Saturday, March 29, 2008

ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ


Μέσα σε θειαφόσκονη και ατμούς, γερμένο το κεφάλι πάνω σε ξεραμένες σελίδες, ψάχνει ο αλχημιστής. Τα ρουθούνια του είναι μαύρα από τα πειράματα και τον καμένο χαλκό. Γυάλινα δοχεία με κίτρινα υγρά, αποσταγμένο, ψεύτικο χρυσάφι σαν νιότη. Φευγαλέα τα μάτια του πέφτουν πάνω στα γερασμένα δάχτυλα του. Πολύ αργά για να κάνει πίσω, πολύ αργά για να μετανιώσει, θα συνεχίσει να ψάχνει. Στο τζάκι, ένας τελευταίος κορμός τραγουδάει. Λατινικά και αρχαία ελληνικά στροβιλίζονται και φτιάχνουν ανίερα ποιήματα χωρίς νόημα, κάποτε ζωγράφισε έναν πίνακα για μία όμορφη κοπέλα, ξεχνάει το όνομα της τώρα. Ξεχνάει και το δικό του ο γέρος. Κάθεται προς τα πίσω, να τεντώσει λίγο τον λαιμό του που απόψε τον ενοχλεί πολύ. Κοιτάζει τον κορμό που λαμπυρίζει και εκεί μες την φωτιά είναι κάτι.

Έφυγε από το σπίτι του στα δεκαοχτώ και ανέβηκε σε ένα καράβι. Κυνηγημένος γεννήθηκε, σαν όλους τους ναυτικούς. Στα τριάντα ένα του, μείνανε για έναν μήνα σε ένα από τα νησάκια της Μάλτας. Σε κάποιον απογευματινό του περίπατο, πατάει πάνω σε ένα βράχο και κοιτάζει κάτω. Ένας μικρός όρμος από λευκή αμμουδιά και ζαφειρένιο νερό. Κατέβηκε, έβγαλε όλα του τα ρούχα και ξάπλωσε στην άμμο. Μπήκε στη θάλασσα όταν ο ήλιος τον έκαψε αρκετά, μετά ξαναστέγνωσε πάνω στο λευκό χαλί. Τώρα ο ήλιος έχει βυθιστεί σχεδόν ολόκληρος στο νερό και αυτός, είναι ο μόνος άνθρωπος πάνω στον πλανήτη. Δεν κρυώνει καθόλου. Φέρνει τα γόνατα στο στήθος, ανάβει τσιγάρο, κοιτάει το σημείο που τα μικρά κύματα γλείφουν ερωτικά. Εκεί στην άμμο είναι κάτι.

Ήτανε ποιητής κάποτε, όχι, όχι, δεν έχει σημασία τώρα αυτό, άλλο, άλλο. Πέρασε ο πόλεμος πάνω από τα κορμιά τους, πάνω από τα πρόσωπα των δικών του, τον ρούφηξε και αυτόν στο πέρασμα του, του δώσανε όπλο και ένα αίσθημα υπερηφάνειας και τον στείλανε σε μια τρύπα στη γη, να πυροβολεί στο σκοτάδι με άλλους γύρω του. Τι άντρας έγινε, πώς μεγάλωσε έτσι, η μάνα του θα 'ταν ευτυχισμένη τώρα, να τον έβλεπε. Αυτός, ένα παιδαρέλι με κόκαλα που πάντοτε πετάγανε, "σκελετάρχη" τον πειράζανε οι λοιποί της συμμορίας και αυτόν δεν τον ένοιαζε. Δίπλα του κάποιος βαριανασαίνει τρομαγμένα, σκέφτεται και αυτός το παρελθόν το δίχως άλλο, οι μούρες τους κολλημένες στο ανάχωμα, βαριανασαίνουν οι δύο τους δίπλα δίπλα. Έφοδο κάποιος φωνάζει και ορμάνε όλοι μαζί στο σκοτάδι, θυμάται κάποτε έπαιξε έτσι στα ψεύτικα τον πόλεμο και ήταν ακριβώς το ίδιο, το όπλο του μονάχα ήταν από ξύλο. Μήπως είναι εκεί τώρα και παίζει, γύρισαν πίσω οι δείκτες και τον έκαναν παιδί, ποιητής ήτανε κάποτε. Κάτι τον δαγκώνει στο στήθος και τα πόδια του τον παρατάνε μονάχο, στο σκοτάδι, άποδο ον, έλα μέσα φωνάζει η μάνα του, βράδιασε βρε μούργο. Έρχομαι, έρχομαι, τι είναι αυτή η λίμνη γύρω μου, το αίμα μου είναι μάνα, χτύπησα. Ήτανε κάποτε ποιητής και τώρα κοιτάζει τα αστέρια που καθρεφτίζονται μέσα στη λίμνη που είναι γύρω του, κρυώνω μάνα. Κοιτάζει το αίμα του να γίνεται ουρανός που απλώνει και εκεί, ανάμεσα στα αστέρια, είναι κάτι.

