Saturday, March 29, 2008

ΑΝΟΙΞΗ, ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ


Αυτές τις περίεργες μέρες που πεθαίνει ο χειμώνας, ξέρεις ποιες λέω, αυτές που βρέχει αλλά κάνει και ζέστη ταυτόχρονα. Αυτές τις μέρες, του άρεσε να πηγαίνει στη Πλάκα για καφεδάκι, με ένα βιβλίο στο χέρι. Συνήθως διάλεγε τα μαγαζιά που είναι ψηλά, κοντά στην Ακρόπολη για να έχει και ωραία θέα, να χάνεται. Δεν ήθελε παρέα, ήθελε μόνος του να πηγαίνει. Να περπατάει με την ομπρέλα του στα σοκάκια, να τον ακολουθούν βρεγμένα, παιχνιδιάρικα σκυλιά που βρωμάνε από την βροχή αλλά δεν τα νοιάζει τα άτιμα, αυτά κουνάνε την ουρά τους. Τα καλντερίμια να γλιστράνε, οι μαγαζάτορες να κάθονται στις πόρτες των καταστημάτων κατσουφιασμένοι και να κοιτάνε τον ουρανό και να καπνίζουν.

Μια βρώμικη πόλη που καλοδέχεται την άνοιξη. Μελαγχολικά χαρούμενη.

Κάθισε σε ένα τραπεζάκι και παρήγγειλε νες, γλυκό με γάλα. Έβγαλε τον καπνό του να στρίψει ένα τσιγάρο και τότε είδε την κοπελιά που καθόταν δύο τραπέζια παραδίπλα, είχε το κεφάλι της σκυφτό και έκλαιγε, μπροστά της ένας χυμός και ένα βιβλίο. Οι δύο τους ήταν οι μόνοι πελάτες στο βροχερό καφενεδάκι με την όμορφη θέα.
Ένιωσε περίεργα. Να της μιλήσει; Να την αφήσει ήσυχη;
Σήκωσε λίγο το κεφάλι της και είδε το πρόσωπο της. Όμορφη. Μαύρα μαλλιά, έντονα ζυγωματικά, λεπτή μυτούλα, κόκκινα μάτια από το κλάμα. Άναψε το τσιγάρο του και σκεφτόταν τι να κάνει, όταν μπήκε στο μαγαζί ένα κορίτσι με τριαντάφυλλα, πήγε κατευθείαν σε αυτόν. Τι είναι τώρα αυτό; Τύχη; Σύμπτωση; Αγόρασε ένα τριαντάφυλλο και είπε στο κορίτσι να φύγει, κλείνοντας το μάτι προς την μεριά της κοπέλας. Η μικρή κατάλαβε και έφυγε.

Σηκώθηκε και πλησίασε κρατώντας το τριαντάφυλλο.
"Για σένα" είπε προτείνοντας το λουλούδι. Σοκαρισμένη τον κοιτάει με τα κλαμένα της μάτια και στο βλέμμα που ανταλλάζουν υπάρχουν θεοί κρυμμένοι.

"Τι είναι αυτό;"
"Δεν είχα χαρτομάντιλα" της λέει και τώρα εκείνη γελάει, γελάει με την καρδιά της, θεέ μου πώς γελάει.
Του λέει να καθίσει, ανταλλάσσουν ονόματα, θα ήθελε λίγη παρέα, συγγνώμη, πρέπει να έχω γίνει ρόμπα, όχι ρε δεν τρέχει, σιγά, απλά δεν μπορούσα να μην κάνω κάτι, αμηχανία, αμηχανία, βλέμμα στη θέα τώρα και οι δυο.
Ξεκλέβει μία ματιά και την παρατηρεί τώρα που αυτή κοιτάζει την Αθήνα. Στο αριστερό της μάγουλο, χαμηλά, μια μεγάλη μελανιά. Ωχ, άσχημη ιστορία πίσω από αυτή τη μελανιά θα κρύβεται και πώς να πλησιάσεις;

Από πολύ μακριά μπουμπουνητό, ο ουρανός νευριάζει. Σκέφτεται να σχολιάσει τον καιρό και δεν το κάνει. Κάνει υπομονή και ξεκινάει ύστερα από λίγο να μιλά από μόνη της, βάζει μία τούφα από τα μαλλιά της πίσω από το αυτί της.

"Έχουμε περίπου την ίδια ηλικία, σωστά; Είναι νωρίς λες, να έχουμε κουραστεί από τους ανθρώπους;"


"Ναι, νομίζω ότι είναι νωρίς"
Βουρκώνει πάλι, η μελανιά στο πρόσωπο της μιλάει πιο πολύ από ότι εκείνη.

