελο. Το καλύτερο: ο νεαρός δεν ξέρει τι έχει συμβεί. Ποτέ δεν μαθαίνει για τη θυσία της κοπέλας. Γυρίζει πίσω στο πανηγύρι του γάμου του και η σκηνή σκοτεινιάζει.

Χειροκρότημα. Με το ένα χέρι πιάνει μερικά δάκρυα που έχουν ξεμείνει πάνω στα μάγουλα του. Κοιτάζει έναν- έναν τους τραγουδιστές που υποκλίνονται.

Γυρίζει σπίτι του εκείνο το βράδυ. Περπατάει μέσα στην νύχτα και φαντασιώνεται ότι είναι τραγουδιστής όπερας. Ανοίγει την πόρτα στο διαμέρισμα του. Ανάβει το φως. Βλέπει μπροστά την οπτασία. Μία κοπέλα με φτερά πεταλούδας, κάθεται στον καναπέ του και βλέπει τηλεόραση. Με το που μπαίνει αυτός, αυτή κλείνει την τηλεόραση και τρέχει πάνω του. Τον αγκαλιάζει και τον ρωτάει αν θέλει να του μαγειρέψει. Πρέπει όνειρο να είναι, επηρεασμένος από την όπερα τώρα βλέπει δικιά του φαντασίωση, μετά θυμάται. Όντως είναι παντρεμένος με μία νεράιδα. Ανοίγει το παράθυρο και ανεβαίνει σε ένα σύννεφο για να σκεφτεί καθώς από κάτω η πόλη μοιάζει ασήμαντη, οι δρόμοι είναι λιωμένη λάβα από φώτα, ο αέρας είναι κρύος. Σκέφτεται πως η ζωή είναι πολύ μικρή για να πηγαίνει μόνος στην όπερα και καθώς κοιτάζει γύρω του, συνειδητοποιεί που βρίσκεται. Δεν υπάρχει νεράιδα, αυτός αρχίζει να πέφτει. Μα φυσικά ονειρεύεται, τι τρελό!
Το έδαφος ανοίγει για να δεχθεί την πτώση του και αυτός πάει στην κόλαση. Αλλά δεν είναι η κόλαση που περίμενε.

Εκεί κάτω τον περιμένει ένα απόγευμα που έφτυσε στον τάφο του πατέρα του.
Εκεί κάτω είναι το χειρότερο ψέμα που είπε ποτέ και που τον γέρασε αυτό το ψέμα.
Εκεί κάτω βρίσκει τον εαυτό του όπως δεν τον αγάπησε ποτέ, μόνο του, να κλαίει, αγκαλιά με έναν τεράστιο βράχο. Ο βράχος λάμπει από κόκκινο αίμα, πάνω στο αίμα σέρνονται φίδια που το πίνουν. Κάθεται δίπλα στην αδερφή σκιά του και της εξομολογείται πως αυτός δεν ήταν να γεννηθεί, από λάθος ανέπνευσε. Λέει στον εαυτό του πόσο μόχθησε για να κάνει τα όνειρα του πραγματικότητα, αλλά τον πρόλαβε ο χρόνος. Ο εαυτός του γελάει στη μούρη του και αυτός θυμώνει, χάνει τον έλεγχο, σηκώνει μία πέτρα τώρα και σκοτώνει τον εαυτό του, αυτοκτονεί, τα φίδια ουρλιάζουν, νεκρά μένουν πάνω στο γλυστερό αίμα.

Γύρω φως τώρα. Λευκό.
Μία αίσθηση σαν να γεννιέσαι, σαν αγκαλιά της κοπέλας σου μετά από τους σπασμούς του οργασμού. Ασφάλεια.
Γλύτωσε;
Σώθηκε;
Ή μήπως ονειρεύεται ακόμα;

Αυλαία.
Χειροκρότημα.

"Ένα σκέτο ελληνικό διπλό"

Τι μεγαλειώδες όνειρο, πρέπει να το γράψει.
Δεν έχει βραδιάσει ακόμα.
Ανοίγει την εφημερίδα του.

Του αρέσει η όπερα.
Καμιά φορά, σκέφτεται πως το χειροκρότημα στο τέλος, είναι για αυτόν.


Στην deadend mind.

6 comments:

Lee said...

Τα χαιρετισματα μου στη νεραιδα του καναπε. Connie την ειπαμε?
;)
Τωρα γιατι το αφιερωσες στην DM, καποιο επεισοδιο εχασα...
Φιλάκια!

deadend mind said...

ευχαριστώ πολύ :))), αλλά λυπάμαι δεν πιάνεται. ξαναπροσπάθησε.
:)

Φαίη said...

/me έμεινε μαλάκας.

Πώς καταφέρνεις και περνάς το συναίσθημα μέσα από μια καθαρή αντρική ματιά δεν θα το καταλάβω ποτέ μου.

Ταλέντο.

EggGod said...

Lee: Δεν την είπαμε ακόμα. Για χαμένα επεισόδια περίμενε επαναλήψεις....:Ρ

deadend mind: ΠΦΦΦΦΦΤ

φαίη: Εννοείς ότι μία καθαρά αντρική ματιά δεν μπορεί να έχει συναίσθημα;

SURPRISE!!!! :P

Φαίη said...

ΚαθαρΗ αντρική ματιά βρει. Καθαρή, που βλέπει, που δεν έιναι θολωμένη. Αυτό εννοούσα, όχι μια αντρική ματιά/γνώμη δεν έχει συναίσθημα. ;)

EggGod said...

Ααααααα. Οκ. ;)