Είναι μικροί, τα έφηβα κορμιά τους αμάθητα στο πώς να κλειδώσουν, χαζογελάνε ανάμεσα στα φιλιά. Οι γονείς λείπουν, έχουνε πιει και έχουν μεθύσει οι δύο νέοι. Είναι καλοκαίρι και η κουρτίνα του δωματίου είναι μια λάμια, χορεύει στους ρυθμούς τυμπάνων ιερών και καλεί τη νύχτα να χωθεί στη πιο μικρή γωνιά. Μυρίζει ο αέρας χώμα, μυρίζει το δωμάτιο ιδρώτα. Τώρα δεν γελάνε. Μπαίνει μέσα της και ξάφνου βλέπει κάτι αυτοκόλλητα πάνω στη ντουλάπα του, αγορίστικα αμάξια και συνθήματα με μαρκαδόρο. Θα τα σβήσει όλα, θα τα πετάξει τα αυτοκόλλητα, τώρα εκείνη του κρατάει το πρόσωπο ακίνητο, καρφώνει το βλέμμα της μέσα στο δικό του και δεν χρειάζεται να μιλήσει. Η κοπέλα δακρύζει. Μέσα στο στήθος του είναι ένας ήλιος τώρα, μέσα στο κεφάλι του ένα λιβάδι. Συναντάει τη ματιά της και κάπου μες τις ίριδες της, κάτι λαμπυρίζει.

Είναι βράδυ.
Μπροστά σε ένα υπολογιστή, ένα στριφτό ανάμεσα στα δάχτυλα, ένα ποτήρι παραδίπλα. Τα αυτιά του βουίζουν από τη μέρα. Πρέπει να ξυριστεί. Γράφει χωρίς να σκέφτεται, γράφει συνέχεια και δεν διαβάζει αυτά που γράφει γιατί θα τα σβήσει όλα, θα θυμώσει πάλι και θα γίνει στουπί στο μεθύσι και θα κάνει να ξαναγράψει πολύ καιρό. Βάζει την τελευταία τελεία τώρα. Τρέμει, θα ανοιγοκλείσει τα μάτια του και το κείμενο θα χαθεί, θα γίνει ξυραφάκια μικρά και θα χωθεί όλο μέσα στο σώμα του, να το ξεράσει θέλει, να μην το θυμάται. Το ποτήρι άδειασε και σηκώνεται

να βάλει άλλο ένα κούτσουρο στη φωτιά. Θα τα αφήσει τα πειράματα, δεν του μείνανε πολλά χρόνια του γέρου. Το βρήκε το μυστικό από αλλού τώρα, να στεγνώσουν τα γυάλινα δοχεία, δεν τον νοιάζει. Γονατίζει

και κοιτάζει προσεκτικότερα την άμμο, τα κύματα δεν γράψανε τίποτα, τουλάχιστον όχι κάτι που να φαίνεται. Αλλά αυτός μυρίζεται μια αλήθεια, σηκώνει ένα πετραδάκι και το πετάει στο νερό. Χάνεται η πέτρα μέσα στην πορφύρα που είναι η θάλασσα αυτήν την ώρα, αφήνει ρυτίδες πάνω στην επιφάνεια του νερού, ομόκεντροι κύκλοι. Βάζει

το δάχτυλο του στον ουρανό και γράφει με κόκκινα γράμματα στον αέρα. Είναι ποιητής ξανά και αυτή, η ελεγεία του, το αριστούργημα του. Θα κλάψει για τελευταία φορά. Θα

αγκαλιάσει το σώμα της και θα κρύψει το πρόσωπο του στον λαιμό της. Τα δέρματα τους θα ενωθούν, οι τρίχες θα πλεχτούν και θα τους χωρίσει μόνο ο χρόνος αλλά και αυτός, δεν θα τους χωρίσει, θα είναι οι πρώτοι αυτοί που θα νικήσουν.

Κάτι ήθελε να πει, το ποτήρι του άδειασε. Μιλάει στον εαυτό του τώρα, μονολογεί αλλά τον πιάνει το παράπονο, ούτε σε εκείνον δεν έχει λέξεις να το πει. Κοιτάει πίσω του τον υπολογιστή.

Πάνω στα βρώμικα πλήκτρα, κάτι σχηματίζεται.

5 comments:

ΝΟΤΑ said...

Δεν ξέρω τι σχηματίστηκε στα βρόμικα πλήκτρα, στην οθόνη τη δική μου όμως πήραν σάρκα και οστά οι εικόνες με χρώματα τις λέξεις και με νόημα το μέγα σκοπό ενός ποιητή να συμπυκνώσει μια ζωή.
Καταπληκτικό!!!!

Loth said...

ME ΦΩΤΙΑ, ΜΕ ΑΜΜΟ, ΜΕ ΕΝΑ ΒΛΕΜΜΑ, ΜΕ ΟΥΡΑΝΟ..ΜΕ ΟΛΑ ΤΟ ΙΔΙΟ ΠΡΑΓΜΑ ΣΧΗΜΑΤΙΖΕΤΑΙ.ΜΕ ΚΑΝΕΝΑ ΟΜΩΣ ΔΕΝ ΑΚΟΥΓΕΤΑΙ.
ΚΑΙ Η ΣΙΩΠΗ ΕΧΕΙ ΑΛΗΘΕΙΑ ΑΛΛΑ ΤΗ ΜΟΙΡΑΖΕΤΑΙ ΜΟΝΟ ΜΕ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΗΣ..
ΚΑΛΗΜΕΡΕΣ

deadend mind said...

φοβερό, πραγματικά απλώς φοβερό..

karyatida said...

παζλ από τσόφλια :)

θα το κατατάξω στα top post!

κλαπ κλαπ κλαπ κλαπ!

EggGod said...

νοτα: Νασαι καλά.

Loth: Ουάου...ε...θενκς...;

deadend mind: Αυτό έπρεπε να σου αφιερώσω...γαμωτ...

karyatida: Πολάααα τσόφλια λέμεεεε...

Θενκς κούκλα