"Βασικά, κοινότυπη ιστορία, με κεράτωσε, χωρίσαμε, αυτά"
Ένα δάκρυ τρέχει πάνω στη μπλαβιά σάρκα, πάνω στη πληγή, θέλει να της το κλέψει αυτό το δάκρυ, να το βάλει στο τσεπάκι του, να έχει να το πίνει το καλοκαίρι που δεν θα βρέχει, την ερωτεύεται και δεν μπορεί να κάνει τίποτα για αυτό. Νιώθει ιππότης, θέλει να πιάσει τον πούστη που την βάρεσε και να τον σακατέψει, να τον κάνει σκόνη, θέλει να την αγκαλιάσει, κάθεται εκεί και δεν κάνει τίποτα αλλά ιδρώνει λίγο, οι παλμοί του έχουν ανέβει, αρσενικό γίνεται και ξυπνάει η σπηλιά μέσα του, θέλει να προστατέψει τη γυναίκα, αυτόν τον άγγελο-

"Είναι άδικο" λέει τώρα εκείνη και τον κοιτάει στα μάτια. "Άδικο να δίνεσαι τόσο πολύ και να πονάς τόσο πολύ και-" σταματάει, δεν ξέρει τι να πει. Συνεχίζει να τον κοιτάει, κάτι περιμένει από εκείνον. Μία αλήθεια, κάτι.

"Δεν πιστεύω στην τύχη" λέει με βραχνή φωνή αυτός.
"Συγγνώμη;"
"Εννοώ, ότι αν δεν είχε γίνει αυτό, δεν θα ήσουνα τώρα εδώ και έτσι δεν θα σε γνώριζα"

Μα τι βλάκας είναι θεέ μου, πώς είναι δυνατόν να της την πέφτει σε τέτοια στιγμή, δεν μπορεί να κάνει αλλιώς, είναι η φύση του, τώρα θα τον στείλει και θα έχει και δίκιο, πόσο ζήτουλας να φάνηκε;

Εκείνη χαμογελάει. Δεν τον διώχνει, δεν αμύνεται, μία θηλυκή, πανέμορφη δύναμη, δεν μπορεί, πρέπει να την ρωτήσει.

"Αυτός στο έκανε αυτό;"
Της δείχνει τον μώλωπα. Εκείνη φέρνει το χέρι της στο σημάδι. Χαμογελάει ξανά, τι περίεργο.

"Όχι, όχι, είναι από το βιολί, παίζω βιολί" του λέει και γελάει.

Κάθονται εκεί ώρες πολλές, ξεχνάνε την μέρα, τους ξεχνάει και αυτή. Μιλάνε και δεν θέλουν να χωρίσουν, πάνε μαζί για φαγητό, μέσα σε ώρες μόνο τα μονοπάτια τους μπερδεύτηκαν, έγιναν κισσός και ανέβηκαν μπερδεμένα προς ένα φως μιας άνοιξης που ήρθε νωρίς.
Το σούρουπο τους βρίσκει μαζί.

Πριν χωρίσουν θέλει να βρει το θάρρος να της κρατήσει το χέρι.
Ντρέπεται λίγο, γιατί οι παλάμες του είναι ιδρωμένες.
Κάθονται σε ένα παγκάκι.
Δεν έχουν τίποτα άλλο να πούνε τώρα.

Γυρίζει και τον κοιτάζει.

Αυτό το βλέμμα είναι η πνοή με την οποία φτιάχτηκε ο κόσμος....

6 comments:

Tradescadia said...

Αγαπημένο λυκόπουλο, καιρό είχε κάτι να μιλήσει στο μέσα μου. Σαν να έβλεπα ταινία ήταν...Όμορφα...

Crazy Chef said...

γαμημενη ανοιξη...))))

EggGod said...

tradescadia: Ουρλιάζω, ουρλιάζω, αλλά δεν σε πετυχαίνω πουθενά. Εύχομαι ο χειμώνας να ήταν ευγενικός. Καλή άνοιξη ρε!

crazy chef: Γάμησε τα...

Loth said...

ΟΛΑ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΓΙΑ ΚΑΠΟΙΟ ΛΟΓΟ..
ΑΝ Ο ΛΟΓΟΣ ΟΜΩΣ ΕΙΝΑΙ ΟΤΙ ΔΕΝ ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΓΙΝΟΥΝ?
ΗΡΘΕ Η ΑΝΟΙΞΗ ΝΑ ΣΟΥ ΜΑΘΕΙ ΤΙ ΔΕΝ ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΞΕΡΕΙΣ?

ΠΦΦΦΦΦ..

deadend mind said...

o κισσός συμβολίζει τη σταθερά δυνατή αγάπη, τα δυνατά δεσμά της αγάπης. το άκουσα για έναν πινακα, δεν θυμάμαι ποιανού, ένα γέρικο ζευγάρι που η γυναίκα έπλεκε και ο άντρας της ήταν τυφλός και καθόταν δίπλα της, και στο παράθυρό τους σκαρφάλωνε κισσός.
μου άρεσε πάρα πολύ..

EggGod said...

Loth: Όλα γίνονται για να μην γίνουν;;; Με χάνεις...

deadend mind: :)